του Κώστα Παπαγρηγόρη
Παρά τη σημαντική βελτίωση των συνθηκών τραπεζικής χρηματοδότησης, τα τελευταία χρόνια, οι επιχειρήσεις στην Ελλάδα –ιδίως οι μικρομεσαίες– εξακολουθούν να αντιμετωπίζουν σημαντικές χρηματοδοτικές δυσχέρειες σε σύγκριση με τις αντίστοιχες επιχειρήσεις των υπόλοιπων χωρών της περιφέρειας της ευρωζώνης.
Η πρόσβαση των επιχειρήσεων σε εξωτερική χρηματοδότηση αποτελεί βασική προϋπόθεση για την υλοποίηση επενδύσεων, την ενίσχυση της παραγωγικής δυναμικότητας και, ευρύτερα, τη μεγέθυνση της οικονομίας.
Την ώρα που το κόστος δανεισμού μετά το 2022 καταγράφει μια σαφή τάση σύγκλισης με τις χώρες της περιφέρειας, η οποία κορυφώνεται το 2025, όταν το κόστος δανεισμού σχεδόν εξισώνεται, τα ποσοστά απόρριψης αιτήσεων δανεισμού καθώς και οι συνολικοί δείκτες χρηματοδοτικών εμποδίων παραμένουν συστηματικά υψηλότερα, παρά την εμφανή αποκλιμάκωσή τους από το 2023 και μετά.
Ιδιαίτερα εκτεθειμένες παραμένουν οι πολύ μικρές και οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις, εξέλιξη με μεγάλη σημασία για την ελληνική οικονομία, καθώς οι κατηγορίες αυτές αποτελούν τη συντριπτική πλειονότητα των επιχειρήσεων και στηρίζουν το μεγαλύτερο μέρος της απασχόλησης και της προστιθέμενης αξίας.
Σύμφωνα με υψηλόβαθμες τραπεζικές πηγές, βασικοί παράγοντες που συνδέονται με την εμφάνιση χρηματοδοτικών εμποδίων είναι:
Το μικρό μέγεθος της επιχείρησης
Η επιδείνωση του κύκλου εργασιών
Η ασθενής κεφαλαιακή βάση
Το βεβαρημένο πιστωτικό ιστορικό
Η χαμηλή προθυμία των τραπεζών να αναλάβουν πιστωτικό κίνδυνο
Παρά τη βελτίωση της διαθεσιμότητας δανειακών κεφαλαίων και την εξάλειψη του τραπεζικού χρηματοδοτικού κενού, κατά την τελευταία διετία, η περαιτέρω άμβλυνση των χρηματοδοτικών περιορισμών αναδεικνύεται σε κρίσιμη προϋπόθεση για την ενίσχυση των επενδύσεων, της παραγωγικότητας και της αναπτυξιακής δυναμικής της ελληνικής οικονομίας, ιδίως όσον αφορά καινοτόμες επιχειρήσεις που επενδύουν σε τεχνολογίες αιχμής και σε άυλο κεφάλαιο, χωρίς να διαθέτουν επαρκείς εξασφαλίσεις.
Στο πλαίσιο αυτό, είναι απαραίτητες παρεμβάσεις πολιτικής που αφορούν την ενίσχυση του ανταγωνισμού στο τραπεζικό σύστημα και την ανάπτυξη εναλλακτικών μη τραπεζικών πηγών χρηματοδότησης για μικρές επιχειρήσεις, ώστε να διευρυνθεί η πρόσβαση των επιχειρήσεων σε εξωτερική χρηματοδότηση.
Τι λέει η Τράπεζα της Ελλάδος
Όπως αναφέρεται στην ετήσια έκθεση του διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος, το 2025, αυξήθηκε κατά 25% το ποσοστό των επιχειρήσεων που αιτήθηκαν τραπεζικό δάνειο. Επικαλούμενη τα αποτελέσματα της έρευνα SAFE (Survey on the Access to Finance of Enterprises), σημειώνεται ότι μεταξύ των επιχειρήσεων που υπέβαλαν αίτημα για τραπεζικό δανεισμό πέρυσι:
αυξήθηκε το ποσοστό εκείνων που ανέφεραν απόρριψη του αιτήματός τους (19%, έναντι 16% το 2024: Β), ενώ
υποχώρησε, αλλά διατηρήθηκε σε υψηλά επίπεδα, το ποσοστό των αιτήσεων που ικανοποιήθηκαν πλήρως ή κατά το μεγαλύτερο μέρος τους (47%, έναντι 59% το 2024).
Οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις στην Ελλάδα ανέφεραν, στη διάρκεια του 2025, αύξηση της διαθεσιμότητας τραπεζικών δανείων, την οποία αποδίδουν στον υποστηρικτικό ρόλο τόσο της προθυμίας των τραπεζών να χορηγήσουν πιστώσεις όσο και των παραγόντων που σχετίζονται με τη φερεγγυότητα της επιχείρησης. Ταυτόχρονα, καταγράφεται ότι η επίδραση του οικονομικού περιβάλλοντος ήταν συνολικά ουδέτερη.
Επιπροσθέτως, στην Ελλάδα παρατηρήθηκε αύξηση της ζήτησης για δάνεια τακτής λήξης.
Όσον αφορά τους όρους και τις προϋποθέσεις χορήγησης δανείων, οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις στην Ελλάδα συνέχισαν να αναφέρουν μείωση των τραπεζικών επιτοκίων δανεισμού, που αντανακλούν την άμεση μετακύλιση των πρόσφατων μειώσεων των επιτοκίων από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, αλλά υπέδειξαν αύξηση για τις λοιπές χρεώσεις, τέλη και προμήθειες.
Αντίθετα, στην ευρωζώνη, καταγράφηκε αύξηση των επιτοκίων και ταυτόχρονη άνοδος για τις λοιπές χρεώσεις, τέλη και προμήθειες επί των τραπεζικών πιστώσεων.
Μεγαλύτερη από ποτέ η ανάγκη ρευστότητας
Στο σημερινό ανταγωνιστικό επιχειρηματικό περιβάλλον, η ανάγκη για ρευστότητα και επενδυτικά κεφάλαια είναι μεγαλύτερη από ποτέ, ιδιαίτερα για τις μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις.
Οι ελληνικές επιχειρήσεις καλούνται να διαχειριστούν σημαντικές προκλήσεις, γι’ αυτό και η πρόσβαση σε κατάλληλη και ευνοϊκή χρηματοδότηση είναι εξαιρετικά σημαντική τόσο για τη συνέχιση της λειτουργίας τους όσο και για την υλοποίηση επενδύσεων σε τομείς όπως η έρευνα και ανάπτυξη, η καινοτομία, η ανάπτυξη δεξιοτήτων του ανθρώπινου δυναμικού, ο πράσινος και ο ψηφιακός μετασχηματισμός, καθώς και η ανάληψη εξαγωγικής δραστηριότητας.
Οι ελληνικές τράπεζες (Εθνική, Πειραιώς, Eurobank, Alpha Bank) προσφέρουν χρηματοδοτικά προγράμματα για ΜμΕ, με έμφαση στα συγχρηματοδοτούμενα δάνεια του ΤΕΠΙΧ ΙΙΙ (επενδυτικά και κεφάλαιο κίνησης) και του ΕΣΠΑ 2021-2027. Τα προγράμματα αυτά περιλαμβάνουν ευνοϊκούς όρους, με 40% άτοκο κεφάλαιο και χαμηλά επιτόκια για επενδύσεις ψηφιακής/πράσινης αναβάθμισης.
Τα κύρια Προγράμματα Χρηματοδότησης ΜμΕ για την περίοδο 2025-2026 είναι:
ΤΕΠΙΧ ΙΙΙ (Ταμείο Εγγυοδοσίας): Πρόκειται για το βασικό πρόγραμμα σε συνεργασία με την Ελληνική Αναπτυξιακή Τράπεζα (HDB). Παρέχει δάνεια με 40% άτοκο κεφάλαιο (από την HDB) και 60% δάνειο με ευνοϊκό επιτόκιο από την τράπεζα, για κεφάλαιο κίνησης ή επενδυτικά σχέδια.
Δάνεια Ψηφιακής/Πράσινης Αναβάθμισης: Στοχευμένα προγράμματα για μικρομεσαίες επιχειρήσεις που επιδιώκουν ψηφιοποίηση ή επενδύσεις σε πράσινη ενέργεια, με μερική επιδότηση επιτοκίου.
ΕΣΠΑ 2021-2027: Δράσεις που επιδοτούν μέρος της επένδυσης, οι οποίες συχνά συνδυάζονται με τραπεζικό δανεισμό.
