Η δικηγορική εταιρεία Ποταμίτης Βεκρής είναι μία από τις μεγαλύτερες εταιρείες παροχής νομικών υπηρεσιών στην Ελλάδα που λειτουργούν στην ευρύτερη περιοχή της Νοτιοανατολικής Ευρώπης.

Αφορμή για τη συνέντευξη με τον κ. Στάθη Ποταμίτη αποτέλεσε η ανάδειξη της εταιρείας σε «Δικηγορικό γραφείο Ελλάδας της χρονιάς 2020» από την Chambers Europe. Το ενδιαφέρον είναι ότι το γραφείο Ποταμίτης Βεκρής κερδίζει αυτό το διάσημο βραβείο για τρίτη φορά τα τελευταία εννέα χρόνια, επομένως διαμορφώνεται η εντύπωση ότι απευθυνόμαστε σε μία από τις κορυφαίες ελληνικές δικηγορικές εταιρείες σε μια εποχή κατά την οποία η Ελλάδα βιώνει τη μεγάλη μετάβαση από την εποχή του γνωστού, ιδρωμένου, διαρκώς ταλαιπωρημένου και πολυπράγμονα δικηγόρου στον αιώνα των σύγχρονων εταιρειών παροχής νομικών υπηρεσιών με βάση τα πρότυπα των σύγχρονων κοινωνιών.

Ο κ. Στάθης Ποταμίτης δεν είναι μια νέα προσωπικότητα στον χώρο των επιχειρήσεων και των χρηματοοικονομικών συναλλαγών. Είναι δικηγόρος, μέλος των συλλόγων της Αθήνας και της Νέας Υόρκης. Έχει ασχοληθεί με εταιρικές συναλλαγές και με την εταιρική διακυβέρνηση, τη ρύθμιση της κεφαλαιαγοράς, χρηματοδοτικές συμβάσεις, τη διεθνή διαιτησία και, πιο πρόσφατα, ιδιαίτερα με την εξυγίανση και ευρύτερα με τις διαδικασίες αφερεγγυότητας.

Στο πλαίσιο αυτό, συμμετείχε στην ομάδα ειδικών που υποστήριξε την Ευρωπαϊκή Επιτροπή στην προετοιμασία της πρόσφατης οδηγίας για την αναδιάρθρωση επιχειρήσεων και την παροχή δεύτερης ευκαιρίας. Συμμετείχε επίσης στην προετοιμασία και θέση σε λειτουργία της χρηματιστηριακής αγοράς παραγώγων.

Ως μέλος του Ελληνικού Συμβουλίου Εταιρικής Διακυβέρνησης, έχει συμμετάσχει στη διαμόρφωση του Κώδικα Εταιρικής Διακυβέρνησης και με τη σύνταξη ειδικών πρακτικών καλής εταιρικής διακυβέρνησης για τις μη εισηγμένες εταιρείες και για τις οικογενειακές επιχειρήσεις.

Το 2014 συνέβαλε στη σύνταξη του «Νόμου Δένδια», εισάγοντας ταχείες διαδικασίες για να βοηθήσει τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα να αντιμετωπίσουν τα μη εξυπηρετούμενα ανοίγματα (NPEs), συμπεριλαμβανομένης της διαδικασίας ειδικής διαχείρισης.

Επί του παρόντος, ασχολείται με τη συνολική αναθεώρηση του Πτωχευτικού Κώδικα, μια προσπάθεια που πλησιάζει στην ολοκλήρωσή της. Έχει εκλεγεί fellow του Αμερικανικού Κολλεγίου για την Πτώχευση (το μόνο μέλος από την Ελλάδα) και μέλος του Διεθνούς Ινστιτούτου Αφερεγγυότητας. Είναι Πρόεδρος του Συνδέσμου Δικηγορικών Εταιρειών Ελλάδος.

