του Μιχάλη Μάρκου, MBA, διευθυντικού στελέχους-συμβούλου επιχειρήσεων & καθηγητή Διοίκησης Επιχειρήσεων/Marketing

 Από τις αρχές της παγκοσμιοποίησης (αρχές του 1990) έως και σήμερα, έχουν παρατηρηθεί αρκετά περιστατικά διαφθοράς, κλοπών, ατασθαλιών, απατών και κακοδιαχείρισης στον επιχειρηματικό κόσμο. Σε συνδυασμό με το ιδιαίτερα ανταγωνιστικό, απρόβλεπτο και μεταβαλλόμενο μακρο-περιβάλλον, αποκτά ακόμα μεγαλύτερη σημασία για τις επιχειρήσεις ο εσωτερικός έλεγχος. 

Ο εσωτερικός έλεγχος είναι μια ανεξάρτητη, αντικειμενική και συμβουλευτική δραστηριότητα, η οποία πρέπει να είναι καλά σχεδιασμένη και οργανωμένη έτσι ώστε να αξιολογεί και να κρίνει την επάρκεια και ικανότητα του συστήματος εσωτερικού ελέγχου μιας επιχείρησης και να βελτιώνει τις λειτουργίες της, με σκοπό την έγκαιρη πρόβλεψη και διαχείριση των επιχειρησιακών κινδύνων, τον περιορισμό ή την εξάλειψή τους. 

Ο εσωτερικός έλεγχος (“internal audit” στα αγγλικά) είναι ο έλεγχος που διενεργείται σε όλες τις επιμέρους λειτουργίες της επιχείρησης, όπως διοικητικές και χρηματοοικονομικές, στα περιουσιακά στοιχεία της, αλλά και ο νομοθετικός έλεγχος για την εφαρμογή της ισχύουσας νομοθεσίας με σκοπό τη σωστή χρήση και αξιοποίηση των πόρων της επιχείρησης. 

Η ελεγκτική είναι ένας ξεχωριστός επαγγελματικός κλάδος των διοικητικών/οικονομικών επιστημών, που πραγματεύεται τους γενικούς κανόνες, όρους και προϋποθέσεις για τη διενέργεια ελέγχου σε κάθε επιχείρηση που στοχεύει στη διαφύλαξη και τη σωστή διαχείριση των οικονομικών πόρων, καθώς και στην ανάπτυξη και αξιοποίηση του ανθρώπινου δυναμικού της. 

Ο ρόλος του εσωτερικού ελέγχου είναι να παρέχει τη διασφάλιση ότι οι διαδικασίες διαχείρισης κινδύνων και διακυβέρνησης μιας επιχείρησης λειτουργούν αποτελεσματικά. Ο εσωτερικός έλεγχος επίσης εξετάζει μια επιχείρηση προκειμένου να εντοπιστούν πιθανές απειλές για τη βιωσιμότητα και την κερδοφορία της, ενώ ταυτόχρονα υποβάλλει προτάσεις για τη μείωση των κινδύνων που συνδέονται με τις απειλές, προκειμένου να ελαχιστοποιηθεί το κόστος τους. 

Γενικά, η αναγκαιότητα του εσωτερικού ελέγχου προκύπτει από τις ανθρώπινες αδυναμίες (κλοπές, απάτες, κακοδιαχείριση), οι οποίες μπορεί να εμφανιστούν σε κάθε επιχείρηση. Δεδομένου του ότι η εκάστοτε διοίκηση των επιχειρήσεων δεν έχει, από μόνη της, την άμεση και αξιόπιστη πληροφόρηση που απαιτείται για τη διαπίστωση λειτουργίας των ασφαλιστικών δικλίδων που έχει θέσει προκειμένου να διαχειρίζεται τους επιχειρηματικούς κινδύνους με άριστο τρόπο, αυτό το κενό έρχεται να καλύψει ο εσωτερικός έλεγχος με τη συμβουλευτική και κατασταλτική λειτουργία του. 

