Χρονιά αυξημένης μεταβλητότητας

Χρονιά αυξημένης μεταβλητότητας αναμένεται και το 2026 από διαχειριστές επενδυτικών κεφαλαίων, αναλυτές και παράγοντες των αγορών. “Bullish” για τις αναδυόμενες αγορές εμφανίζεται η BofA, με το βασικό σενάριο να περιλαμβάνει ασθενέστερο δολάριο, χαμηλότερα επιτόκια, χαμηλές τιμές πετρελαίου και ανοδικά χρηματιστήρια –συνθήκες που ιστορικά στηρίζουν τις Emerging Markets.

Οι μεγαλύτερες αποδόσεις αναμένονται από τις τοπικές αγορές ομολόγων, όπου η συνολική απόδοση προβλέπεται στο 10,7%. Πολλά τοπικά ομόλογα υπόσχονται διψήφιες αποδόσεις, ενώ η ελκυστικότητα του FX carry παραμένει έντονη. Αντίθετα, στα κρατικά ομόλογα εξωτερικού δανεισμού (EXD), οι πολύ χαμηλές αποδόσεις και τα στενά spreads περιορίζουν τον χώρο για περαιτέρω συμπίεση. Η BofA εκτιμά ότι, συνολικά για το 2026, τα spreads θα διευρυνθούν κατά περίπου 20 μονάδες βάσης, με συνολική απόδοση γύρω στο 4%. Παρότι η μεγάλη εικόνα παραμένει θετική, οι αναλυτές προειδοποιούν ότι η μεταβλητότητα πιθανότατα θα αυξηθεί.

Το χαμηλό κόστος κινδύνου και οι στενές αποτιμήσεις συνήθως δεν διαρκούν πολύ, ενώ η συσσώρευση θέσεων σε carry trades κάνει την αγορά ευάλωτη σε ξαφνικές αναταράξεις. Ο βασικός κίνδυνος για τις EM είναι μια αναζωπύρωση του παγκόσμιου πληθωρισμού, που θα μπορούσε να ανατρέψει την πορεία των επιτοκίων και του δολαρίου. Η «πτήση» των αναδυόμενων αγορών συνεχίζεται, με σημαντικές ευκαιρίες σε FX carry και τοπικά ομόλογα. Ωστόσο, οι επενδυτές καλούνται να προετοιμαστούν για μεγαλύτερη μεταβλητότητα και να επιλέξουν προσεκτικά αγορές με ισχυρά τεχνικά χαρακτηριστικά και σταθερές μακροοικονομικές βάσεις.

Για την Citi το 2026 θα διαμορφωθεί σε μια περίοδο «χρυσής τομής» για την παγκόσμια οικονομία με ανάπτυξη κοντά στον μακροπρόθεσμο μέσο όρο, ήπιο πληθωρισμό και έναν κύκλο μειώσεων επιτοκίων που συνεχίζεται, αλλά με πιο περιορισμένο εύρος. Αυτό το περιβάλλον θεωρείται ευνοϊκό για τις αγορές που ενέχουν περισσότερο ρίσκο, με βασικούς ωφελημένους τις μετοχές και ορισμένα εμπορεύματα. Στις αγορές μετοχών, ο οίκος παραμένει καθαρά θετικός. Παρότι αναγνωρίζει ότι η αγορά των Ηνωμένων Πολιτειών λειτουργεί πλέον σε συνθήκες «φούσκας» βάσει αποτιμήσεων, σημειώνει πως τέτοιες περίοδοι συχνά παραμένουν κερδοφόρες προτού κορυφωθούν. Η Τεχνητή Νοημοσύνη συνεχίζει να αποτελεί το κύριο επενδυτικό αφήγημα και, σύμφωνα με τη Citi, η δυναμική της δεν έχει εξαντληθεί.

Έτσι, η θέση της στα αμερικανικά χρηματιστήρια παραμένει θετική. Παράλληλα, η Κίνα προβάλλει ως δεύτερος πυλώνας στήριξης, καθώς επιτρέπει διαφοροποίηση της έκθεσης στην Τεχνητή Νοημοσύνη με πολύ χαμηλότερες αποτιμήσεις και μικρότερο ενεργειακό κόστος –ιδιαίτερα σημαντικό για την ανάπτυξη κέντρων δεδομένων.