Συνέντευξη στον Χρήστο Ν. Κώνστα

 Πώς είναι, λοιπόν, η ζωή σε μια μεγάλη δικηγορική εταιρεία υψηλά αμειβόμενων νομικών υπηρεσιών, κύριε Ποταμίτη;

Φοβάμαι ότι είστε επηρεασμένος από τον κινηματογράφο και τις γνωστές δημοφιλείς τηλεοπτικές σειρές, κύριε Κώνστα. Έχετε στο μυαλό σας την εικόνα της δικηγορικής εταιρείας σαν ένα χώρο υψηλής έντασης κι επιθετικότητας, στον οποίο κινούνται πολυάσχολοι άνδρες με γραβάτες και αποφασιστικές γυναίκες με ψηλοτάκουνα. Στη δική μου εμπειρία είναι κι ένας χώρος συνεργασίας και αλληλοϋποστήριξης που μου φέρνει στον νου τα αναγεννησιακά μπουλούκια των ζωγράφων που όλοι μαζί ετοιμάζουν κατά παραγγελία ένα καλλιτέχνημα, μαθαίνοντας συνεχώς ο ένας από τον άλλο, μοιραζόμενοι τη χαρά της δημιουργίας και της συναδελφικότητας και (συχνά ελπίζω) την ικανοποίηση που προσφέρει το ολοκληρωμένο και πετυχημένο δημιούργημα.

 Είναι σίγουρο όμως ότι το επάγγελμά σας έχει αλλάξει πολύ τα τελευταία χρόνια…

Όπως όλες οι επιστήμες και όλες οι επιχειρηματικές δραστηριότητες. Η δικηγορία είναι ένα αρχαίο επάγγελμα που διατηρεί πολλά από τα παραδοσιακά του χαρακτηριστικά. Βασίζεται στη σχέση εμπιστοσύνης πελάτη και δικηγόρου και στη συμπαράσταση του δικηγόρου προς τον πρώτο σε όλη την πολύπλοκη και πολλές φορές ακατανόητη διαδικασία επίλυσης διαφορών, αντιμετώπισης κατηγοριών ή ακόμα και διαπραγμάτευσης και διεκπεραίωσης συναλλαγών.

 Μπορεί όμως ο πελάτης σας να έχει την ίδια εμπιστοσύνη που τρέφει στον προσωπικό του νομικό σύμβουλο και σε μια δικηγορική εταιρεία;

Αυτός ο προσωπικός χαρακτήρας της παρέμβασης του δικηγόρου έχει προκαλέσει αμφιβολίες για το αν οι υπηρεσίες του δικηγόρου μπορούν να προσφερθούν αποτελεσματικά και με συνέπεια προς τον χαρακτήρα τους από εταιρικά σχήματα.

Βέβαια, δικηγορικά εταιρικά σχήματα ήδη υπάρχουν πολλά και στη χώρα μας και δικηγορικά εταιρικά σχήματα κυριαρχούν διεθνώς, ιδιαίτερα στις μεγαλύτερες υποθέσεις και συναλλαγές.

Ο Σύνδεσμος Δικηγορικών Εταιρειών έχει ήδη 130 μέλη και εκπροσωπεί πολύ μεγαλύτερο αριθμό συναδέλφων που απασχολούνται στα μέλη μας.

Τι είναι αυτό που οδήγησε στη δημιουργία περίπλοκων εταιρικών σχημάτων και πολυπρόσωπων νομικών εταιρειών;

Οι λόγοι που τα εταιρικά σχήματα έχουν ήδη ριζώσει στην αγορά μας είναι πολλοί. Είναι λόγοι επιστημονικοί, καθώς είναι πολύ δύσκολο για οποιονδήποτε από μας να έχει ουσιαστική επαφή και γνώση για πολλά από τα αντικείμενα που απαιτούνται για την αντιμετώπιση μιας υπόθεσης ή συναλλαγής.

Υπάρχει τόσο πολυνομία όσο και μεγάλη ταχύτητα μεταβολής της εκτεταμένης αυτής νομοθεσίας (που βέβαια περιλαμβάνει και υπουργικές αποφάσεις, εγκυκλίους, άλλα κανονιστικά κείμενα, π.χ. ρυθμιστικών αρχών), αλλά και μεγάλη παραγωγή δικαστικών αποφάσεων και θεωρίας, που επηρεάζει και διαμορφώνει την ερμηνεία των νόμων.