Οι έλεγχοι διακρίνονται σε εξωτερικούς, εσωτερικούς και μικτούς. Οι εξωτερικοί έλεγχοι διενεργούνται από εξωτερικούς ελεγκτές, οι οποίοι δεν έχουν καμία σχέση εξαρτημένης εργασίας με την επιχείρηση την οποία καλούνται να ελέγξουν, μετά από πρόσκληση της ανώτατης διοίκησης αυτής, ενώ οι εσωτερικοί έλεγχοι οργανώνονται από την ίδια την επιχείρηση και διενεργούνται από ειδικά εκπαιδευμένα στελέχη της, τους εσωτερικούς ελεγκτές, οι οποίοι είναι στελέχη της επιχείρησης. Τέλος, οι μικτοί έλεγχοι οργανώνονται και συντονίζονται από το Τμήμα Εσωτερικού Ελέγχου της επιχείρησης και διενεργούνται με τη συνεργασία των εξωτερικών ελεγκτών. 

Επίσης, οι έλεγχοι, διακρίνονται ανάλογα με την έκτασή τους, σε ειδικούς και γενικούς. Ειδικοί έλεγχοι είναι αυτοί που έχουν ως διερεύνηση έναν συγκεκριμένο τομέα ή αντικείμενο (πχ. εισπράξεις, πωλήσεις, επισφάλεια πελατών, διαδικασίες διασφάλισης ποιότητας κ.τ.λ.) και γενικοί έλεγχοι είναι εκείνοι που αφορούν ολόκληρη τη διαχείριση μιας συγκεκριμένης χρονικής περιόδου. 

Επιπλέον, μπορούν να διακριθούν, ανάλογα με τον σκοπό τους, σε προληπτικούς και κατασταλτικούς. Μπορούν, επιπροσθέτως, να διακριθούν σε μόνιμους ή διαρκείς, τακτικούς ή περιοδικούς και έκτακτους ή περιστασιακούς (ανάλογα με τη διάρκειά τους) και, τέλος, ανάλογα με τον χαρακτήρα του ελέγχου και το αντικείμενο της επιχείρησης, μπορούν να διακριθούν σε χρηματοοικονομικούς, διοικητικούς, λειτουργικούς και ελέγχους αποδοτικότητας. 

Οι κύριοι σκοποί του εσωτερικού έλεγχου που πρέπει να εξετάζονται και να αξιολογούνται από μια επιχείρηση είναι: α) η συμμόρφωση τόσο του προσωπικού όσο και της διοίκησης με τους καθορισθέντες κανόνες (είτε αυτοί προέρχονται από το εξωτερικό περιβάλλον, όπως ρυθμιστικές αρχές, νομοθετικό και θεσμικό πλαίσιο, είτε από την ίδια την επιχείρηση, όπως οι στρατηγικές, οι πολιτικές, οι διαδικασίες, ο εσωτερικός κανονισμός λειτουργίας κ.τ.λ., β) η επίτευξη των σκοπών και στόχων της επιχείρησης που έχουν τεθεί πρωταρχικά από την ανώτατη διοίκηση, γ) η προστασία των περιουσιακών στοιχείων της επιχείρησης, είτε αυτά έχουν υλική υπόσταση (πάγια, αποθέματα) είτε όχι (απαιτήσεις, δικαιώματα, συμβάσεις, φήμη κ.τ.λ.), δ) ο έλεγχος-αξιολόγηση των πληροφοριών που διακινούνται στην επιχείρηση (αξιοπιστία των πληροφοριών του εξωτερικού περιβάλλοντος που εισέρχονται στην επιχείρηση, εκείνων που εξέρχονται προς το εξωτερικό περιβάλλον και, τέλος, των πληροφοριών εσωτερικής διακίνησης) και ε) η αποδοτική αξιοποίηση των επιχειρησιακών πόρων (ελέγχοντας αν τα μέσα που χρησιμοποιούνται, όπως πάγια, χρηματικά διαθέσιμα, ανθρώπινο δυναμικό κ.τ.λ. της επιχείρησης αξιοποιούνται με τον καλύτερο τρόπο και δεν υποαπασχολούνται ούτε λειτουργούν με αντιπαραγωγικές μεθόδους). 

