Με καθαρά κέρδη €661 εκατ. και απόδοση ενσώματων ιδίων κεφαλαίων (RoTE) 15,5% έκλεισε το Α’ εξάμηνο 2026 για την Εθνική Τράπεζα, η οποία προχώρησε σε ανοδική αναθεώρηση των στόχων της για το σύνολο του έτους:
- RoTE άνω του 15% (από την προηγούμενη καθοδήγηση)
- κέρδη ανά μετοχή άνω των €1,40, έναντι €1,45 που ήδη κατέγραψε το εξάμηνο.
Εξαιρουμένου του πλεονάζοντος κεφαλαίου CET1, η απόδοση ιδίων κεφαλαίων ανέρχεται στο 20,3%.
Η αναθεώρηση στηρίζεται σε τρεις πυλώνες που αναδεικνύουν τα αποτελέσματα του Β’ τριμήνου:
- H ανάκαμψη των επιτοκιακών εσόδων. Τα καθαρά έσοδα από τόκους αυξήθηκαν 2,6% σε τριμηνιαία βάση, με το καθαρό επιτοκιακό περιθώριο να ανακάμπτει από τα επίπεδα του Α’ τριμήνου. Η τράπεζα εκτιμά ότι η ανοδική πορεία των επιτοκίων αναφοράς, εφόσον διατηρηθεί, θα προσφέρει πρόσθετη στήριξη, σε συνδυασμό με την πιστωτική επέκταση.
- Tο άλμα των προμηθειών. Αύξηση 14% σε τριμηνιαία βάση το Β’ τρίμηνο και 10% σε ετήσια βάση στο εξάμηνο, με αιχμή τα επενδυτικά προϊόντα της Λιανικής και τις προμήθειες χρηματοδοτήσεων της Εταιρικής Τραπεζικής. Το μερίδιο αγοράς στα αμοιβαία κεφάλαια ενισχύθηκε κατά περίπου 50 μονάδες βάσης από την αρχή του έτους, ενώ τα υπό διαχείριση κεφάλαια αυξήθηκαν κατά σχεδόν €2 δισ.
- H πιστωτική επέκταση. Οι εκταμιεύσεις επιταχύνθηκαν κατά περίπου 20% σε τριμηνιαία βάση, με τα εξυπηρετούμενα δάνεια να αυξάνονται κατά €2,1 δισ. από την αρχή του έτους, κυρίως από χρηματοδοτήσεις μεγάλων επιχειρήσεων και δομημένες συναλλαγές σε ενέργεια, υποδομές και ναυτιλία.
Ισολογισμός: ρευστότητα και κεφάλαια ως «μαξιλάρι» στρατηγικής
Οι καταθέσεις αυξήθηκαν 6% ετησίως, με τις καταθέσεις όψεως και ταμιευτηρίου +€3,8 δισ. (+8%), ενώ το κόστος χρηματοδότησης παραμένει κάτω από τις 70 μονάδες βάσης — το χαμηλότερο στην εγχώρια αγορά. Ο δείκτης ΜΕΑ διαμορφώθηκε στο 2,4% με κόστος πιστωτικού κινδύνου 38 μ.β. το Β’ τρίμηνο, ενώ ο δείκτης κάλυψης από προβλέψεις παραμένει από τους υψηλότερους στην Ευρώπη.
Στο μέτωπο των κεφαλαίων, ο δείκτης CET1 διαμορφώθηκε στο 17,3%, μετά την πρόβλεψη για διανομή 60% επί των κερδών του εξαμήνου, με τον Συνολικό Δείκτη Κεφαλαιακής Επάρκειας στο 21,0% και τον MREL στο 28,4%, έναντι απαίτησης 26,7%.
Τα συνολικά κεφάλαια του Ομίλου ανέρχονται σε €8,48 δισ.
Ο δείκτης Κόστους προς Έσοδα διαμορφώθηκε στο 35%, με τις λειτουργικές δαπάνες +8% ετησίως αλλά -1% σε τριμηνιαία βάση.
Το τεχνολογικό ορόσημο: η μετάπτωση στο νέο Core Banking System
Πέρα από τα μεγέθη, το εξάμηνο σφραγίστηκε από την ολοκλήρωση της μετάπτωσης στο νέο Σύστημα Βασικών Τραπεζικών Εργασιών (CBS), έργο που κατατάσσει την ΕΤΕ μεταξύ των τεχνολογικά πιο σύγχρονων τραπεζών στην Ευρώπη.
Παράλληλα, η τράπεζα ενσωμάτωσε τον ψηφιακό βοηθό «Σοφία» στα ψηφιακά κανάλια και εισήγαγε φωνητικό βοηθό (voice agent) στο contact center, τον πρώτο στην ελληνική τραπεζική αγορά.
Η ψηφιακή πλατφόρμα αριθμεί πλέον 4,6 εκατ. εγγεγραμμένους και 3,3 εκατ. ενεργούς χρήστες.
Παύλος Μυλωνάς: «Ισχυρά θεμέλια για το υπόλοιπο του έτους»

Ο Διευθύνων Σύμβουλος Παύλος Μυλωνάς συνέδεσε την επίδοση με την υπεραπόδοση της ελληνικής οικονομίας έναντι της Ευρωζώνης, παρά την αναζωπύρωση της γεωπολιτικής αβεβαιότητας, επικαλούμενος την ανθεκτικότητα του τουρισμού, την κερδοφορία των επιχειρήσεων και την επενδυτική δραστηριότητα.
Σημείωσε ότι τα υψηλά κεφαλαιακά αποθέματα «δημιουργούν στρατηγική ευελιξία για ανάπτυξη και δημιουργία αξίας», παραπέμποντας και στις πρόσφατες συναλλαγές της τράπεζας στο bancassurance και τα ακίνητα, με προτεραιότητα «στην ποιοτική οργανική ανάπτυξη και τις υψηλές αποδόσεις για τους μετόχους».
Σημειώνεται ότι το ύψος των διανομών για τη χρήση 2026 θα οριστικοποιηθεί στο τέλος του έτους και τελεί υπό την αίρεση των κανονιστικών εγκρίσεων και της Γενικής Συνέλευσης του 2027.







