του Κώστα Παπαγρηγόρη

Υπάρχουν βιομηχανίες –κυρίως τσιμεντοβιομηχανίες και διυλιστήρια– που δεν μπορούν να μηδενίσουν τις εκπομπές CO₂, απλώς αλλάζοντας καύσιμο, γιατί το διοξείδιο του άνθρακα παράγεται από την ίδια τη χημική διεργασία παραγωγής (π.χ. στην παραγωγή τσιμέντου, από την αποσύνθεση του ασβεστόλιθου). Αυτές ονομάζονται διεθνώς “hard-to-abate” βιομηχανίες. Για αυτές η τεχνολογία CCS προσφέρει μια εναλλακτική: αντί να αποφύγουν την εκπομπή, τη «συλλαμβάνουν» πριν βγει στην ατμόσφαιρα, τη συμπιέζουν, τη μεταφέρουν και την αποθηκεύουν μόνιμα βαθιά στο υπέδαφος, συνήθως σε εξαντλημένα κοιτάσματα πετρελαίου ή φυσικού αερίου.

Η αλυσίδα έχει τρία βασικά στάδια:

1. Δέσμευση (Capture): Εγκατάσταση ειδικού εξοπλισμού στην ίδια τη βιομηχανική μονάδα που «πιάνει» το CO₂ πριν φύγει από την καμινάδα.
2. Μεταφορά (Transport): Το δεσμευμένο CO₂ μεταφέρεται –με αγωγό, φορτηγό ή πλοίο, ανάλογα με την απόσταση– προς τον τόπο αποθήκευσης.
3. Αποθήκευση (Storage): Το CO₂ εγχέεται σε γεωλογικό σχηματισμό βαθιά κάτω από τον βυθό ή την ξηρά, όπου παραμένει μόνιμα παγιδευμένο.

Η Ελλάδα διαθέτει ένα σπάνιο πλεονέκτημα για το τρίτο στάδιο: το εξαντλημένο κοίτασμα υδρογονανθράκων του Πρίνου, στα ανοιχτά της Καβάλας, θεωρείται γεωλογικά ιδανικό για μόνιμη αποθήκευση CO₂, κάτι που έχει μετατρέψει τη χώρα σε πρωτοπόρο της τεχνολογίας για ολόκληρη τη Νότια Ευρώπη και τη Μεσόγειο.

Ο κόμβος του Πρίνου: Το έργο «Prinos CO2» και το «Apollo CO2»

Στο κέντρο όλου του εγχειρήματος βρίσκεται η EnEarth, θυγατρική της εισηγμένης Energean, που αναπτύσσει το έργο «Prinos CO2 Storage». Πρόκειται για τη μετατροπή του εξαντλημένου κοιτάσματος του Πρίνου σε υπεράκτια αποθήκη CO₂ –την πρώτη στη Νότια Ευρώπη που έλαβε άδεια αποθήκευσης βάσει της ευρωπαϊκής οδηγίας 2009/31/ΕΚ για το CCS.

Βασικά στοιχεία του έργου:

Επένδυση: Άνω του 1 δισ. ευρώ, με εξασφαλισμένη ευρωπαϊκή και εθνική χρηματοδότηση περίπου 270 εκατ. ευρώ (εκ των οποίων ~150 εκατ. από το Ταμείο Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας και ~120 εκατ. από τον μηχανισμό «Συνδέοντας την Ευρώπη»).

Χωρητικότητα: Πρώτη φάση περίπου 1 εκατ. τόνοι CO₂ ετησίως, με στόχο να φτάσει έως και τα 2,8 εκατ. τόνους ετησίως στην πλήρη ανάπτυξη, ποσότητα που, σύμφωνα με εκτιμήσεις της εταιρείας, αντιστοιχεί σε άνθρακα ισοδύναμο με αυτόν που θα απορροφούσαν 3,3 δισ. δέντρα σε μία δεκαετία.

Καθεστώς: Το έργο έχει ενταχθεί στον κατάλογο Έργων Κοινού Ενδιαφέροντος της ΕΕ (Projects of Common Interest – PCI) και έλαβε θετική γνωμοδότηση από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή για την άδεια αποθήκευσης CO₂ στις αρχές Φεβρουαρίου 2026.
Χρονοδιάγραμμα: Η έναρξη λειτουργίας της πρώτης φάσης τοποθετείται γύρω στο 2026-2027.

Παράλληλα με την αποθήκευση, αναπτύσσεται το «Apollo CO2», το κομμάτι της αλυσίδας που αφορά τη μεταφορά: ένα δίκτυο αγωγών (στο οποίο εμπλέκεται και ο διαχειριστής φυσικού αερίου ΔΕΣΦΑ) που θα συγκεντρώνει τις εκπομπές από βιομηχανίες κυρίως στην Αττική και την Εύβοια, θα τις υγροποιεί σε ειδική μονάδα στη Ρεβυθούσα και θα τις φορτώνει σε πλοία με προορισμό τον Πρίνο.

