του Απόστολου Πεταλά, Γενικού Διευθυντή της Ένωσης Σούπερ Μάρκετ Ελλάδας (ΕΣΕ)

Υπάρχει μια παρεξήγηση που επιστρέφει πολύ συχνά στη δημόσια συζήτηση: ότι οι τιμές στο σουπερμάρκετ είναι αποτέλεσμα επιλογών αποκλειστικά του λιανεμπορίου.

Η πραγματικότητα είναι διαφορετική, και αξίζει να την πούμε με σαφήνεια. Οι τιμές στο ράφι είναι η τελική αποτύπωση πολλών παραγόντων: από τα χωράφια που επηρεάζει η κλιματική κρίση, τις διεθνείς αγορές των πρώτων υλών, οι οποίες παρουσιάζουν έντονη μεταβλητότητα λόγω και των γεωπολιτικών αναταράξεων, από μεταφορικά κόστη που επιβαρύνονται σημαντικά από την άνοδο των τιμών του πετρελαίου. Σε αυτά έρχονται να προστεθούν οι επιβαρύνσεις των έμμεσων φόρων, οι δείκτες παραγωγικότητας και ανταγωνιστικότητας της αγοράς μας, καθώς και οι μεταβολές στην καταναλωτική συμπεριφορά, που συνθέτουν το τελικό πλαίσιο μέσα στο οποίο διαμορφώνεται το κόστος των προϊόντων.

Ο κλάδος μας βρίσκεται στο τέλος αυτής της αλυσίδας και λειτουργεί τις περισσότερες φορές ως ανάχωμα, όχι ως ενισχυτής των πιέσεων. Τα στοιχεία το επιβεβαιώνουν. Ο πληθωρισμός τροφίμων στα σουπερμάρκετ, βάσει των επιστημονικών μετρήσεων του Ινστιτούτου Έρευνας Λιανεμπορίου Καταναλωτικών Αγαθών (ΙΕΛΚΑ), τον Μάιο του 2026, διαμορφώθηκε στο 1,14%, ιστορικά χαμηλότερος και σε σχέση με το προηγούμενο διάστημα και χαμηλότερος σε σχέση με τον ευρωπαϊκό δείκτη (2%).

Παράλληλα, το αποτέλεσμα προ φόρων των αλυσίδων ανέρχεται σε μόλις 1,4 ευρώ για κάθε 100 ευρώ αγορών, ένα από τα χαμηλότερα ποσοστά στην Ευρώπη. Την ίδια στιγμή, το λειτουργικό κόστος έχει αυξηθεί κατά 27% την περίοδο 2021-2025, με τις μισθολογικές δαπάνες να ξεπερνούν τα 2 δισ. ευρώ ετησίως. Ο κλάδος απασχολεί δεκάδες χιλιάδες εργαζομένους και συνεργάζεται με προμηθευτές εκ των οποίων το 90% είναι ελληνικές επιχειρήσεις. Το κοινωνικό και οικονομικό αποτύπωμά του είναι βαθύ και μετρήσιμο.

Υπό αυτές τις συνθήκες, η ΕΣΕ υποστηρίζει κάθε ουσιαστική πρωτοβουλία για τη στήριξη του νοικοκυριού. Η συζήτηση μεταξύ Πολιτείας, εφοδιαστικής αλυσίδας και λιανεμπορίου για εθελοντικές μειώσεις σε βασικά είδη, γαλακτοκομικά, κρέας, ψωμί, μας βρίσκει πρόθυμους. Ο κλάδος συνεχώς προσφέρει εκπτώσεις και προσφορές, λόγω ανταγωνισμού, οι οποίες ξεπέρασαν τα 5 δισ. ευρώ την τελευταία τριετία. Αυτή η διάθεση παραμένει.

Κεντρικό ζητούμενο παραμένει η ενεργός και συλλογική συμμετοχή όλων των κρίκων της εφοδιαστικής αλυσίδας, συμπεριλαμβανομένης της βιομηχανίας, των προμηθευτών, της Πολιτείας, αλλά και των καταναλωτών, σε αυτήν την κοινή προσπάθεια.

Αντίθετα, μέτρα όπως το πλαφόν στο περιθώριο κέρδους δεν επιτυγχάνουν τον στόχο τους. Περιορίζουν την ικανότητα των επιχειρήσεων να αναπτύξουν αυτόνομη εκπτωτική πολιτική, αποτρέπουν επενδύσεις και δημιουργούν στρεβλώσεις που τελικά δεν ωφελούν τον καταναλωτή. Ο υγιής ανταγωνισμός παραμένει ο πιο αξιόπιστος μηχανισμός συγκράτησης τιμών, όπως τεκμηριώνεται από την ίδια την πραγματικότητα
της αγοράς.

Οι τάσεις των πρώτων μηνών του έτους διαμορφώνουν ένα κλίμα συγκρατημένης αισιοδοξίας. Το γεγονός ότι η αγορά κινείται ανοδικά, κυρίως λόγω της αυξημένης ζήτησης σε ποσότητες προϊόντων και όχι εξαιτίας πληθωριστικών πιέσεων, αποτελεί μια ενθαρρυντική ένδειξη για μια σταδιακή ανάκτηση της καταναλωτικής εμπιστοσύνης. Το αναπτυξιακό αποτύπωμα του κλάδου αποδεικνύεται στην πράξη, με ένα εκτενές επενδυτικό πρόγραμμα άνω των 3,5 δισ. ευρώ την τελευταία δεκαετία, εστιασμένο στις υποδομές logistics, την ψηφιακή αναβάθμιση και τη βιωσιμότητα. Σταθερή μας επιδίωξη αποτελεί η συνεχής εξέλιξη, αλλά και η οικοδόμηση μιας σχέσης εμπιστοσύνης με την Πολιτεία, που θα εγγυάται ένα σαφές και προβλέψιμο πλαίσιο λειτoυργίας.

Επομένως, το οργανωμένο λιανεμπόριο δεν στέκεται απέναντι στις προκλήσεις της αγοράς, αλλά επιδιώκει ενεργά να βρίσκεται στην πλευρά των λύσεων, εισφέροντας ουσιαστικά στην κοινή προσπάθεια.

*Το άρθρο έχει γραφτεί πριν τις ανακοινώσεις από την πλευρά της κυβέρνησης

 

Πατήστε εδώ και γίνετε συνδρομητής στο περιοδικό

Από το περιοδικό ΧΡΗΜΑ Μαΐου-Ιουνίου 2026, τ.482