Ειδικότερα το Ταμείο Εγγυοδοσίας ΤΕΠΙΧ ΙΙΙ διακρίνεται σε δύο υποπρογράμματα/υποταμεία ανάλογα με τα χαρακτηριστικά των επιλέξιμων επιχειρήσεων:
-Υποταμείο «Γενική Επιχειρηματικότητα» για Μικρομεσαίες Επιχειρήσεις και
-Υποταμείο «Επιχειρηματικότητα Νεοσύστατων Επιχειρήσεων» για πολύ μικρές και μικρές επιχειρήσεις με λιγότερα από 5 χρόνια λειτουργίας
Τα δάνεια του Υποταμείου «Γενική Επιχειρηματικότητα» είναι εγγυημένα από το Ταμείο Εγγυοδοσίας σε ποσοστό 70%, ενώ τα δάνεια του Υποταμείου «Επιχειρηματικότητα Νεοσύστατων Επιχειρήσεων» είναι εγγυημένα σε ποσοστό 80%.
Οι ελληνικές επιχειρήσεις καλούνται να διαχειριστούν σημαντικές προκλήσεις, γι’ αυτό και η πρόσβαση σε κατάλληλη και ευνοϊκή χρηματοδότηση είναι εξαιρετικά σημαντική τόσο για τη συνέχιση της λειτουργίας τους όσο και για την υλοποίηση επενδύσεων
Το Ταμείο Εγγυοδοσίας ΤΕΠΙΧ ΙΙΙ παρέχει εξαιρετικά ευνοϊκούς όρους χρηματοδότησης στις μικρομεσαίες επιχειρήσεις, με στόχο τη βελτίωση της ρευστότητας και την υλοποίηση επενδυτικών σχεδίων. Μέσω του προγράμματος, οι επιχειρήσεις μπορούν να λάβουν:
Κεφάλαια κίνησης ειδικού σκοπού από 10.000 έως 500.000 ευρώ, διάρκειας από 2 έως 5 έτη, ανάλογα με τη μορφή χρηματοδότησης, για την κάλυψη λειτουργικών αναγκών ή
Χρηματοδότηση έως 10 εκατ. ευρώ, διάρκειας από 5 έως και 12 έτη για την υλοποίηση επενδυτικών σχεδίων.
Ένα από τα σημαντικότερα πλεονεκτήματα του προγράμματος είναι ότι οι χρηματοδοτήσεις παρέχονται χωρίς εμπράγματες εξασφαλίσεις. Αυτό σημαίνει ότι οι επιχειρήσεις δεν χρειάζεται να διαθέσουν περιουσιακά στοιχεία ως εγγύηση, κάτι που διευκολύνει ιδιαιτέρως τις μικρές επιχειρήσεις, που ίσως δεν έχουν τέτοιες δυνατότητες.
Ένα ακόμη βασικό πλεονέκτημα του προγράμματος είναι το χαμηλό επιτόκιο, λόγω της παροχής της εγγύησης της Ελληνικής Αναπτυξιακής Τράπεζας, η οποία μπορεί να καλύπτει έως και το 80% της χρηματοδότησης. Επιπλέον, οι επιχειρήσεις επωφελούνται από επιδοτούμενο επιτόκιο έως 3% για τα πρώτα δύο χρόνια της δανειακής σύμβασης, με αποτέλεσμα να διευκολύνεται η πρόσβαση σε κεφάλαια με μειωμένο κόστος δανεισμού.
Τρία είναι τα βήματα για να αποκτήσει μια μικρομεσαία επιχείρηση χρηματοδότηση:
Έλεγχος Επιλεξιμότητας: Αφορά πολύ μικρές, μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις (έως 250 εργαζομένους) που λειτουργούν νόμιμα στην Ελλάδα.
Αίτηση μέσω HDB: Η αίτηση γίνεται συνήθως ηλεκτρονικά μέσω του Πληροφοριακού Συστήματος Κρατικών Ενισχύσεων (ΠΣΚΕ) ή της πλατφόρμας της Ελληνικής Αναπτυξιακού Τράπεζας.
Επιλογή Τράπεζας: Μετά την έγκριση από την HDB, η επιχείρηση προσκομίζει τα δικαιολογητικά στην τράπεζα (π.χ. Εθνική, Πειραιώς, Eurobank) για την τελική εκταμίευση.
