Με έξι επιχειρήματα απαντούν κύκλοι του Υπουργείου Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών στην αντίδραση των δικηγορικών συλλόγων και κομμάτων της αντιπολίτευσης για το άρθρο 23 του νομοσχεδίου για τους servicers το οποίο από χθες Πέμπτη συζητείται στην Επιτροπή Οικονομικών Υποθέσεων της Βουλής.

  • Η επίμαχη διάταξη, που προσθέτει άρθρο 63Ε στον ν. 5072/2023, ορίζει ότι η σύμβαση ρύθμισης οφειλής αποτελεί εκτελεστό τίτλο.

Η κεντρική θέση του υπουργείου είναι ότι η κριτική «συγχέει δύο διαφορετικά ζητήματα», την απόκτηση εκτελεστού τίτλου και τη δυνατότητα δικαστικού ελέγχου της εκτέλεσης.

  • «Κανένας servicer δεν αποκτά το δικαίωμα να δημιουργεί μονομερώς εκτελεστούς τίτλους».

Η διάταξη, σύμφωνα με το υπουργείο, αφορά αποκλειστικά τη σύμβαση ρύθμισης, δηλαδή συμφωνία στην οποία ο οφειλέτης έχει ήδη συναινέσει.

  • Δεν μετατρέπει την αρχική δανειακή σύμβαση σε εκτελεστό τίτλο ούτε δίνει στους διαχειριστές γενική εξουσία αναγκαστικής εκτέλεσης.

Στόχος της, όπως υποστηρίζεται, είναι

  • «η αποφυγή μιας πρόσθετης διαδικασίας απόκτησης εκτελεστού τίτλου, όταν τα μέρη έχουν ήδη συμφωνήσει».

Το επιχείρημα της ανακοπής

Στον ισχυρισμό των δικηγόρων ότι, χωρίς διαταγή πληρωμής, ο οφειλέτης χάνει το δικαίωμα ανακοπής, το υπουργείο αντιτάσσει το άρθρο 933 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας.

  • Ο οφειλέτης μπορεί να ασκήσει ανακοπή κατά της εκτέλεσης και να προβάλει αντιρρήσεις «τόσο ως προς την εγκυρότητα του εκτελεστού τίτλου όσο και ως προς τη διαδικασία εκτέλεσης και την ίδια την απαίτηση».
  • «Η δικαστική προστασία δεν ταυτίζεται αποκλειστικά με την προηγούμενη έκδοση διαταγής πληρωμής»,

ενώ ο πιστωτής

  • «δεν απαλλάσσεται από την υποχρέωση να τεκμηριώνει την απαίτησή του».

Το υπουργείο επικαλείται επιπλέον τα νέα δικαιώματα του οφειλέτη που εισάγει το ίδιο νομοσχέδιο:

  • δωρεάν πρόσβαση στα έγγραφα της οφειλής, στο ιστορικό καταβολών και στις επιμέρους χρεώσεις –με αναστολή τοκοφορίας αν τα στοιχεία δεν δοθούν εντός 45 ημερών–,
  • προθεσμία τριών μηνών για απάντηση του πιστωτή σε αίτημα διμερούς ρύθμισης
  •  ανώτατη προκαταβολή 15% της οφειλής (από έως 50%).

Μέσω μεταβατικής διάταξης, νέα ευκαιρία ρύθμισης δίνεται και σε όσους έχουν εξαντλήσει προηγούμενες προσπάθειες.

Για την κύρια κατοικία προβλέπεται ρύθμιση που συνδέει το καταβλητέο ποσό με την αξία της, η διαδρομή του Φορέα Απόκτησης και Επαναμίσθωσης Ακινήτων για ευάλωτους και, έως την πλήρη λειτουργία του, το ενδιάμεσο πρόγραμμα με αναστολή εκτέλεσης και κρατική επιδότηση.

Τέλος, το υπουργείο αντιστρέφει το επιχείρημα της καθυστέρησης: «οι παρατεταμένες διαδικασίες μπορούν να επιβαρύνουν την οφειλή με πρόσθετους τόκους και έξοδα» εις βάρος του ίδιου του δανειολήπτη.

Τι καταλογίζουν οι δικηγόροι

Η Συντονιστική Επιτροπή της Ολομέλειας των Προέδρων των Δικηγορικών Συλλόγων χαρακτήρισε χθες τη διάταξη «προκλητικά ευνοϊκή» για τράπεζες και servicers και ζήτησε την «άμεση απόσυρσή» της, κάνοντας λόγο για

  • «εξαιρετική ρύθμιση, με την οποία παρέχεται εκτελεστός τίτλος με ιδιωτικό έγγραφο».

Σύμφωνα με  τους δικηγόρους, ο πιστωτής παρακάμπτει τη διαταγή πληρωμής και το δικαστικό ένσημο, ενώ δεν διασφαλίζεται ότι η απαίτηση είναι «βεβαία και εκκαθαρισμένη», αφού το υπόλοιπο μετά τις καταβολές προσδιορίζεται από τον ίδιο τον servicer.

  • «Ιδιωτικό έγγραφο μετατρέπεται σε εκτελεστό τίτλο χωρίς βεβαία και εκκαθαρισμένη απαίτηση»,

δήλωσε ο πρόεδρος του ΔΣΑ Ανδρέας Κουτσολάμπρος.

Στην ίδια γραμμή ο ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ (Ν. Παππάς) ζήτησε απόσυρση του άρθρου 23 και εξεταστική για τα κόκκινα δάνεια, ενώ η ΕΛΑΣ μίλησε για «πρωτόγνωρη θεσμική εκτροπή» και ζήτησε υποχρεωτική ανεξάρτητη νομική συμβουλή πριν από την υπογραφή ρύθμισης.

Το ερώτημα που μένει ανοιχτό στην Επιτροπή είναι αν η ανακοπή του άρθρου 933 –η οποία, σε αντίθεση με την ανακοπή κατά διαταγής πληρωμής, δεν αναστέλλει αυτοδικαίως την εκτέλεση– προσφέρει ισοδύναμη προστασία σε οφειλέτη που αμφισβητεί το ύψος του υπολοίπου.

Το υπουργείο δεν αφήνει περιθώριο απόσυρσης:

  • «Η δημόσια συζήτηση οφείλει να γίνεται με βάση όσα πράγματι προβλέπει το νομοσχέδιο και όχι με την καλλιέργεια φόβου στους δανειολήπτες».