Οι ρυθμίσεις για το ελβετικό φράγκο καθώς και ορισμένες πρωτοβουλίες των τραπεζών για τα ευάλωτα νοικοκυριά αύξησαν τα κόκκινα στεγαστικά δάνεια κατά 14,8% το πρώτο εξάμηνο του 2026, με την Τράπεζα της Ελλάδος να επισημαίνει ότι μέρος της ανόδου αυτής συνδέεται άμεσα με την πρόσφατη νομοθετική παρέμβαση για τη διευθέτηση των δανείων σε CHF και τις δράσεις στήριξης ευπαθών ομάδων. Παράλληλα, τα κόκκινα καταναλωτικά δάνεια κατέγραψαν αύξηση κατά 11,7%, με αποτέλεσμα το συνολικό ληξιπρόθεσμο χρέος των νοικοκυριών να αγγίξει τα 2,9 δισ. ευρώ στο τέλος του εξαμήνου, ποσό που αντιπροσωπεύει το 8,6% του συνολικού υπολοίπου της κατηγορίας και αναλύεται σε 2,3 δισ. ευρώ για στεγαστικά και περίπου 600 εκατ. ευρώ για καταναλωτικά δάνεια.
Την ίδια στιγμή, τα κόκκινα επιχειρηματικά δάνεια παρουσίασαν άνοδο κατά 5,4% σε σύγκριση με τον Δεκέμβριο του 2025 φτάνοντας τα 3,2 δισ. ευρώ, με τον σχετικό δείκτη να διαμορφώνεται στο 2,2%. Η συσσώρευση νέων μη εξυπηρετούμενων δανείων ήταν εντονότερη στους ελεύθερους επαγγελματίες, τις πολύ μικρές και τις ατομικές επιχειρήσεις όπου καταγράφηκε αύξηση 12,5%, ενώ ήταν σαφώς ηπιότερη στις μεγάλες επιχειρήσεις με 3,8% και στις μικρομεσαίες με 1,2%. Αντίθετα προς αυτή την τάση, τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια των ναυτιλιακών επιχειρήσεων κινήθηκαν πτωτικά, σημειώνοντας αξιοσημείωτη μείωση κατά 7,3%.
Συνολικά όπως αναφέρεται στην Έκθεση Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας, το πρώτο εξάμηνο του 2026 η ποιότητα του δανειακού χαρτοφυλακίου των πιστωτικών ιδρυμάτων παρουσίασε μικρή επιδείνωση. Το απόθεμα των μη εξυπηρετούμενων δανείων διαμορφώθηκε σε 6,2 δισ. ευρώ, αυξημένο κατά 9,3% ή αύξηση 529 εκατ. ευρώ σε σχέση με τον Δεκέμβριο του 2025 (5,7 δισ. ευρώ), με στοιχεία σε ατομική βάση, εντός ισολογισμού.
Παρά την αύξηση του πρώτου εξαμήνου 2026, η συνολική μείωση των ΜΕΔ σε σχέση με το ιστορικά υψηλότερο επίπεδό τους τον Μάρτιο του 2016 διαμορφώνεται σε 94% ή 101 δισ. ευρώ.
Η αύξηση των μη εξυπηρετούμενων δανείων ( ΜΕΔ) το πρώτο εξάμηνο του 2026 συνδέεται κυρίως με τη θετική καθαρή εισροή νέων μη εξυπηρετούμενων δανείων, καθώς οι ροές από εξυπηρετούμενα προς μη εξυπηρετούμενα δάνεια ανήλθαν σε 1,7 δισ. ευρώ, ενώ οι ροές επαναφοράς σε καθεστώς εξυπηρέτησης περιορίστηκαν σε 388 εκατ. ευρώ. Παράλληλα, οι διαγραφές δανείων παρέμειναν ιδιαίτερα χαμηλές (73 εκατ. ευρώ) σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος.
Όπως παρατηρεί η ΤτΕ, η καθαρή εισροή νέων ΜΕΔ το πρώτο εξάμηνο του 2026 (το άθροισμα των “νέων ΜΕΔ” και των “εκταμιεύσεων” μείον τα “αναταξινομημένα προς εξυπηρετούμενα”) παρέμεινε θετική, καθώς οι νέες αθετήσεις και οι λοιπές εισροές υπερέβησαν σημαντικά τις αναταξινομήσεις προς εξυπηρετούμενα δάνεια, γεγονός που συνέβαλε στην αύξηση του συνολικού αποθέματος των ΜΕΔ.










