του Πάνου Βασιλειάδη, CEO, IDEAL Holdings & ADACOM
Η Τεχνητή Νοημοσύνη έχει πάψει να είναι υπόθεση του αύριο. Είναι ήδη ενσωματωμένη στον πυρήνα της επιχειρησιακής λειτουργίας, επηρεάζοντας τον τρόπο με τον οποίο οι οργανισμοί λαμβάνουν αποφάσεις, εξυπηρετούν πελάτες και σχεδιάζουν νέα προϊόντα. Για τους οργανισμούς που θα αξιοποιήσουν έγκαιρα και σωστά αυτήν τη δυναμική, τα οφέλη είναι σημαντικά: ταχύτερες διαδικασίες, καλύτερη αξιοποίηση δεδομένων και υψηλότερη παραγωγικότητα.
Στο ίδιο περιβάλλον, όμως, μετασχηματίζεται και η κυβερνοασφάλεια. Η ΤΝ μπορεί να λειτουργήσει ως πολλαπλασιαστής ισχύος για την άμυνα, αρκεί να ενταχθεί σε μια ξεκάθαρη στρατηγική και να μην αντιμετωπιστεί ως ακόμη ένα εργαλείο τεχνολογίας.
Η άλλη όψη του νομίσματος
Η δυσάρεστη αλήθεια είναι ότι η ΤΝ δεν ενδυναμώνει μόνο τους αμυνόμενους. Ενδυναμώνει και τους επιτιθέμενους, και μάλιστα δυσανάλογα. Η ΤΝ μειώνει σημαντικά το κατώφλι εισόδου για την εκτέλεση σύνθετων κυβερνοεπιθέσεων. Οι κυβερνοεγκληματίες μπορούν πλέον να αυτοματοποιούν τη σάρωση ευπαθειών, να συντάσσουν εξαιρετικά πειστικά phishing μηνύματα και να κλιμακώνουν επιθέσεις με ταχύτητα και χαμηλό κόστος. Δεν χρειάζεται πλέον βαθιά τεχνική γνώση για να σχεδιαστεί μια σύνθετη επίθεση.
Τα πρόσφατα περιστατικά στο βρετανικό λιανεμπόριο, με θύματα ιστορικές αλυσίδες, δείχνουν πόσο γρήγορα μπορούν οι επιτιθέμενοι να κινηθούν μόλις αποκτήσουν πρόσβαση. Η ίδια λογική ισχύει και για τον τραπεζικό κλάδο, όπου η κινητικότητα των δεδομένων και η αξία των συναλλαγών καθιστούν κάθε παραβίαση άμεσο επιχειρησιακό κίνδυνο. Άπαξ και οι επιτιθέμενοι εισχωρήσουν σε έναν οργανισμό, η ΤΝ τους επιτρέπει να αποκαλύπτουν ευπάθειες που η ίδια η εταιρεία αγνοούσε ότι διέθετε.
Τι πρέπει να κάνουν οι επιχειρήσεις
Απέναντι σε αυτήν τη νέα πραγματικότητα, η παραδοσιακή αντιδραστική προσέγγιση στην κυβερνοασφάλεια δεν επαρκεί. Οι οργανισμοί χρειάζεται να περάσουν σε ένα pro-active μοντέλο, όπου η πρόληψη, η συνεχής παρακολούθηση και η ταχεία απόκριση αποτελούν βασικά στοιχεία της στρατηγικής τους. Η συνεργασία με εξειδικευμένους παρόχους δεν είναι πλέον απλώς μια επιχειρησιακή επιλογή, αλλά προϋπόθεση για ουσιαστική ανθεκτικότητα.
Το πρώτο βήμα είναι η πλήρης κατανόηση του ψηφιακού αποτυπώματος του οργανισμού. Ποιες είναι οι κρίσιμες υποδομές, πού βρίσκονται τα δεδομένα, ποιοι έχουν πρόσβαση σε αυτά. Χωρίς μια σωστή καταγραφή των ψηφιακών assets, ακόμα και οι πιο εξελιγμένες λύσεις ΤΝ δεν μπορούν να αποδώσουν το μέγιστο. Η τεχνολογία δεν υποκαθιστά τη στρατηγική, αλλά την ενισχύει όταν αυτή είναι ξεκάθαρη.
Εξίσου κρίσιμη είναι η επένδυση στη γνώση και την εκπαίδευση. Δεν πρόκειται τόσο για θέμα κουλτούρας όσο για θέμα γνώσης. Οι περισσότεροι εργαζόμενοι θέλουν να αξιοποιήσουν την ΤΝ, αλλά λίγοι έχουν τον χρόνο ή τους πόρους για να μάθουν πραγματικά πώς. Η πραγματική διαφοροποίηση προκύπτει όταν οι οργανισμοί περνούν από την παθητική στην ενεργητική χρήση της τεχνολογίας, όταν δηλαδή κατανοούν τις δυνατότητές της και την ενσωματώνουν μεθοδικά στις καθημερινές τους διαδικασίες.
Τέλος, η ενεργητική αξιοποίηση της ΤΝ δεν σημαίνει τυφλή εμπιστοσύνη. Η ανθρώπινη επίβλεψη, η συνεχής ανατροφοδότηση και η δυνατότητα παρέμβασης σε κρίσιμες αποφάσεις παραμένουν απαραίτητες. Αυτό δεν είναι απλώς καλή πρακτική. Είναι απαίτηση που αποτυπώνεται ρητά στον Κανονισμό της Ευρωπαϊκής Ένωσης για την ΤΝ, ιδίως για συστήματα υψηλού κινδύνου, και θα καθορίσει τον τρόπο με τον οποίο οι ευρωπαϊκοί οργανισμοί θα αναπτύσσουν τεχνολογίες ΤΝ τα επόμενα χρόνια.
Η προσέγγιση των σύγχρονων Security Operation Centers (SOC)
Σε αυτό το πλαίσιο, η αξιοποίηση ΑΙ-driven υπηρεσιών στις λειτουργίες ασφάλειας αποκτά στρατηγική σημασία. Η εμπειρία δείχνει ότι τα σύγχρονα SOC όταν ενσωματώνουν μηχανισμούς αυτοματοποίησης, όπως AI agents, μπορούν να επιταχύνουν κρίσιμες λειτουργίες, όπως η ανίχνευση, η διερεύνηση και η απόκριση σε περιστατικά.
H προσέγγιση της ADACOM βασίζεται σε αυτήν ακριβώς τη λογική: στην ενσωμάτωση δυνατοτήτων ΤΝ στις υπηρεσίες SOC, ώστε να μειώνεται ο χρόνος διαχείρισης απειλών, να περιορίζεται ο χειροκίνητος φόρτος των αναλυτών και να ενισχύεται η συνολική ανθεκτικότητα των οργανισμών απέναντι στις σύγχρονες κυβερνοαπειλές.
Η Τεχνητή Νοημοσύνη δεν είναι απλώς μια τεχνολογική εξέλιξη. Είναι ένας στρατηγικός καταλύτης που επαναπροσδιορίζει τα όρια της κυβερνοασφάλειας. Για τις επιχειρήσεις που θα επενδύσουν έγκαιρα σε ένα ολοκληρωμένο, AI-enabled μοντέλο άμυνας, το όφελος δεν θα είναι μόνο η καλύτερη προστασία, αλλά και η ενίσχυση της ανταγωνιστικότητάς τους σε ένα δυναμικά αυξανόμενο ψηφιακό περιβάλλον.
Aπό το περιοδικό ΧΡΗΜΑ