Άρα έχει γίνει σχεδόν υποχρεωτική η εξειδίκευση των δικηγόρων σε συγκεκριμένα αντικείμενα. Είναι λόγοι που αφορούν τους απαιτούμενους πόρους για την αντιμετώπιση της δουλειάς: τόσο από πλευράς ανθρώπινου δυναμικού όσο και μέσων.

Σίγουρα οι τεχνολογικές εξελίξεις έχουν διαδραματίσει τον δικό τους ρόλο στην εξέλιξη του επαγγέλματος…

Το επάγγελμά μας βιώνει ήδη μια τεχνολογική επανάσταση, την εισαγωγή της τεχνητής νοημοσύνης. Έχουν γίνει ήδη και στην Ελλάδα κάποια πρώτα βήματα και οι ενδείξεις είναι ιδιαίτερα ενθαρρυντικές. Με τα νέα μέσα θα μπορεί να γίνει ταχύτερα και ασφαλέστερα η διαδικασία νομικού ελέγχου. Θα μπορούν να παραχθούν συμβάσεις, αρχικά απλές και προοπτικά όλο και πιο σύνθετες. Θα μπορεί να γίνει χρήση με «έξυπνη» αποδελτίωση του συνόλου της δικηγορικής παραγωγής του παρελθόντος.

Άρα όσο πιο ευρεία είναι αυτή η βάση δεδομένων στην οποία εφαρμόζεται η τεχνητή νοημοσύνη τόσο μεγαλύτερη είναι η πρόσβαση σε γνώμες και υποδείγματα. Εξάλλου τέτοια μέσα απαιτούν σημαντικές επενδύσεις, που είναι εξαιρετικά δύσκολο να αντιμετωπιστούν από μεμονωμένους δικηγόρους.

Είναι όμως καλύτερες οι υπηρεσίες που προσφέρουν οι νομικές εταιρείες σε σύγκριση με την προσωπική εξυπηρέτηση που προσφέρει ένας ή έστω μια μικρή ομάδα δικηγόρων;

Μα αυτή η προσωπική εξυπηρέτηση δεν αλλάζει. Οι ανάγκες των πελατών μάς οδήγησαν στη δημιουργία των σύγχρονων εταιρικών σχημάτων. Η συγκέντρωση πολλών ειδικοτήτων υπό κοινή στέγη επιτρέπει την καλύτερη διασπορά κινδύνων. Η ανάγκη εξειδίκευσης, που όπως αναφέρθηκε γίνεται όλο και πιο έντονη για λόγους καλής ποιότητας, σημαίνει ότι κάθε δικηγόρος καλύπτει ένα στενό φάσμα πελατειακών αναγκών.

Σημαίνει επίσης ότι χρειάζεται περιβάλλον που να υποστηρίζει την απόκτηση εξειδίκευσης που δεν γίνεται στο πανεπιστήμιο αλλά στη δουλειά. Η ομαδική δικηγορία αντιμετωπίζει με τον καλύτερο τρόπο και τις δύο αυτές ανάγκες. Πρώτα απ’ όλα, με τη διασπορά του κινδύνου (εφόσον η ομάδα έχει μεγαλύτερο εύρος από το κάθε άτομο). Δεύτερον, η ομάδα προσφέρει στο κάθε μέλος της τόσο την εμπειρία των υπολοίπων όσο και τη δυνατότητα να συγκεντρωθεί στο ειδικότερο αντικείμενο που καλλιεργεί, π.χ. σε κάθε συναλλαγή υπάρχει και κάποια φορολογική πτυχή που μπορεί να καλύπτει ο ειδικός στα φορολογικά δικηγόρος.

Απλά, μου δημιουργείται η εντύπωση ότι η νομική προστασία γίνεται πολύ πιο περίπλοκη με αυτόν τον τρόπο.

Μια εταιρεία είναι βεβαίως ένα πολύπλοκο πλέγμα σχέσεων και η καλή της πορεία εξαρτάται από την επιτυχή διαχείριση όλων αυτών των σχέσεων. Την εταιρεία συγκροτούν οι εταίροι της, που συνεισφέρουν κεφάλαια και εργασία και συμμετέχουν στα κέρδη της.

