Νέο πεδίο ανάπτυξης για τις ελληνικές τράπεζες αναμένεται να αποτελέσουν οι συνθετικές τιτλοποιήσεις, καθώς η ισχυρή πιστωτική επέκταση και οι υψηλότερες διανομές προς τους μετόχους αυξάνουν την ανάγκη για αποτελεσματικότερη διαχείριση των κεφαλαίων.
Mε τις τράπεζες να επιδιώκουν ταυτόχρονα περισσότερα νέα δάνεια και γενναιόδωρες μερισματικές πολιτικές, η απελευθέρωση εποπτικών κεφαλαίων αποκτά ιδιαίτερη σημασία.
Σε αυτό ακριβώς το σημείο μπαίνουν στο παιχνίδι οι συνθετικές τιτλοποιήσεις, μέσω των οποίων μεταφέρεται μέρος του πιστωτικού κινδύνου σε επενδυτές χωρίς τα ίδια τα δάνεια να απομακρύνονται από τον τραπεζικό ισολογισμό.
Η ελληνική αγορά έχει ήδη ξεπεράσει τα 13 δισ. ευρώ σε υποκείμενα χαρτοφυλάκια συνθετικών τιτλοποιήσεων, με την Πειραιώς να έχει μέχρι σήμερα τη μερίδα του λέοντος, την Alpha Bank να ακολουθεί και τη Eurobank να έχει επίσης παρουσία. Η Εθνική Τράπεζα δεν έχει μέχρι στιγμής εισέλθει στη συγκεκριμένη αγορά.
Η νέα τάση διαφοροποιείται σημαντικά από το μεγάλο κύμα τιτλοποιήσεων της προηγούμενης περιόδου. Στην Ελλάδα, οι τιτλοποιήσεις συνδέθηκαν κυρίως με την εκκαθάριση των κόκκινων δανείων και τον «Ηρακλή». Οι τράπεζες μεταβίβασαν τεράστια χαρτοφυλάκια NPEs σε οχήματα ειδικού σκοπού, επιτυγχάνοντας δραστική εξυγίανση των ισολογισμών τους.
Ενδεικτικά, στο τέλος του 2024 τα NPLs των ελληνικών τραπεζών είχαν περιοριστεί στα 6 δισ. ευρώ, από 10 δισ. ευρώ έναν χρόνο νωρίτερα, με τον σχετικό δείκτη να υποχωρεί στο 3,8% από 6,7%.
Τώρα όμως το ζητούμενο αλλάζει. Δεν είναι πλέον η απαλλαγή από το «βαρίδι» των κόκκινων δανείων, αλλά η δημιουργία κεφαλαιακού χώρου για την επόμενη ημέρα.
Όσο οι ελληνικές τράπεζες ανεβάζουν τους στόχους πιστωτικής επέκτασης και παράλληλα επιδιώκουν να διατηρήσουν ελκυστικές αποδόσεις και υψηλές διανομές στους μετόχους, τόσο μεγαλύτερη γίνεται η αξία εργαλείων που περιορίζουν την κατανάλωση εποπτικών κεφαλαίων.
Υπό αυτή την έννοια, οι συνθετικές τιτλοποιήσεις μπορούν να εξελιχθούν από μια σχετικά περιορισμένη αγορά σε βασικό εργαλείο της νέας τραπεζικής στρατηγικής: περισσότερα δάνεια, αποτελεσματικότερη χρήση κεφαλαίων και μεγαλύτερες διανομές προς τους μετόχους.










