Η ανακοίνωση της αύξησης μετοχικού κεφαλαίου της ΔΕΗ ύψους €4 δισ. δημιούργησε αμέσως μεγάλο πολιτικό θόρυβο κυρίως με την πρωτοβουλία του πρώην πρωθυπουργού Αλέξη Τσίπρα που δεν δίστασε να χαρακτηρίσει «ζημιογόνο» την ιδιωτική πορεία της εταιρείας.

Οι αριθμοί ωστόσο δίνουν μια εντελώς διαφορετική εικόνα.

Τον Απρίλιο του 2019, λίγους μήνες πριν ο ΣΥΡΙΖΑ αποχωρήσει από την εξουσία, ο ορκωτός ελεγκτής Ernst & Young επισήμανε στην τακτική έκθεσή του κινδύνους για τη βιωσιμότητα της ΔΕΗ, ορίζοντας ως ορόσημο κατάρρευσης την 30η Σεπτεμβρίου 2019.

Η ΔΕΗ εκείνη την εποχή είχε χρέη άνω των €4 δισ. στις τράπεζες και πάνω από €2,5 δισ. στους προμηθευτές της.

Η κεφαλαιοποίησή της άγγιζε τα €300 εκατ. κατά συνέπεια το ποσοστό του Δημοσίου (51%) άξιζε περίπου €150 εκατ.


Σήμερα η αντίστοιχη αξία του ποσοστού της Ελληνικής Δημοκρατίας (34%) ξεπερνά τα €2,5 δισ.

Επιπλέον, τα τελευταία χρόνια το Δημόσιο έχει εισπράξει από μερίσματα πάνω από €152 εκατ. δηλαδή περισσότερα από τη συνολική αξία της συμμετοχής του το 2019.

Πέραν της χρηματιστηριακής διάστασης, τα δεδομένα για τις τιμές ενέργειας είναι εξίσου αποκαλυπτικά.

Το 2019 οι χονδρικές τιμές ηλεκτρισμού στην Ελλάδα ήταν 20% ακριβότερες από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο.

Το 2025 ήταν 6,5% φθηνότερες.

  • Στη λιανική, η απόκλιση από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο διευρύνθηκε από -16% το 2018 σε -22% το 2025, με την Ελλάδα να κατατάσσεται πλέον σταθερά στις φθηνότερες χώρες της ΕΕ.

Η Αύξηση του Μετοχικού Κεφαλαίου της ΔΕΗ,των €4 δισ. εντάσσεται στο νέο Στρατηγικό Σχέδιο 2030 που προβλέπει επενδύσεις €24,2 δισ., με στόχο λειτουργική κερδοφορία €4,6 δισ. και καθαρά κέρδη €1,5 δισ. έως το 2030.

Ο κρατικός μέτοχος συμμετέχει για να διατηρήσει ποσοστό καταστατικής μειοψηφίας 33,4%.

Η κριτική στις αυξήσεις κεφαλαίου είναι νόμιμη. Αλλά όταν γίνεται από εκείνους που παρέδωσαν μια εταιρεία με αμφίβολης βιωσιμότητας, χρειάζεται κάποια αριθμητική υποστήριξη