ΤΕΠΙΧ ΙΙΙ: Νέος κύκλος αιτήσεων με δάνεια έως 8 εκατ. ευρώ για μικρομεσαίες επιχειρήσεις
Την ίδια στιγμή, ο τέταρτος κύκλος του Ταμείου Δανείων ΤΕΠΙΧ ΙΙΙ βρίσκεται ήδη σε ισχύ, ενισχύοντας τη ροή κεφαλαίων προς την πραγματική οικονομία. Η διαδικασία υποβολής αιτήσεων τίθεται πλέον σε λειτουργία μέσω της ψηφιακής πλατφόρμας Know Your Customer της Ελληνικής Αναπτυξιακής Τράπεζας, καθώς και μέσω του Ολοκληρωμένου Πληροφοριακού Συστήματος Κρατικών Ενισχύσεων.
Η νέα αυτή φάση συνεπάγεται σημαντική ενίσχυση του συνολικού διαθέσιμου χαρτοφυλακίου δανείων, το οποίο εκτιμάται ότι θα υπερβεί το 1,2 δισ. ευρώ, επιβεβαιώνοντας τη ζήτηση που καταγράφεται από την αγορά.
Το Ταμείο συνεχίζει να παρέχει δανειακή στήριξη μέσα από δύο βασικούς άξονες, προσαρμοσμένους στις ανάγκες των επιχειρήσεων.
Το πρώτο υποπρόγραμμα αφορά δάνεια επενδυτικού χαρακτήρα, τα οποία κυμαίνονται από 20.000 έως 8.000.000 ευρώ, με διάρκεια αποπληρωμής από 60 έως 144 μήνες και δυνατότητα περιόδου χάριτος έως δύο έτη.
Το δεύτερο υποπρόγραμμα καλύπτει ανάγκες κεφαλαίου κίνησης ειδικού σκοπού, με ποσά από 10.000 έως 500.000 ευρώ, διάρκεια από 24 έως 60 μήνες και περίοδο χάριτος έως 12 μήνες.
Κίνητρα και διευκολύνσεις για τις επιχειρήσεις
Οι επιχειρήσεις που είναι φορολογικά και ασφαλιστικά ενήμερες μπορούν να αξιοποιήσουν μια σειρά σημαντικών πλεονεκτημάτων. Μεταξύ αυτών περιλαμβάνεται η άτοκη χρηματοδότηση για το 40% κάθε δανείου μέσω πόρων του Ταμείου, καθώς και επιδότηση επιτοκίου έως 3% για τα δύο πρώτα χρόνια.
Παράλληλα, οι απαιτούμενες εξασφαλίσεις παραμένουν περιορισμένες, με το ανώτατο ύψος εμπράγματων εγγυήσεων να μην ξεπερνά το 100% του κεφαλαίου, ενώ παρέχεται και δυνατότητα πρόωρης αποπληρωμής χωρίς επιβαρύνσεις.
Οι επιχειρήσεις αποκτούν επίσης δωρεάν πρόσβαση στην πλατφόρμα ESG Tracker της Ελληνικής Αναπτυξιακής Τράπεζας, ενισχύοντας τη συμμόρφωση με τα σύγχρονα πρότυπα βιωσιμότητας.
Η πλήρης απορρόφηση των πόρων κατά τον προηγούμενο κύκλο του προγράμματος αποτυπώνει την αυξημένη ανάγκη των μικρομεσαίων επιχειρήσεων για ρευστότητα και επενδυτική στήριξη.
Μέχρι σήμερα, μέσω του ΤΕΠΙΧ ΙΙΙ έχουν ήδη διατεθεί δάνεια που υπερβαίνουν τα 2,4 δισ. ευρώ, γεγονός που αναδεικνύει τον καθοριστικό ρόλο του εργαλείου στην ενίσχυση της επιχειρηματικότητας.
Η νέα φάση του προγράμματος φιλοδοξεί να ενισχύσει περαιτέρω τις επενδύσεις, να διευρύνει την πρόσβαση των επιχειρήσεων στο τραπεζικό σύστημα και να συμβάλει στη δημιουργία νέων θέσεων εργασίας.
Η συνέχιση και ενίσχυση του προγράμματος εντάσσεται στη συνολική αναπτυξιακή στρατηγική για την τόνωση της οικονομικής δραστηριότητας και τη στήριξη της επιχειρηματικότητας με κοινωνικό αποτύπωμα.