Αντίθετα, ο αμερικανικός οίκος διατηρεί αρνητική στάση για το Ηνωμένο Βασίλειο, θεωρώντας ότι η αμυντική διάρθρωση της αγοράς του δεν ευνοεί την απόδοση σε μια παγκόσμια φάση οικονομικής ανάκαμψης. Στο εσωτερικό των κλάδων, ο οίκος παραμένει προσανατολισμένος στην τεχνολογία, στις τηλεπικοινωνίες και στις τράπεζες, ενώ αναβαθμίζει τον τομέα της υγείας, ο οποίος εμφανίζει χαμηλές αποτιμήσεις και σταδιακή επανενεργοποίηση της επενδυτικής ζήτησης. Στα κρατικά ομόλογα η στάση είναι ουδέτερη, καθώς οι αντίρροπες δυνάμεις –η πιθανότητα ήπιας προσγείωσης, η αβεβαιότητα γύρω από τον ρυθμό των μειώσεων επιτοκίων και οι διακυμάνσεις στην αγορά εργασίας– δεν επιτρέπουν ξεκάθαρη κατεύθυνση.

Ωστόσο, επιλέγει στοχευμένες κινήσεις: διατηρεί θετική θέση στα ομόλογα αναδυόμενων αγορών σε τοπικό νόμισμα, καθώς το εισοδηματικό όφελος παραμένει υψηλό, και ενισχύει τη θέση της στα βρετανικά κρατικά ομόλογα, εκτιμώντας ότι η δημοσιονομική εικόνα της χώρας θα βελτιωθεί συγκριτικά με τη Γαλλία. Για τα ιαπωνικά ομόλογα η εκτίμηση είναι αρνητική, λόγω της αύξησης του κόστους δανεισμού και της σταδιακής αλλαγής της πολιτικής της Τράπεζας της Ιαπωνίας.

Στην αγορά εταιρικών ομολόγων, η τράπεζα εξακολουθεί να διατηρεί αρνητική στάση. Τα περιθώρια αποδόσεων βρίσκονται πολύ χαμηλά, ενώ οι αυξημένες επενδυτικές δαπάνες που απαιτεί η Τεχνητή Νοημοσύνη οδηγούν πολλές εταιρείες σε μεγαλύτερο δανεισμό, γεγονός που περιορίζει τα περιθώρια ασφάλειας. Η υπο-έκθεση στον συγκεκριμένο χώρο λειτουργεί ως αντιστάθμιση απέναντι στην αυξημένη στάση κινδύνου που διατηρεί στις μετοχές.

Στα εμπορεύματα, η προτίμηση της Citi στρέφεται καθαρά προς τα βασικά μέταλλα, με τον χαλκό και το αλουμίνιο να αποτελούν τους βασικούς πόλους του επενδυτικού της αφηγήματος. Η ζήτηση από την ψηφιακή μετάβαση και την προσθήκη νέων υποδομών αναμένεται να παραμείνει ισχυρή, ενώ οι περιορισμοί παραγωγής –ιδίως στην Κίνα– ενισχύουν την πιθανότητα ελλειμμάτων τα επόμενα χρόνια. Αντίθετα, ο χρυσός αντιμετωπίζεται με ουδετερότητα, καθώς το περιβάλλον κυκλικής ανάπτυξης μειώνει την ανάγκη για ασφαλή καταφύγια, παρότι η αγοραστική διάθεση των κεντρικών τραπεζών παραμένει υψηλή.