Η αύξηση των περιστατικών διαφθοράς, κλοπών, ατασθαλιών, απατών και κακοδιαχείρισης, τα τελευταία χρόνια, δημιουργεί για τον εσωτερικό έλεγχο ένα περιβάλλον γεμάτο προκλήσεις και ευκαιρίες, καθώς οι εσωτερικοί ελεγκτές που αναπτύσσουν προγράμματα καταπολέμησης των κινδύνων αυτών προσφέρουν προστιθέμενη αξία στις επιχειρήσεις. 

Είναι σημαντικό να τονιστεί ότι ο εσωτερικός έλεγχος πρέπει να διενεργείται από επαγγελματίες εσωτερικούς ελεγκτές, οι οποίοι διαθέτουν βαθιά γνώση της επιχειρηματικής κουλτούρας, των συστημάτων και των διαδικασιών ελέγχου. Επίσης, θα πρέπει τα στελέχη αυτά να επιδεικνύουν ακεραιότητα, να είναι αντικειμενικά και απαλλαγμένα από αθέμιτες επιρροές, να επιδεικνύουν δέσμευση στην ποιότητα και τη συνεχή βελτίωση, να επικοινωνούν αποτελεσματικά, να είναι διορατικά και να ενεργούν με προνοητικότητα ως προς την αντιμετώπιση των προβλημάτων. Μόνο τότε το Τμήμα Εσωτερικού Ελέγχου είναι σε θέση να παρέχει διασφαλίσεις ότι οι μηχανισμοί εσωτερικού ελέγχου είναι αποτελεσματικοί για την εξάλειψη των κινδύνων και ότι οι εταιρικές διαδικασίες είναι ικανοποιητικές και οι επιχειρησιακοί στόχοι εκπληρώνονται σωστά και αποτελεσματικά. 

Συνοψίζοντας, δεν τίθεται αμφιβολία για το γεγονός ότι η διαδικασία του εσωτερικού ελέγχου είναι εξαιρετικά βοηθητική σε θέματα διαχείρισης κινδύνων με τα οποία οι σύγχρονες επιχειρήσεις έρχονται αντιμέτωπες. Η υλοποίηση και αξιοποίηση εσωτερικών δικλίδων διασφαλίζει την ορθολογικότερη εφαρμογή του εσωτερικού ελέγχου και, για τον λόγο αυτό, κρίνεται εξαιρετικά σημαντική. 

Ο εσωτερικός έλεγχος παρέχει εξασφάλιση όταν οι δικλίδες ελέγχου έχουν σχεδιασθεί ορθά, ώστε να μπορούν να διευθετούν τους κινδύνους, καθώς και ότι λειτουργούν αποτελεσματικά. Συμπερασματικά, η ύπαρξη ενός Τμήματος Εσωτερικού Ελέγχου αποτελεί αποτρεπτικό παράγοντα για παράνομες συμπεριφορές μέσα στις επιχειρήσεις. Ο εσωτερικός έλεγχος αποτελεί τον καταλύτη για τη σωστή και αποτελεσματική λειτουργία μιας επιχείρησης και τον περιορισμό των αρνητικών επιπτώσεων των αναληφθέντων κινδύνων. Κινείται σε ένα ευρύτερο επίπεδο διοικητικής φιλοσοφίας και πρακτικής εφαρμογής και προσθέτει υπεραξία μέσω της παροχής μιας συστηματικής προσέγγισης για την αποτίμηση και τη βελτίωση της αποτελεσματικότητας της διαχείρισης των κινδύνων, αποσκοπώντας στην εύρυθμη, αποτελεσματική και συνετή λειτουργία της επιχείρησης, αλλά και στην εξασφάλιση της βιωσιμότητάς της μακροπρόθεσμα.

ΑΠΟ ΤΟ ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ ΧΡΗΜΑ

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