Παράλληλα, η αύξηση του προϋπολογισμού αντανακλά την εμπιστοσύνη της αγοράς προς τα χρηματοδοτικά εργαλεία της Ελληνικής Αναπτυξιακής Τράπεζας.
Με συνολικό χαρτοφυλάκιο ενεργών χρηματοδοτήσεων που προσεγγίζει τα 4,4 δισ. ευρώ, η τράπεζα συνεχίζει να λειτουργεί ως βασικός πυλώνας ενίσχυσης της ρευστότητας, υποστηρίζοντας τις επιχειρήσεις σε όλα τα στάδια ανάπτυξης και ενισχύοντας την ανταγωνιστικότητά τους.
Η πρόσβαση στο πρόγραμμα πραγματοποιείται μέσω της πλατφόρμας KYC, όπου οι ενδιαφερόμενες επιχειρήσεις μπορούν να υποβάλουν τις αιτήσεις τους και να ενημερωθούν για τις διαθέσιμες επιλογές χρηματοδότησης.
Μικροπιστώσεις: Το νέο «καύσιμο» για τις πολύ μικρές επιχειρήσεις
Σε μια περίοδο στην οποία η πρόσβαση στη χρηματοδότηση εξακολουθεί να αποτελεί βασικό εμπόδιο για χιλιάδες μικρές επιχειρήσεις και ελεύθερους επαγγελματίες, ο θεσμός των μικροπιστώσεων στην Ελλάδα αρχίζει να αποκτά ουσιαστικό αποτύπωμα. Από μια έννοια που για χρόνια παρέμενε περισσότερο θεωρητική, το microfinance περνά πλέον σε φάση λειτουργικής ωρίμανσης, διεκδικώντας ρόλο-«κλειδί» στη χρηματοδότηση της πολύ μικρής επιχειρηματικότητας.

Πρόκειται για ένα μοντέλο που απευθύνεται κυρίως σε επιχειρήσεις που παραδοσιακά βρίσκονταν εκτός τραπεζικού συστήματος. Μικρά δάνεια, συνήθως από 3.000 έως 25.000 ευρώ, χωρίς εμπράγματες εξασφαλίσεις, με ευέλικτους όρους και σημαντική συνοδευτική υποστήριξη, δημιουργούν ένα νέο χρηματοδοτικό κανάλι για επαγγελματίες που είτε δεν πληρούν τα αυστηρά τραπεζικά κριτήρια είτε χρειάζονται μικρότερα κεφάλαια για να ξεκινήσουν ή να επεκτείνουν τη δραστηριότητά τους.
Η συγκυρία δεν είναι τυχαία. Η ελληνική οικονομία εισέρχεται σε μια φάση στην οποία η ανάπτυξη καλείται να «πατήσει» περισσότερο στη μικρή κλίμακα, στις τοπικές επιχειρήσεις και στην επιχειρηματικότητα πρώτης γενιάς. Σε αυτό το περιβάλλον, η δυνατότητα χρηματοδότησης χωρίς υποθήκες ή ισχυρό πιστωτικό ιστορικό αποκτά ιδιαίτερη σημασία.
Το νέο οικοσύστημα μικροχρηματοδοτήσεων
Σήμερα, πέντε είναι τα αδειοδοτημένα ιδρύματα μικροχρηματοδοτήσεων που δραστηριοποιούνται στην ελληνική αγορά: ΤΜΕΔΕ Microfinance Solutions, MicroSmart, AFI Microfinance, Elgre και Creditcor. Η λειτουργία τους εποπτεύεται από την Τράπεζα της Ελλάδος, η οποία έχει θέσει το θεσμικό πλαίσιο για την ανάπτυξη του κλάδου.
Παρότι η αγορά βρίσκεται ακόμη σε αρχικό στάδιο, τα πρώτα στοιχεία δείχνουν ότι η ζήτηση είναι υπαρκτή και αυξανόμενη. Οι μικροπιστώσεις έρχονται να καλύψουν ένα κενό μεταξύ της τραπεζικής χρηματοδότησης και της αυτοχρηματοδότησης, προσφέροντας ένα ενδιάμεσο εργαλείο με σαφή αναπτυξιακό προσανατολισμό.