Όμως δεν μπορεί να υπάρξει αποτελεσματική και πετυχημένη εταιρεία χωρίς συνεργάτες. Μείζον οργανωτικό και δομικό θέμα των δικηγορικών εταιρειών είναι ο λόγος μόχλευσης, πόσοι συνεργάτες ανά εταίρο. Η σχετική επιλογή επηρεάζει τόσο την ποιότητα των παρεχομένων υπηρεσιών όσο και την οικονομική τους αποδοτικότητα. Η επιλογή επηρεάζεται και από το είδος των παρεχομένων υπηρεσιών –υπηρεσίες διεκπεραιωτές ή τυποποιημένες επιτρέπουν μεγαλύτερη μόχλευση από πιο εξειδικευμένες υπηρεσίες για υποθέσεις μεγάλης πολυπλοκότητας ή δυσκολίας.

Κρίσιμα είναι τα θέματα της αμοιβής των συνεργατών αλλά και της προοπτικής που τους παρέχεται να επιλεγούν σε κατάλληλο χρόνο ως νέοι εταίροι.

Σημαντικός είναι και ο ρόλος του υποστηρικτικού προσωπικού, που σε μεγαλύτερα σχήματα μπορεί να είναι ιδιαιτέρως πολυάριθμο και να καλύπτει πολλές και διαφορετικές ειδικότητες, λογιστική, βιβλιοθηκονομία, ΙΤ, διαχείριση ανθρώπινου δυναμικού, οικονομική διαχείριση, εκδοτική δραστηριότητα.

Και, βεβαίως, σημαντικό μέρος της εταιρείας είναι και οι ασκούμενοι δικηγόροι, που μπορεί ως σύνθεση να μεταβάλλονται σχετικά συχνά, αλλά έχουν σημαντική συμβολή στις ομάδες που συγκροτούνται για τις διάφορες υποθέσεις.

Στο τέλος αυτής της διαδρομής ποιος βγαίνει περισσότερο ωφελημένος; Ο πελάτης ή ο δικηγόρος;

Σίγουρα η κοινωνία και κατ’ επέκταση η οικονομία μας. Η δικηγορική εταιρεία είναι μια σύγχρονη λύση για τις αυξημένες ανάγκες ενός σημαντικού μέρους της δικηγορικής πελατείας. Δεν είναι προφανώς η μόνη λύση, γιατί ακόμα και στις οικονομίες και κοινωνίες που ο θεσμός έχει εδραιωθεί από χρόνια, διατηρείται και ο χώρος και η ανάγκη για ατομική δικηγορία.

Κάθε μορφή οργάνωσης έχει τα δικά της θετικά, γιατί δεν πρέπει κανείς να παραγνωρίσει την ελευθερία και την ευελιξία που προσφέρει η ατομική δικηγορία σε αυτούς που την προτιμούν και ίσως μια ισχυρότερη αίσθηση συνέχειας με την παραδοσιακή άσκηση του δικηγορικού λειτουργήματος.

Πώς βλέπετε να εξελίσσεται η αγορά δικηγορικών υπηρεσιών, αλλά και των δικηγορικών εταιρειών μέσα σ’ αυτήν;

Όποιος έχει ασχοληθεί με διεθνείς υποθέσεις ή μεγάλες ελληνικές υποθέσεις στις οποίες απασχολούνται και ξένα δικηγορικά γραφεία εύκολα διαπιστώνει την τεράστια διαφορά εμβέλειας και αμοιβών μεταξύ των μεγάλων ξένων σχημάτων και των ελληνικών γραφείων.

Η αγορά δικηγορικών υπηρεσιών στην Ελλάδα δεν έχει ακόμα φτάσει στο επίπεδο οργάνωσης που επιτρέπει στον πελάτη να διακρίνει τη σχέση κόστους και ποιότητας υπηρεσιών ή να εμπιστεύεται τους ισχυρισμούς μας περί εξειδίκευσης σε συγκεκριμένα αντικείμενα.

Πολλές φορές, βλέπουμε να ισχύει ο αφορισμός του Γιάννη Τσαρούχη ότι «στην Ελλάδα είσαι ό,τι δηλώσεις». Η καλύτερη και αποτελεσματικότερη οργάνωση της αγοράς απαιτεί σοβαρότερες επενδύσεις από τις εταιρείες τόσο σε υποδομές και εργαλεία όσο και σε επιμόρφωση των στελεχών της.