Το «Prinos – Apollo CO2» πέρασε πρόσφατα (καλοκαίρι 2026) στη φάση δημόσιας διαβούλευσης/ενημέρωσης του κοινού, βήμα απαραίτητο πριν από την τελική αδειοδότηση.
Ο επικεφαλής του Τομέα Αποθήκευσης της EnEarth, Νικόλας Ρήγας, επισημαίνει ότι «οι υποδομές CCS αποτελούν κρίσιμο εργαλείο για τη διαχείριση των βιομηχανικών εκπομπών». Σύμφωνα με τα στοιχεία της εταιρείας, κατά τη διάρκεια ζωής του έργου, θα μπορούσε να αποθηκευθεί ποσότητα CO₂ ισοδύναμη με εκείνη που θα απορροφούσαν 3,3 δισ. δέντρα σε ορίζοντα δέκα ετών. Η ανάπτυξη της αλυσίδας CCS αναμένεται να συμβάλει στη δημιουργία περίπου 30.000 θέσεων εργασίας, ενισχύοντας την ανταγωνιστικότητα της ελληνικής βιομηχανίας και διατηρώντας την παραγωγική δραστηριότητα στη χώρα.

Το Market Test και η πρώτη πραγματική δοκιμασία της αγοράς

Παράλληλα με την αναδιάρθρωση της χρηματοδότησης, δρομολογείται και το επόμενο κρίσιμο βήμα για το έργο: η Δοκιμή Αγοράς (Market Test). Η EnEarth έχει ήδη αποστείλει στην ΕΔΕΥΕΠ τον σχετικό φάκελο και αναμένει την ολοκλήρωση της αξιολόγησης και την εισήγηση προς τη ΡΑΑΕΥ, προκειμένου να δοθεί η τελική έγκριση για την έναρξη της διαδικασίας.

Η εκτίμηση της εταιρείας είναι ότι η διαδικασία μπορεί να ξεκινήσει ακόμη και μέσα στον επόμενο μήνα. Αρχικά, θα διεξαχθεί η μη δεσμευτική φάση, κατά την οποία θα καταγραφεί το ενδιαφέρον της αγοράς για τη χρήση της υποδομής. Στη συνέχεια, θα ακολουθήσει η φάση των δεσμευτικών προσφορών, από την οποία θα προκύψει σαφέστερη εικόνα για τις ποσότητες διοξειδίου του άνθρακα που θα μπορούσαν να κατευθυνθούν στον Πρίνο.
Όπως επισημαίνουν στελέχη της εταιρείας, η Δοκιμή Αγοράς θα αποτελέσει την πρώτη πραγματική ένδειξη για το πώς αντιδρά η αγορά, πέρα από το θεωρητικό ενδιαφέρον που έχει εκδηλωθεί μέχρι σήμερα. Για τον λόγο αυτό, θεωρείται κρίσιμο βήμα όχι μόνο για τον Πρίνο, αλλά και συνολικά για την ανάπτυξη της αγοράς CCS στην Ελλάδα.

Μέχρι σήμερα, η EnEarth έχει υπογράψει περίπου 15 μνημόνια συνεργασίας με βιομηχανικούς φορείς, ενώ παράλληλα στην ελληνική αγορά βρίσκονται υπό ανάπτυξη έργα δέσμευσης διοξειδίου του άνθρακα συνολικής δυναμικότητας που υπερβαίνει τα 4 εκατ. τόνους ετησίως, ποσότητα σημαντικά μεγαλύτερη από τη δυναμικότητα της πρώτης φάσης του έργου.

Ποιοι θα «τροφοδοτήσουν» τον Πρίνο: Olympus, Ifestos, Iris

Ο Πρίνος δεν έχει νόημα χωρίς τις βιομηχανίες που θα δεσμεύουν CO₂ και θα το στέλνουν εκεί. Τρία μεγάλα έργα δέσμευσης, όλα χρηματοδοτούμενα από το ευρωπαϊκό Ταμείο Καινοτομίας (Innovation Fund), βρίσκονται σε εξέλιξη:

  • Olympus, της τσιμεντοβιομηχανίας ΗΡΑΚΛΗΣ (μέλους του ομίλου Holcim), στο εργοστάσιο Μηλακίου Ευβοίας. Επένδυση άνω των 300 εκατ. ευρώ, με στόχο τη δέσμευση περίπου 1 εκατ. τόνων CO₂ ετησίως. Η μελέτη βασικού σχεδιασμού (FEED) έχει ανατεθεί στη γαλλική Air Liquide και βρίσκεται σε φάση ολοκλήρωσης, με τη Μελέτη Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων να εκκρεμεί προς έγκριση από τη ΔΙΠΑ.
  • Ifestos (Ήφαιστος), της TITAN, στο εργοστάσιο Καμαρίου Βοιωτίας. Εκτιμώμενη επένδυση 584 εκατ. ευρώ, με στόχο δέσμευση 1,9 εκατ. τόνων CO₂ ετησίως, τη μεγαλύτερη δυναμικότητα ανάμεσα στα τρία έργα. Η μελέτη FEED έχει ανατεθεί στη γερμανική thyssenkrupp Polysius.
  • Iris, της MOTOR OIL, στο διυλιστήριο της Κορίνθου.