Η ελληνική αγορά

Για την ελληνική αγορά η BofA θυμίζω ότι έχει long θέση από το 2025. Επιβεβαίωνε, από τον Οκτώβριο, ότι η Ελλάδα παραμένει στην κορυφή των επενδυτικών τοποθετήσεων μεταξύ των αγορών της περιοχής EEMEA (Αναδυόμενη Ευρώπη, Μέση Ανατολή και Αφρική).
Σύμφωνα με τους αναλυτές της, η Ελλάδα εξακολουθεί να είναι η μεγαλύτερη υπέρβαρη αγορά (overweight) στα χαρτοφυλάκια των διεθνών επενδυτών που επενδύουν σε αναδυόμενες αγορές (GEM funds), παρουσιάζοντας τη μεγαλύτερη θετική απόκλιση έναντι του δείκτη MSCI Emerging Markets. Σε ανάλυσή τους, τοποθετούσαν τη χώρα στη μέση της κατάταξης των αγορών EEMEA, σημειώνοντας, ωστόσο, ότι τα ισχυρά θεμελιώδη μεγέθη και οι εισροές κεφαλαίων συνεχίζουν να τη στηρίζουν.

Η Ελλάδα είναι μεταξύ των λίγων αγορών με θετικές καθαρές ροές, σύμφωνα με τα στοιχεία της EPFR. Οι εισροές παραμένουν θετικές, την ώρα που η Τουρκία και η Σαουδική Αραβία κατέγραψαν εκροές. Επιπλέον, οι δύο εκθέσεις δείχνουν ότι οι ελληνικές χρηματοοικονομικές εταιρείες και οι βιομηχανικές εταιρείες έχουν τις υψηλότερες σταθμίσεις μεταξύ όλων των χωρών της περιοχής, ξεπερνώντας την Πολωνία και τη Νότια Αφρική.
Σε όρους αποτιμήσεων και θεμελιωδών μεγεθών για την αγορά, η Ελλάδα εμφανίζει τους εξής δείκτες:

EV/EBITDA: 6,6 φορές, έναντι ιστορικού μέσου όρου 5,8 φορές (αύξηση 15%).
EV/Πωλήσεις: 1,9 φορές, 38% υψηλότερος από τον ιστορικό μέσο όρο.
Τιμή προς Κέρδη (P/E, εκτός τραπεζών): 11,0 φορές, έναντι ιστορικού 12,5 (μείωση 12%).
Τιμή προς Λογιστική Αξία (P/BV πλην τραπεζών): 2,3 φορές, 36% πάνω από τον ιστορικό μέσο όρο.
Μερισματική απόδοση: 4,6%.
Αναμενόμενη αύξηση κερδών ανά μετοχή: +6,7%.
Αναθεώρηση προβλέψεων τριμήνου: +4,5%.
Προσέγγιση long που επανεπιβεβαίωσαν και την τελευταία έκθεση για το 2026.

Στο πρόσφατο Media Roundtable της Bank of America, ο Ιωάννης Αγγελάκης και ο Μιχάλης Ρουσάκης παρουσίασαν μια ξεκάθαρα θετική εικόνα για τις προοπτικές της ελληνικής οικονομίας και των τραπεζών για το 2026. Η αμερικανική τράπεζα προβλέπει ρυθμό ανάπτυξης 1,8%, σημαντικά υψηλότερο από το 1% της ευρωζώνης, επιβεβαιώνοντας ότι η χώρα εξακολουθεί να υπεραποδίδει έναντι των ευρωπαϊκών οικονομιών.

Το οικονομικό αφήγημα για τη νέα χρονιά στηρίζεται σε τρεις βασικούς άξονες: τη συνέχιση των επενδύσεων που τροφοδοτούνται από τα κεφάλαια του Ταμείου Ανάκαμψης, την ενίσχυση της κατανάλωσης, χάρη στην άνοδο των εισοδημάτων και τη βελτίωση της αγοράς εργασίας, και τις ισχυρές επιδόσεις του τουρισμού, που συνεχίζουν να στηρίζουν το ΑΕΠ. Ο πληθωρισμός εκτιμάται ότι θα αποκλιμακωθεί στο 1,9%, ενισχύοντας τη συνολική σταθερότητα του μακροοικονομικού περιβάλλοντος.

