του Μάνου Χατζηδάκη, Επικεφαλής Ανάλυσης, ΒΕΤΑ Χρηματιστηριακή
Παρά τις αυξήσεις επιτοκίων από τις κεντρικές τράπεζες, τον επίμονο πληθωρισμό και τις γεωπολιτικές αναταράξεις στη Μέση Ανατολή, το ελληνικό χρηματιστήριο έχει επιδείξει αξιοσημείωτη ανθεκτικότητα. Η πλειονότητα των εισηγμένων μετοχών κινείται με θετικό πρόσημο από την αρχή του έτους, οι διανομές μερισμάτων που έχουν πραγματοποιηθεί ή προγραμματίζονται παραμένουν ιδιαίτερα ελκυστικές, ενώ η μέση ημερήσια αξία συναλλαγών διαμορφώνεται κοντά στα 344 εκατ. ευρώ, στο υψηλότερο επίπεδο από το 2008.
Το πραγματικό «ταμείο» του πρώτου εξαμήνου, ωστόσο, βρίσκεται στην ένταση της άντλησης κεφαλαίων. Οι αυξήσεις μετοχικού κεφαλαίου που έχουν ολοκληρωθεί ή έχουν ήδη ανακοινωθεί, συμπεριλαμβανομένων των επικείμενων εταιρικών πράξεων της Aktor και της ElvalHalcor τον Ιούλιο, ανέρχονται πλέον στα 6,8 δισ. ευρώ. Αν προστεθούν και οι εταιρικές ομολογιακές εκδόσεις, το συνολικό ύψος των κεφαλαίων που έχουν αντληθεί μέσω της αγοράς φθάνει τα 7,5 δισ. ευρώ, προσφέροντας ισχυρή χρηματοδοτική ώθηση στις εισηγμένες επιχειρήσεις.
Ακόμη κι αν δεν πραγματοποιηθεί καμία άλλη αντίστοιχη συναλλαγή έως το τέλος του έτους, το 2026 αποτελεί ήδη χρονιά-ορόσημο για το Χρηματιστήριο Αθηνών. Η αγορά έχει ανακτήσει πλήρως τον διττό ρόλο της ως μηχανή άντλησης κεφαλαίων και προσέλκυσης επενδυτών από το εξωτερικό. Αυτός ο ρόλος μάλιστα επιτελείται με επιτυχία για όλους: οι αυξήσεις υπερκαλύπτονται, οι επενδυτές έχουν, άμεσα, αποτέλεσμα υπεραξίας στις κινήσεις τους και η κινητικότητα συνεχίζεται μέχρι, ενδεχομένως, να σπάσει η αλυσίδα των θετικών αποδόσεων.
Όπως και να έχει –και ανεξάρτητα από τις βραχυπρόθεσμες διακυμάνσεις–, η «μηχανή έχει πάρει για τα καλά μπροστά» και η δυναμική ενισχύεται από νέες ιδέες που διατηρούν υψηλό το ενδιαφέρον.
Οι αμερικανικές αγορές μετοχών οδεύουν προς ένα κλείσιμο μικτών εβδομαδιαίων αποδόσεων. Ο δείκτης μικρής κεφαλαιοποίησης Russell 2000 και ο Dow Jones καταγράφουν κέρδη, ενώ ο S&P 500 και ο Nasdaq 100 κινούνται πτωτικά, καθώς οι μετοχές των λεγόμενων «Magnificent Seven» συνεχίζουν να δέχονται πιέσεις. Η διαφοροποίηση αυτή αποτελεί ένα από τα βασικά χαρακτηριστικά των αγορών, καθώς πλησιάζει το τέλος του πρώτου εξαμήνου του 2026. Μέχρι στιγμής, ο Russell 2000 υπεραποδίδει έναντι του Nasdaq 100, σημειώνοντας άνοδο περίπου 21% από την αρχή του έτους, έναντι περίπου 17% του τεχνολογικού δείκτη. Η μεταστροφή αυτή αντανακλά την αυξανόμενη ανησυχία των επενδυτών για τις τεράστιες κεφαλαιουχικές δαπάνες που πραγματοποιούν οι μεγάλοι τεχνολογικοί όμιλοι στον τομέα της τεχνητής νοημοσύνης, αλλά και την αβεβαιότητα σχετικά με το πότε οι επενδύσεις αυτές θα μεταφραστούν σε κερδοφορία ικανή να δικαιολογήσει τις σημερινές αποτιμήσεις.
Με την ανακοίνωση των αποτελεσμάτων του δεύτερου τριμήνου να απέχει μόλις τρεις εβδομάδες, οι προσδοκίες παραμένουν ιδιαίτερα υψηλές. Διαγραμματικά, ο Γενικός Δείκτης επισκέφθηκε τα υψηλά των 2.500 μονάδων, όπου συνάντησε αξιοσημείωτη προσφορά, μπαίνοντας αυτή τη φορά σε καθαρά διορθωτική κίνηση. Προσώρας, οι διακυμάνσεις είναι ελεγχόμενες και η κίνηση συντελείται με μικρά ημερήσια σώματα. Παρ’ όλα αυτά, το περιθώριο διόρθωσης αφήνει αρκετό χώρο «χωνέματος» των τιμών, καθώς η βασική στήριξη βρίσκεται στη γνώριμη περιοχή του ανοδικού χάσματος μεταξύ 2.396 και 2.415 μονάδων. Οι ταλαντωτές, πλέον, έχουν αποφορτιστεί από τις υπερτιμημένες ζώνες σε ημερήσια και εβδομαδιαία βάση, ενώ στα ωριαία διαγράμματα ακουμπούν σε υποτιμημένες ζώνες. Η συσσώρευση είναι το βασικό σενάριο για την τρέχουσα εβδομάδα, ενώ σημαντικές πληροφορίες για την εκτόνωση των ρευστοποιήσεων από την κατοχύρωση κερδών θα αντληθούν από τη συρρίκνωση του ημερήσιου τζίρου, γεγονός που ήδη βρίσκεται σε εξέλιξη.










