Στην επικείμενη στρατηγική της Επιτροπής κατά της διαφθοράς, κύριοι στόχοι θα πρέπει να είναι η ενίσχυση της πρόληψης, της εφαρμογής της νομοθεσίας και της ακεραιότητας σε ολόκληρη την ΕΕ.
Σε ψήφισμα που εγκρίθηκε διά της ανατάσεως της χειρός αποχές, το Κοινοβούλιο δηλώνει ότι η στρατηγική κατά της διαφθοράς πρέπει να αντιμετωπίσει τους εξελισσόμενους κινδύνους που συνδέονται με το οργανωμένο έγκλημα και τις νέες τεχνολογίες, σε συνέχεια της οδηγίας κατά της διαφθοράς που τέθηκε σε ισχύ τον Μάιο του 2026.
Η διαφθορά υπονομεύει την εμπιστοσύνη των πολιτών, αποδυναμώνει τη δημοκρατία και το κράτος δικαίου, στρεβλώνει την οικονομική δραστηριότητα και δημιουργεί ευκαιρίες για το οργανωμένο έγκλημα και εχθρικούς παράγοντες. Το κοινοβούλιο προειδοποιεί η αντίληψη πως η διαφθορά παραμένει ατιμώρητη μπορεί να είναι εξίσου επιζήμια για τη δημοκρατική νομιμότητα όσο και η ίδια η διαφθορά.
Πρόληψη και ακεραιότητα
Το Κοινοβούλιο ζητά τη χαρτογράφηση των κινδύνων διαφθοράς βάσει τεκμηριωμένων στοιχείων, την παροχή κατάρτισης και την εφαρμογή αυστηρότερων κανόνων για τις δημόσιες συμβάσεις, τις επιχορηγήσεις και τη διαφάνεια. Οι ευρωβουλευτές ζητούν επίσης πιο εναρμονισμένα πρότυπα για τις συγκρούσεις συμφερόντων, τα δώρα, τα χορηγούμενα ταξίδια, τις δηλώσεις περιουσιακών στοιχείων και το φαινόμενο της «περιστρεφόμενης πόρτας» (δηλ. την μεταπήδηση προς ή από τον δημόσιο στον ιδιωτικό τομέα), καθώς και σαφέστερους κανόνες για τις ομάδες πίεσης. Θέλουν την καθιέρωση κοινών κανόνων για τη χρηματοδότηση των πολιτικών κομμάτων και τη διαφάνεια όσον αφορά τα πολιτικά ιδρύματα και τους ενδιάμεσους φορείς. Τα θεσμικά όργανα της ΕΕ θα πρέπει επίσης να υπόκεινται σε αυστηρά πρότυπα καταπολέμησης της διαφθοράς που θα ενισχύονται με την τακτική αξιολόγηση και από άλλα θεσμικά όργανα της ΕΕ και πιθανές τροποποιήσεις των σχετικών κανόνων.
Εφαρμογή του νόμου και διασυνοριακή δράση
Το ΕΚ ζητά στενότερη συνεργασία και ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ των εθνικών αρχών και των οργάνων της ΕΕ, συμπεριλαμβανομένων της Europol, της Eurojust, της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας και της Ευρωπαϊκής Υπηρεσίας Καταπολέμησης της Απάτης (OLAF). Οι φορείς καταπολέμησης της διαφθοράς πρέπει να είναι ανεξάρτητοι και να διαθέτουν επαρκείς πόρους, ενώ η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία πρέπει να λάβει περισσότερους πόρους για την αντιμετώπιση σοβαρών περιπτώσεων διασυνοριακής διαφθοράς. Παράλληλα τα κράτη μέλη που δεν συμμετέχουν στην Ευρωπαϊκή Εισαγγελία καλούνται να το πράξουν.
Το Κοινοβούλιο συνδέει τη διαφθορά με το οργανωμένο έγκλημα, το ξέπλυμα χρήματος και την απόκρυψη περιουσιακών στοιχείων, και ζητά ισχυρότερα μέτρα για τον εντοπισμό, τη δέσμευση, τη δήμευση και την ανάκτηση των εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες. Επίσης, επισημαίνει τους κινδύνους που συνδέονται με τα κρυπτοστοιχεία, τις αδιαφανείς δομές ιδιοκτησίας και τα ψηφιακά εργαλεία, ενώ επαναλαμβάνει την έκκλησή του για τη σταδιακή κατάργηση των προγραμμάτων χορήγησης άδειας διαμονής σε επενδυτές («χρυσή βίζα»).
Ο ρόλος των φορέων
Το Κοινοβούλιο ζητά τη συμμετοχή της κοινωνίας των πολιτών και των ελεγκτικών φορέων κατά της διαφθοράς σε όλες τις φάσεις της στρατηγικής, ισχυρότερη προστασία για τους καταγγέλλοντες και τους ερευνητές δημοσιογράφους, καθώς και ανεξάρτητες δικαστικές αρχές και αρχές κατά της διαφθοράς. Το Κοινοβούλιο ζητά επίσης την πλήρη ένταξη της ΕΕ στην «Ομάδα Κρατών κατά της Διαφθοράς» (GRECO) του Συμβουλίου της Ευρώπης, ώστε τα θεσμικά όργανα της ΕΕ να υπόκεινται στον ίδιο έλεγχο με τις εθνικές αρχές.
Έλεγχος
Οι ευρωβουλευτές επιθυμούν κοινούς δείκτες για την αξιολόγηση των πολιτικών κατά της διαφθοράς και πιο ξεκάθαρες, μετρήσιμες συστάσεις στις ετήσιες εκθέσεις της Επιτροπής για το κράτος δικαίου. Ζητούν επίσης την ενίσχυση του μηχανισμού αιρεσιμότητας για το κράτος δικαίου στον επόμενο μακροπρόθεσμο προϋπολογισμό της ΕΕ και, όπου ενδείκνυται, τη θέσπιση στόχων κατά της διαφθοράς στα προγράμματα που χρηματοδοτούνται από την ΕΕ.