Παρότι, τα τελευταία χρόνια, έχουν γίνει ουσιαστικές μεταρρυθμίσεις, εκτιμάται πως η ελληνική οικονομία χρειάζεται ακόμη παρεμβάσεις που θα ενισχύσουν την παραγωγικότητα. Το δημοσιονομικό προφίλ, ωστόσο, χαρακτηρίζεται «εξαιρετικό», στοιχείο που συμβάλλει στη διατήρηση της εμπιστοσύνης των αγορών.

Ιδιαίτερη αναφορά έγινε και στο ισχυρό story των ελληνικών ομολόγων, κρατικών και εταιρικών, τα οποία βρίσκονται στους κορυφαίους performers της Ευρώπης. Στο ίδιο πλαίσιο, η BofA εμφανίζεται ιδιαίτερα θετική για τις τράπεζες το 2026. Η συνεχής κερδοφορία, η εξυγίανση των χαρτοφυλακίων και η βελτίωση των κεφαλαίων συνθέτουν ένα σαφώς αναβαθμισμένο προφίλ, ενώ οι αποτιμήσεις εξακολουθούν να διαπραγματεύονται με discount περίπου 10%. Οι βασικοί καταλύτες για τη νέα χρονιά περιλαμβάνουν τις διανομές κεφαλαίου και τις bolt-on εξαγορές, σε μια περίοδο κατά την οποία η Ελλάδα έχει ακόμη περιθώριο πολυετούς ανάπτυξης πριν επιστρέψει στα προ κρίσης επίπεδα ΑΕΠ.

Οι τιμές-στόχος για τις τράπεζες

Οι εγχώριες τράπεζες ξεκινούν το 2026 με ισχυρή ορμή, σύμφωνα με την τελευταία ανάλυση της BofA, η οποία διατηρεί θετική στάση για τον κλάδο και αυξάνει τις τιμές-στόχο και για τις τέσσερις συστημικές. Ο οίκος βλέπει διψήφια ετήσια αύξηση κερδών μέχρι το 2028, συνεχή βελτίωση ROTE και αποτιμήσεις που παραμένουν φθηνές συγκριτικά με την Ευρώπη, παρότι οι επιδόσεις συγκλίνουν με τις αντίστοιχες ευρωπαϊκών τραπεζών.

Eurobank – Buy – Νέα τιμή-στόχος: 4,86 (από 4,64 ευρώ) με περιθώριο ανόδου 43%.
Τράπεζα Πειραιώς – Buy – Νέα τιμή-στόχος: 8,85 (από 8,01 ευρώ) με περιθώριο ανόδου 25%.
Αlpha Βank – Buy – Νέα τιμή-στόχος: 4,12 (από 3,90 ευρώ) με περιθώριο ανόδου 17%.
Eθνική Τράπεζα – Neutral – Νέα τιμή-στόχος: 13,88 (από 13,04 ευρώ) με περιθώριο ανόδου 3%.

Η Eurobank αναδεικνύεται top pick, χάρη στο υψηλότερο ROTE στην Ελλάδα (18,1% για το 2027) και στη διαφοροποίηση στην Κύπρο και τη Βουλγαρία, καθώς και στη δυναμική από τη Eurolife και την Ελληνική Τράπεζα. Η Τράπεζα Πειραιώς κερδίζει νέο rerating, χάρη στη σταθερή βελτίωση ποιότητας ενεργητικού, την εξαγορά της Εθνικής Ασφαλιστικής και τον ηγετικό ρόλο σε δανεισμό και προμήθειες. Η Alpha ευνοείται από την εξαγορά της Astro Bank και τη συνεργασία με UniCredit, ενώ η ΕΤΕ παραμένει ισχυρή, αλλά με περιορισμένα περιθώρια έκπληξης βραχυπρόθεσμα, αφού η επενδυτική υπόθεση εξαρτάται από την αξιοποίηση του μεγάλου κεφαλαιακού «μαξιλαριού».

Συγκριτικό πλεονέκτημα για την ελληνική αγορά αποτελεί η προοπτική επανόδου της στην κατηγορία των Developed Markets, που κατά γενική εκτίμηση ενισχύεται από την παρουσία Πιερρακάκη στη θέση του προέδρου του Eurogroup.

Από το περιοδικό ΧΡΗΜΑ