Επιπλέον, και η HellenίQ Energy έχει υποβάλει πρόταση χρηματοδότησης για δέσμευση περίπου 1 εκατ. τόνων ετησίως. Αν όλα τα έργα υλοποιηθούν όπως σχεδιάζονται, η συνολική ζήτηση δέσμευσης θα μπορούσε να φτάσει τα 4,5 εκατ. τόνους CO₂ ετησίως, αριθμός που, όπως θα δούμε παρακάτω, ξεπερνά τη διαθέσιμη χωρητικότητα του Πρίνου.
Ενδεικτικό της δυναμικής της αγοράς είναι το γεγονός ότι η EnEarth έχει ήδη υπογράψει 16 μη δεσμευτικά μνημόνια συνεργασίας με ελληνικές και ευρωπαϊκές βιομηχανίες, που αντιστοιχούν συνολικά σε ζήτηση αποθήκευσης άνω των 6 εκατ. τόνων ετησίως, άλλη μία ένδειξη ότι η ζήτηση υπερβαίνει κατά πολύ τη σημερινή χωρητικότητα του έργου.

Ο ρόλος του ΔΕΣΦΑ

Στη δημιουργία του πρώτου κόμβου CCS στη ΝΑ Ευρώπη στοχεύει ο ΔΕΣΦΑ, για τη συγκέντρωση του CO₂ από τους ρυπαντές, την υγροποίησή του και τη μεταφορά του για μόνιμη αποθήκευση, υπογραμμίζουν ανώτατα διοικητικά στελέχη του Οργανισμού. Όπως τονίζουν σε δημόσιες τοποθετήσεις τους, έχει ήδη ολοκληρωθεί ο βασικός σχεδιασμός του project «Apollo CO2» για την αρχική δυναμικότητα των 3 εκατ. τόνων CO₂ ετησίως, με σκοπό να εξυπηρετηθεί το πρώτο «κύμα» ρυπαντών, δηλαδή οι τσιμεντοβιομηχανίες και τα διυλιστήρια.

Η πρώτη φάση περιλαμβάνει ένα δίκτυο αγωγών 35 χιλιομέτρων, για την οποία έχει λάβει ο Διαχειριστής περίπου 200 εκατ. ευρώ από το Innovation Fund. Μέσα στο έτος θα ξεκινήσει επίσης ο βασικός σχεδιασμός της μονάδας υγροποίησης, που θα εγκατασταθεί στο terminal στη Ρεβυθούσα.

Το νομοθετικό πλαίσιο: Ο Ν. 5261/2025

Μέχρι πρόσφατα, η Ελλάδα δεν διέθετε ολοκληρωμένο νομικό πλαίσιο για το CCS, μόνο μια παλιά Κοινή Υπουργική Απόφαση (48416/2037/2011) που ενσωμάτωνε την ευρωπαϊκή οδηγία 2009/31/ΕΚ, χωρίς όμως να καλύπτει την πλήρη αλυσίδα δέσμευσης – χρήσης – μεταφοράς – αποθήκευσης, όπως αυτή έχει εξελιχθεί σήμερα. Το κενό αυτό καλύφθηκε με τον Νόμο 5261/2025 (ΦΕΚ Α’ 231/12.12.2025), ο οποίος:

Θεσπίζει για πρώτη φορά ένα συνεκτικό αδειοδοτικό πλαίσιο για ολόκληρη την αλυσίδα CCS, καλύπτοντας το κανονιστικό κενό που υπήρχε μέχρι σήμερα.

Προσδιορίζει με σαφήνεια τις αρμοδιότητες των διαφόρων φορέων και αρχών που εμπλέκονται στην αδειοδότηση και εποπτεία.

Ρυθμίζει το πλαίσιο πρόσβασης τρίτων σε υποδομές μεταφοράς και εγκαταστάσεις αποθήκευσης CO₂.

Προβλέπει τη δυνατότητα χορήγησης κρατικών ενισχύσεων τόσο στους κατόχους αδειών αποθήκευσης όσο και στους χρήστες των δικτύων, δηλαδή ανοίγει νομικά τον δρόμο για το σχήμα στήριξης που περιγράφεται παρακάτω.

Σε ένα δεύτερο σκέλος (Μέρος Β’), οργανώνει και την αγορά υδρογόνου, ενσωματώνοντας εν μέρει την Οδηγία (ΕΕ) 2024/1788.

Ο νόμος αντικατέστησε την παλιά ΚΥΑ και ευθυγράμμισε την ελληνική νομοθεσία με τις ευρωπαϊκές δεσμεύσεις, δίνοντας –τουλάχιστον σε επίπεδο αδειοδότησης– τη διαφάνεια που ζητούσαν οι επενδυτές.

Πατήστε εδώ και γίνετε συνδρομητής στο περιοδικό

Από το περιοδικό ΧΡΗΜΑ Ιουλίου – Αυγούστου 2026, τ.483