Του ΧΡΗΣΤΟΥ Ν. ΚΩΝΣΤΑ

Υπάρχουν πολλοί που πιστεύουν ότι αφού η υγειονομική κρίση είναι προσωρινή, το ίδιο προσωρινά θα είναι και τα οικονομικά προβλήματα που προκάλεσε.

Δυστυχώς δεν είναι έτσι τα πράγματα.

Η κρίση της πανδημίας ήρθε να προστεθεί στις αλλεπάλληλες χρηματοπιστωτικές κρίσεις της περασμένης δεκαετίας και στην φούσκα των αξιών που δημιούργησε η πολυετής παραμονή του πλανήτη μας στον αστερισμό των χαμηλών και αρνητικών επιτοκίων.

Όλοι ελπίζουν ότι κάποια στιγμή ο εφιάλτης της πανδημίας θα τελειώσει και θα ξημερώσει μια νέα μέρα για την παγκόσμια οικονομία.

Το ερώτημα ωστόσο είναι

  • ποιος θα χρηματοδοτήσει ποιον και με ποια προοπτική, μόλις έρθει αυτή η επόμενη μέρα.

Ειδικά στην Ελλάδα, η ζημιά που έχει προκληθεί στην πραγματική οικονομία, στον κρατικό προϋπολογισμό αλλά και στους ισολογισμούς των τραπεζών δύσκολα διαχειρίσιμη.

Ήδη τώρα που ξεκίνησε η διαδικασία των stress test του τραπεζικού κλάδου, η βασική εκτίμηση είναι ότι λόγω ενίσχυσης της τηλεργασίας οι αξίες στα εμπορικά ακίνητα θα μειωθούν, στην τριετία, κατά -26,1%.

Αξίζει να υπομνησθεί ότι το 40% των εγγυήσεων στα δάνεια των ελληνικών τραπεζών είναι από επιχειρηματικά ακίνητα.

Προφανώς η κυβέρνηση όφειλε να ξεπεράσει τους αυστηρούς δημοσιονομικούς κανόνες και να προσφέρει στην οικονομία πολύτιμη ρευστότητα και μη συμβατική τόνωση της οικονομίας, μακριά από τους παραδοσιακούς κανόνες της δημοσιονομικής και νομισματικής πολιτικής.

Η παραγωγή συρρικνώθηκε, η φτώχεια διευρύνθηκε, χιλιάδες επιχειρήσεις δεν θα αντέξουν το νέο πλήγμα. Τα κόκκινα δάνεια αυξάνονται και θα αυξηθούν περαιτέρω.

Τα χρηματιστήρια ίπτανται σε νέα υψηλά, τα επιτόκια βυθίζονται σε νέα χαμηλά, οι κεντρικές τράπεζες μηχανεύονται νέους τρόπους για να ενισχύσουν τη ρευστότητα.

  • Η αλήθεια όμως είναι ότι οι δείκτες ευημερούν αλλά οι πολίτες και οι επιχειρήσεις υποφέρουν από την υπερ-χρέωση και την αδυναμία διαχείρισης της καθημερινότητας.

Αν διαβάσει κανείς προσεκτικά τους όρους και τις προϋποθέσεις χορήγησης των ομολογιακών δανείων που συνάπτουν μαζικά οι επιχειρήσεις θα διαπιστώσει με ευκολία ότι οι όροι των Ελληνικών Μνημονίων ωχριούν μπροστά στην αυστηρότητα των απαιτήσεων του κάθε χρηματοδότη παρά τα σχετικώς χαμηλά επιτόκια.

Ήρθε η ώρα για μια γενναία διαγραφή των επισφαλών απαιτήσεων. Τόσο σε επίπεδο κρατικών χρεών όσο και σε επίπεδο επιχειρήσεων και νοικοκυριών.

Μέχρι να συμβεί αυτό ωστόσο η Ελλάδα οφείλει να παραμείνει στην τροχιά της σοβαρότητας όσον αφορά τη διαχείριση των δημόσιων οικονομικών. Δεν πρέπει να παρασυρθεί σε αλόγιστες πολιτικές παροχών και υπερ-δανεισμού με πρόσχημα ότι τα επιτόκια είναι χαμηλά.

Η διαγραφή χρεών είναι μια απόφαση που θα ληφθεί σε ευρύτερο υπερ-εθνικό επίπεδο και προφανώς δεν θα είναι πρωτοβουλία μιας κυβέρνησης ή μιας κεντρικής τράπεζας.

Το μεγάλο ερώτημα είναι «ποιος θα πληρώσει τον μουτζούρη».

Γι’ αυτό η Ελλάδα πρέπει να μείνει γερά δεμένη στο Ευρωπαϊκό άρμα με ενέχυρο τη σοβαρότητα της διαχείρισης και την υλοποίηση σοβαρών μεταρρυθμίσεων….

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here