Η με διαφορά λίγων ημερών δημοσιοποίηση εκθέσεων της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και της Τραπέζης της Ελλάδος θα πρέπει να «έχει σημάνει συναγερμό» στην κυβέρνηση. Οι οικονομολόγοι της Κομισιόν επισημαίνουν το γνωστό, ότι δηλαδή η Ελλάδα νίκησε μεν τη φοροδιαφυγή, όχι όμως την υπερφορολόγηση. Παρά τη σημαντική πρόοδο στον περιορισμό της φοροδιαφυγής, η Ελλάδα εξακολουθεί να αντιμετωπίζει διαρθρωτικές αδυναμίες στο φορολογικό σύστημα, υποστηρίζει η Ευρωπαϊκή Επιτροπή. Άλλωστε είναι υψηλή η επιβάρυνση της εργασίας και η εξάρτηση από τον ΦΠΑ.

Το πιο ανησυχητικό εύρημα της ετήσιας έκθεσης φορολογίας της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για το 2026 εντοπίζεται στο φορολογικό βάρος που σηκώνει η εργασία στην Ελλάδα. Παρότι, τα τελευταία χρόνια, έχουν μειωθεί οι ασφαλιστικές εισφορές, η συνολική επιβάρυνση εργαζομένων και επιχειρήσεων παραμένει πάνω από τον μέσο όρο των ανεπτυγμένων οικονομιών.

Τα νούμερα είναι ενδεικτικά: για έναν άγαμο εργαζόμενο με μέσο μισθό, η συνολική φορολογική επιβάρυνση ανήλθε, το 2025, στο 39,3% του συνολικού κόστους εργασίας, όταν ο μέσος όρος στις χώρες του ΟΟΣΑ διαμορφώθηκε στο 35,1%. Έτσι, η Ελλάδα παραμένει στο ανώτερο μισό της κατάταξης των ανεπτυγμένων χωρών.

Για άλλα προφίλ νοικοκυριών η επιβάρυνση είναι ακόμη πιο έντονη: σε εργαζόμενους με διαφορετική οικογενειακή κατάσταση ή υψηλότερα εισοδήματα, το άθροισμα φόρων και ασφαλιστικών εισφορών μπορεί να αγγίζει το 44%-45% του συνολικού κόστους εργασίας.

Παρά τη θεαματική βελτίωση στη φορολογική συμμόρφωση, τα δημόσια έσοδα της Ελλάδας παραμένουν σε μεγάλο βαθμό εξαρτημένα από τον ΦΠΑ και τους λοιπούς έμμεσους φόρους. Ο βασικός συντελεστής ΦΠΑ, στο 24%, είναι από τους υψηλότερους στην Ευρωπαϊκή Ένωση, γεγονός που πλήττει δυσανάλογα τα νοικοκυριά χαμηλού και μεσαίου εισοδήματος και ροκανίζει την αγοραστική δύναμη των καταναλωτών.

Από την πλευρά της, η διοίκηση της Τραπέζης της Ελλάδος αναφέρεται στα γνωστά: χαμηλή παραγωγικότητα, δημογραφική συρρίκνωση, ελλείψεις δεξιοτήτων, περιορισμένη διάχυση καινοτομίας, στεγαστικό πρόβλημα, δυσλειτουργική δημόσια διοίκηση και δικαιοσύνη είναι τα βασικά χαρακτηριστικά της ταυτότητας μιας οικονομίας η οποία, εδώ και δεκαετίες, με ενδιάμεσες ταραχώδεις περιόδους, «λειτουργεί» σε συνθήκες υψηλού δημόσιου χρέους, χρόνιου ελλείμματος τρεχουσών συναλλαγών, με αρνητική διεθνή επενδυτική θέση και βέβαια πληθωρισμό που παραμένει πάνω από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο. Αυτή η οικονομία, τα τελευταία χρόνια, καταφέρνει να παράγει ρυθμό ανάπτυξης μεγαλύτερο του ευρωπαϊκού μέσου όρου και πρωτογενή πλεονάσματα «μυθικά» για τους καιρούς μας.

Σύμφωνα με το Annual Report on Taxation 2026: Η Ελλάδα εμφανίζεται ως η χώρα με τη μεγαλύτερη αύξηση εξάρτησης των δημόσιων εσόδων από τον ΦΠΑ (και τους έμμεσους φόρους συνολικά) στην τελευταία δεκαετία. Η Ελλάδα, δηλαδή, είναι μία από τις ελάχιστες χώρες της ΕΕ όπου το βάρος της έμμεσης φορολογίας αυξήθηκε και δεν αποκλιμακώθηκε ποτέ. Αυτό συμβαίνει ενώ η Ελλάδα είναι ταυτόχρονα και η χώρα με τον υψηλότερο πραγματικό φορολογικό συντελεστή επί της εργασίας σε όλη την Ευρωπαϊκή Ένωση. Το 37,8% των συνολικών φορολογικών εσόδων προέρχεται πλέον από φόρους κατανάλωσης, έναντι 26,8% κατά μέσο όρο στην ΕΕ.

ΑΠΟ ΧΡΗΜΑ Week (τεύχος 1054)