Καθοριστικό ρόλο στην επιτάχυνση της αγοράς παίζει το Ταμείο Μικροπιστώσεων που διαχειρίζεται η Ελληνική Αναπτυξιακή Τράπεζα (HDB). Με συνολικό προϋπολογισμό 80 εκατ. ευρώ, το Ταμείο εισάγει ένα κρίσιμο στοιχείο: την άτοκη συγχρηματοδότηση. Συγκεκριμένα, καλύπτει το 60% του δανείου για τη γενική επιχειρηματικότητα και έως το 75% για τη γυναικεία επιχειρηματικότητα, μειώνοντας σημαντικά το τελικό κόστος για τον δανειολήπτη.
Η παρέμβαση αυτή λειτουργεί πολλαπλασιαστικά. Όχι μόνο αυξάνει τη διαθεσιμότητα κεφαλαίων, αλλά και καθιστά τα δάνεια πιο προσιτά, σε μια περίοδο στην οποία το κόστος χρήματος παραμένει υψηλό σε σχέση με τα προηγούμενα χρόνια.
Ποιοι έχουν πρόσβαση
Το βασικό κοινό στο οποίο απευθύνονται οι μικροπιστώσεις είναι οι πολύ μικρές επιχειρήσεις: σχήματα με έως 10 εργαζομένους και ετήσιο κύκλο εργασιών έως 900.000 ευρώ. Πρόκειται για τη συντριπτική πλειονότητα της ελληνικής επιχειρηματικότητας, η οποία συχνά αντιμετωπίζει δυσκολίες πρόσβασης σε τραπεζικό δανεισμό.
Η χρηματοδότηση μπορεί να καλύψει ένα ευρύ φάσμα αναγκών: από κεφάλαιο κίνησης και αγορά εξοπλισμού μέχρι ψηφιακές επενδύσεις, ανακαινίσεις και προμήθεια πρώτων υλών. Το κρίσιμο στοιχείο είναι ότι δεν απαιτούνται εμπράγματες εξασφαλίσεις, γεγονός που μειώνει δραστικά το «κατώφλι εισόδου».
Παράλληλα, ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στη γυναικεία και νεανική επιχειρηματικότητα. Το Ταμείο προβλέπει ότι περίπου 1.100 από τις 3.300 επιχειρήσεις που θα χρηματοδοτηθούν θα ανήκουν σε γυναίκες, ενισχύοντας την προσπάθεια για μεγαλύτερη συμμετοχή τους στην οικονομική δραστηριότητα.
Όροι και χαρακτηριστικά των δανείων
Τα δάνεια που χορηγούνται μέσω των ιδρυμάτων μικροχρηματοδοτήσεων έχουν συγκεκριμένα χαρακτηριστικά που τα διαφοροποιούν από τον παραδοσιακό τραπεζικό δανεισμό.
Το ύψος τους κυμαίνεται από 3.000 έως 25.000 ευρώ, με διάρκεια αποπληρωμής από 12 έως 96 μήνες. Προβλέπεται δυνατότητα περιόδου χάριτος έως έξι μήνες, ενώ παρέχεται και η ευχέρεια πρόωρης αποπληρωμής χωρίς επιπλέον επιβαρύνσεις.
Το επιτόκιο διαμορφώνεται σε ανταγωνιστικά επίπεδα, ιδίως όταν συνδυάζεται με την άτοκη συμμετοχή του Ταμείου. Σε ορισμένες περιπτώσεις, το τελικό επιτόκιο μπορεί να κινηθεί κοντά ή και κάτω από το 4%, επίπεδο ιδιαίτερα ελκυστικό για μικρές επιχειρήσεις που δεν έχουν πρόσβαση σε φθηνή τραπεζική χρηματοδότηση.
Ωστόσο, το σημαντικότερο στοιχείο δεν είναι μόνο το κόστος. Είναι η συνοδευτική υποστήριξη που παρέχεται στους δανειολήπτες: συμβουλευτική, καθοδήγηση και βασική χρηματοοικονομική εκπαίδευση. Με αυτόν τον τρόπο, οι μικροπιστώσεις λειτουργούν όχι μόνο ως εργαλείο χρηματοδότησης, αλλά και ως μηχανισμός ενίσχυσης της βιωσιμότητας των επιχειρήσεων.

Πατήστε εδώ και γίνετε συνδρομητής στο περιοδικό
Από το περιοδικό ΧΡΗΜΑ Μαρτίου-Απριλίου 2026, τ.481