Απαιτεί επίσης στενότερη σχέση με τις νομικές σχολές, ώστε οι νέοι συνάδελφοι να έχουν καλύτερη αντίληψη του πώς ασκείται η δικηγορία και ποιες είναι οι δεξιότητες και γνώσεις που εκτιμώνται ιδιαίτερα από τα δικηγορικά γραφεία.

Ενδιαφέρον βρίσκω το ότι αυτό ξεκίνησε να γίνεται με την πρωτοβουλία διδασκόντων και φοιτητών συμμετοχής σε προσομοιώσεις δικών. Αρχικά, χωρίς οποιαδήποτε υποστήριξη από τις σχολές, αναζήτησαν οικονομική στήριξη από δικηγορικά γραφεία και πολλοί από μας ανταποκριθήκαμε (και σε περιπτώσεις βοηθήσαμε και με την προετοιμασία τους).

Έχουν γίνει ευρύτερα γνωστές οι επιτυχίες πολλών από τις ομάδες αυτές, που αποδεικνύουν το ενδιαφέρον των φοιτητών της νομικής για την πρακτική πλευρά του επαγγέλματος, την ετοιμότητά τους να παίρνουν τις ευθύνες τους στα χέρια τους (με την πολύτιμη βοήθεια συγκεκριμένων διδασκόντων), αλλά και το ενδιαφέρον πολλών γραφείων να τους συμπαρασταθούν.

Ήδη στον Σύνδεσμο Δικηγορικών Εταιρειών Ελλάδος μελετάμε προτάσεις για τη θεσμοθέτησης της μαθητείας, δηλαδή της απασχόλησης φοιτητών σε δικηγορικά γραφεία, για να δημιουργήσουμε και άλλες ευκαιρίες έκθεσης των φοιτητών στην πρακτική της δικηγορίας.

Η κατάσταση της οικονομίας και της επιχειρηματικότητας στην Ελλάδα σάς δημιουργεί αισιοδοξία για το μέλλον των δικηγορικών εταιρειών;

Ομολογώ ότι, μετά από 10 χρόνια σχεδόν διαρκούς οικονομικής κρίσης, μπορώ να είμαι αισιόδοξος για το μέλλον και της δικής μας εταιρείας, αλλά και του κλάδου μας γενικότερα, χωρίς να το εξαρτώ από τη συγκυρία.

Η διαρκής αυτή κρίση μάς βοηθά να είμαστε πιο ψύχραιμοι και πιο ανθεκτικοί. Έχει αναδείξει επίσης τα σημεία που χρειάζονται βελτιώσεις, και είναι πολλά. Έχει αποδείξει ότι οι θεσμοί μας έχουν γερές βάσεις που, προφανώς, αντανακλούν βαθύτερη κοινωνική συναίνεση και αποδοχή.

Πιστεύω ότι βρισκόμαστε στο σημείο που αντιλαμβανόμαστε τόσο τις ευθύνες μας όσο και τις δυνατότητές μας, και αυτό είναι ο καλύτερος οιωνός για την οικονομία μας και για τους Έλληνες επιχειρηματίες.

Η κρίση μάς έμαθε ότι η δεοντολογία και η ηθική έχουν σημαντικό οικονομικό αντίκρισμα και ότι η οικονομική ανάπτυξη βασίζεται στην προβλεψιμότητα και την εμπιστοσύνη (στους συναδέλφους, ανταγωνιστές, αντισυμβαλλόμενους, αλλά και στα θεσμικά όργανα). Αυτές οι ποιοτικές αλλαγές δημιουργούν πολύ βελτιωμένες προοπτικές για τις ελληνικές επιχειρήσεις και για τους δικηγόρους που τις υποστηρίζουν. Μου φαίνεται άλλωστε ότι ήδη έχουμε καθαρά σημάδια μεγαλύτερης διοικητικής και οικονομικής ωριμότητας στη χώρα μας.

……………………

Αναδημοσίευση, περιοδικό ΧΡΗΜΑ, τευχ Μαι-Ιουν 2020

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here