Μικτά μηνύματα εκπέμπουν οι πρώτοι δείκτες για την πορεία της ελληνικής οικονομίας κατά το δεύτερο τρίμηνο του 2026, σύμφωνα με την τελευταία ανάλυση της Eurobank.

Από τη μία πλευρά, τα λεγόμενα «μαλακά» δεδομένα (δείκτες κλίματος και προσδοκιών) πιστοποιούν ότι η εγχώρια αγορά διατηρεί τις άμυνές της απέναντι στο γεωπολιτικό και ενεργειακό σοκ που πυροδότησε ο πόλεμος στη Μέση Ανατολή. Από την άλλη, ωστόσο, τα «σκληρά» στοιχεία της πραγματικής οικονομίας δείχνουν προς μια κατεύθυνση ήπιας προσγείωσης. Συγκεκριμένα, ο ετήσιος ρυθμός ανάπτυξης αναμένεται να κινηθεί χαμηλότερα από το 2,0% που είχε καταγραφεί το πρώτο τρίμηνο του έτους.

Η ελληνική οικονομία παρουσιάζει ανθεκτικότητα, αλλά και σημάδια επιβράδυνσης το β΄ τρίμηνο του 2026, με τον ρυθμό ανάπτυξης να αναμένεται χαμηλότερος από το 2,0% του πρώτου τριμήνου, σύμφωνα με ανάλυση της Eurobank.

Ενώ οι δείκτες κλίματος δείχνουν άμυνες, τα «σκληρά» στοιχεία υποδεικνύουν ήπια προσγείωση, με τον πληθωρισμό να παρουσιάζει αποκλιμάκωση τον Ιούνιο, αλλά να παραμένει δομικό πρόβλημα, όπως επισημαίνει και η Τράπεζα της Ελλάδος, προβλέποντας ανάπτυξη 1,9% για το 2026-2027. Περισσότερες πληροφορίες για τις προβλέψεις της Τράπεζας της Ελλάδος μπορείτε να βρείτε στην επίσημη Έκθεση Νομισματικής Πολιτικής 2025–2026.

Η βελτίωση των διεθνών οικονομικών συνθηκών αντανακλάται και στις πρόσφατες δηλώσεις της Προέδρου Κριστίν Λαγκάρντ, στα πλαίσια του ετήσιου συνεδρίου της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (ΕΚΤ) στη Σίντρα της Πορτογαλίας. Όπως επισήμανε, οι ανοδικοί κίνδυνοι για τον πληθωρισμό και οι καθοδικοί κίνδυνοι για την ανάπτυξη είναι πλέον περισσότερο ισορροπημένοι σε σύγκριση με μερικές εβδομάδες νωρίτερα.

Τα αποτελέσματα των δεικτών υψηλής συχνότητας της ελληνικής οικονομίας που έχουν δημοσιευθεί έως σήμερα για την περίοδο Απριλίου-Ιουνίου του 2026 συνοψίζονται ως εξής:

  • Δείκτης οικονομικού κλίματος (ΙΟΒΕ): Διαμορφώθηκε κατά μέσο όρο στις 107,4 μονάδες το β΄ τρίμηνο του 2026 (94,0 μονάδες στην Ευρωζώνη), έναντι 106,7 μονάδων το α΄ τρίμηνο (βλ. Διάγραμμα 1.1). Παρά την ενεργειακή διαταραχή που προκάλεσε ο πόλεμος στον Περσικό Κόλπο, οι δείκτες εμπιστοσύνης στη βιομηχανία, στο λιανικό εμπόριο και στις κατασκευές βελτιώθηκαν, ενώ ο αντίστοιχος δείκτης στις υπηρεσίες διατηρήθηκε σε σχετικά υψηλά επίπεδα. Αντίθετα, ο δείκτης καταναλωτικής εμπιστοσύνης υποχώρησε για πέμπτο συνεχόμενο τρίμηνο, στις -53,2 μονάδες, καταγράφοντας το χαμηλότερο επίπεδο των τελευταίων 15 τριμήνων. Ο επίμονος πληθωρισμός προ του πολέμου στον Περσικό Κόλπο και η επιτάχυνσή του στη συνέχεια, εξηγούν, σε έναν βαθμό, τη συνεχιζόμενη επιδείνωση της καταναλωτικής εμπιστοσύνης.
  • Δείκτης PMI μεταποίησης (S&P Global): Διαμορφώθηκε κατά μέσο όρο στις 53,2 μονάδες το β΄ τρίμηνο του 2026 (51,7 μονάδες στην Ευρωζώνη), έναντι 54,4 μονάδων το α΄ τρίμηνο, παραμένοντας πάνω από το όριο των 50 μονάδων και υποδηλώνοντας συνεχιζόμενη βελτίωση των λειτουργικών συνθηκών στη μεταποίηση για 14ο συνεχόμενο τρίμηνο.
  • Απασχόληση (ΕΛΣΤΑΤ): Σύμφωνα με τη μηνιαία Έρευνα Εργατικού Δυναμικού της ΕΛΣΤΑΤ, ο ετήσιος ρυθμός αύξησης της απασχόλησης επιβραδύνθηκε στο 0,4% το δίμηνο Απριλίου-Μαΐου του 2026, από 1,2% το α΄ τρίμηνο . Η εξέλιξη αυτή αποτελεί ένδειξη επιβράδυνσης της οικονομικής δραστηριότητας κατά το β΄ τρίμηνο.
  • Η απασχόληση αποτελεί εδώ και πολλά χρόνια τον βασικό παράγοντα αύξησης του πραγματικού Ακαθάριστου Εγχώριου Προϊόντος (ΑΕΠ) της Ελλάδας, ενώ η συμβολή της παραγωγικότητας της εργασίας παραμένει περιορισμένη. Ωστόσο, η διατήρηση αυτού του αναπτυξιακού προτύπου μακροπρόθεσμα αντιμετωπίζει σημαντικούς περιορισμούς, λόγω της δημογραφικής συρρίκνωσης και της συνεπαγόμενης μείωσης του εργατικού δυναμικού.
  • Λιανικό εμπόριο (ΕΛΣΤΑΤ): Ο δείκτης όγκου λιανικού εμπορίου, μια στατιστική που δείχνει τον όγκο των πωλήσεων, μειώθηκε τον Απρίλιο του 2026 κατά 1,4% σε μηνιαία βάση και κατά 0,1% σε ετήσια βάση. Οι κατηγορίες προϊόντων που κατέγραψαν μείωση στις πωλήσεις τους σε σύγκριση με τον Μάρτιο ήταν οι εξής: καύσιμα και λιπαντικά αυτοκινήτων (-5,5%), βιβλία-χαρτικά-λοιπά είδη (-4,5%), τρόφιμα-ποτά-καπνός (-2,1%) και ένδυση-υπόδηση (-2,1%). Η άνοδος του πληθωρισμού κατά το β΄ τρίμηνο δημιουργεί καθοδικούς κινδύνους για τον ρυθμό αύξησης της ιδιωτικής κατανάλωσης.
  • Βιομηχανική παραγωγή (ΕΛΣΤΑΤ): Ο δείκτης βιομηχανικής παραγωγής υποχώρησε κατά 3,5% σε μηνιαία βάση τον Απρίλιο του 2026, έναντι αύξησης 1,4% τον Μάρτιο, ενώ σε ετήσια βάση συνέχισε να καταγράφει άνοδο, αν και με επιβραδυνόμενο ρυθμό (2,7%). Από τους τέσσερις επιμέρους τομείς της βιομηχανίας, η μεγαλύτερη μηνιαία μείωση της παραγωγής σημειώθηκε στην παροχή ηλεκτρικού ρεύματος (-18,4%), ακολουθούμενη από την παροχή νερού (-2,0%), τη μεταποίηση (-1,8%) και τα ορυχεία-λατομεία (-0,5%).
  • Εξωτερικός τομέας: Οι εξαγωγές αγαθών και οι τουριστικές εισπράξεις διατήρησαν την ανοδική τους πορεία τον Απρίλιο του 2026. Η μεν πρώτη συνιστώσα αυξήθηκε σε ετήσια βάση κατά 13,6% σε σταθερές τιμές (5,5% πλην καυσίμων), η δε δεύτερη ενισχύθηκε σε τρέχουσες τιμές κατά 9,6%.
  • Χρηματοδότηση του ιδιωτικού τομέα: Ο ετήσιος ρυθμός αύξησης της χρηματοδότησης του ιδιωτικού τομέα από τα εγχώρια Νομισματικά Χρηματοπιστωτικά Ιδρύματα (ΝΧΙ) παρέμεινε σε υψηλά επίπεδα, διαμορφούμενος στο 7,1% κατά το δίμηνο Απριλίου–Μαΐου 2026, έναντι 7,6% το πρώτο τρίμηνο του έτους. Η συνεχιζόμενη πιστωτική επέκταση, σε συνδυασμό με τους πόρους του Ταμείου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας (ΤΑΑ) και την εδραίωση κλίματος δημοσιονομικής πειθαρχίας και χρηματοπιστωτικής σταθερότητας που χαρακτηρίζει την ελληνική οικονομία, συμβάλλουν θετικά στην ενίσχυση των επενδύσεων.

Συνολικά, οι μέχρι σήμερα διαθέσιμοι δείκτες υψηλής συχνότητας υποδηλώνουν ότι η ελληνική οικονομία διατήρησε την ανθεκτικότητά της κατά το β΄ τρίμηνο του 2026, παρά την έντονη γεωπολιτική και ενεργειακή αβεβαιότητα. Ωστόσο, η επιβράδυνση που καταγράφεται σε ορισμένους «σκληρούς» δείκτες, σε συνδυασμό με τη διατήρηση του πληθωρισμού σε σχετικά υψηλά επίπεδα, αυξάνουν την πιθανότητα μιας ηπιότερης οικονομικής μεγέθυνσης σε σχέση με το προηγούμενο τρίμηνο.

Παράλληλα, η αποκλιμάκωση των γεωπολιτικών εντάσεων και των διεθνών τιμών της ενέργειας μετά τα μέσα Ιουνίου διαμορφώνει προϋποθέσεις για σταδιακή βελτίωση του μακροοικονομικού περιβάλλοντος κατά το δεύτερο εξάμηνο του έτους.