Προδιαγεγραμμένη ήταν η αύξηση επιτοκίων από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, που επί της ουσίας «σύρθηκε» από τις εξελίξεις σε μια θεαματική αναδίπλωση πρότερων προβλέψεων μελών της, τα οποία τον Δεκέμβριο του 2025 αναφέρονταν, τόσο… εύστοχα, ακόμη και σε μειώσεις το 2026.
Η επικεφαλής της επικαλέστηκε το ενεργειακό «σοκ» για να δικαιολογήσει τις συν 25 μονάδες βάσης στο βασικό επιτόκιο (πλέον στο 2,25%), ως η νέα κρίση λόγω «Περσικού» να ήταν η πρώτη και όχι ακόμη μία στην αλληλουχία που έχει ξεκινήσει από την εισβολή της Ρωσίας, τον Φεβρουάριο του 2022. Για να μην ανατρέξω, όπως κάνουν αρκετοί οικονομολόγοι, στην κρίση λόγω Covid-19.
Η ΕΚΤ, στη συνεδρίαση της προηγούμενης εβδομάδας, απλά επιβεβαίωσε αυτό που είναι κοινός τόπος στην Ευρώπη, ότι δηλαδή δεν διαθέτει ουσιαστικά περιθώρια διαχείρισης και αποτελεσματικά εργαλεία αντιμετώπισης έκτακτων καταστάσεων –που τείνουν να αποκτήσουν κανονικότητα…
Εντελώς διαπιστωτική η έκθεση αναφορικά με το ενεργειακό κόστος, επισημαίνοντας πως δεν είναι ένα παροδικό φαινόμενο, αλλά δομική απειλή για την οικονομία της Ευρώπης. Σωπάτε καλέ! Έπρεπε να φτάσουμε σχεδόν στα μέσα Ιουνίου του 2026 για να ειπωθεί κάτι παγκοίνως γνωστό από τις αρχές του 2022 και μετά;
Αίφνης, η ΕΚΤ διαπιστώνει ότι η ενεργειακή κρίση ενδέχεται να έχει μεγαλύτερη διάρκεια και ένταση από ό,τι είχαν τολμήσει να προβλέψουν οι αναλυτές μέχρι σήμερα. Εάν όντως ισχύει κάτι τέτοιο, τότε στη Φραγκφούρτη είτε έχουν ξεχάσει τις σπουδές τους είτε είναι εντελώς αποκομμένοι από την πραγματικότητα, κάτι που συμβαίνει χρόνια τώρα στις Βρυξέλλες, στην Κομισιόν.
Αντιφατική είναι η στάση της Λαγκάρντ, καθώς από τη μία… διαπιστώνει πως το ενεργειακό «σοκ» απειλεί την οικονομία της Ευρώπης και την επιχειρηματικότητα και από την άλλη αυξάνει το κόστος χρήματος. Ιδανική αυτόχειρας θα έλεγε κάποιος ουδέτερος. Ωστόσο, το πρόβλημα (και) με την ΕΚΤ (μετά την Κομισιόν) είναι ότι πλέον καταδεικνύεται και στον τελευταίο καλόπιστο η αδυναμία διαχείρισης ενός προβλήματος που πιθανόν να καταστεί οξύτερο στη συνέχεια του 2026. Για να αναγκαστούν στη Φραγκφούρτη να προχωρήσουν και σε νέα αύξηση των επιτοκίων, κατά 25 μονάδες βάσης, στο 2,5%, καταφέρνοντας το τελικό χτύπημα στην ήδη ασθμαίνουσα ευρωπαϊκή οικονομία/επιχειρηματικότητα.
Ήδη ο Γιοακίμ Νάγκελ το υποδήλωσε τελευταία: ο κεντρικός τραπεζίτης της Γερμανίας δεν απέκλεισε νέα αύξηση ακόμη και στη συνεδρίαση του Ιουλίου. Σε έναν και κάτι μήνα από σήμερα (στις 22-23 Ιουλίου).
AΠΟ ΧΡΗΜΑ WEEK









