Ο Πρίνος εξελίσσεται στην πρώτη υπόγεια αποθήκη CO₂ της Νοτιοανατολικής Ευρώπης

του Κώστα Παπαγρηγόρη

Η τεχνολογία δέσμευσης, μεταφοράς και αποθήκευσης διοξειδίου του άνθρακα (Carbon Capture and Storage – CCS), που μέχρι πριν από λίγα χρόνια θεωρούνταν μια μακρινή λύση για την αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής, μετατρέπεται πλέον σε βασικό εργαλείο της ευρωπαϊκής βιομηχανικής πολιτικής. Για την Ελλάδα, η ανάπτυξη υποδομών CCUS (Carbon Capture, Utilization and Storage), που περιλαμβάνει και την αξιοποίηση του δεσμευμένου CO₂, αποτελεί μία από τις σημαντικότερες ενεργειακές και βιομηχανικές επενδύσεις της επόμενης δεκαετίας.

Ο κλάδος του CCS έχει αποκτήσει στη χώρα μας σημαντική δυναμική, γεγονός που μπορεί να δώσει ανταγωνιστικό πλεονέκτημα στις εγχώριες βιομηχανίες, αλλά και να επιτρέψει την ανάπτυξη σημαντικής τεχνογνωσίας σε έναν τομέα που θεωρείται περίπου μονόδρομος για τη μείωση του ανθρακικού αποτυπώματος, σε μια σειρά από παραγωγικούς κλάδους.
Ενδεικτικό αυτής της δυναμικής είναι το γεγονός ότι ελληνικές επιχειρήσεις έχουν αποσπάσει πόρους ύψους 1 δισ. ευρώ, σχεδόν αποκλειστικά ευρωπαϊκούς, για την υλοποίηση των project που σχεδιάζουν. Παράλληλα, ωριμάζουν έργα τα οποία αφορούν όλη την αλυσίδα αξίας στο CCS (δέσμευση CO₂, υγροποίηση και μεταφορά των εκπομπών, αποθήκευση των ρύπων). Επομένως, καλλιεργούνται οι προϋποθέσεις ώστε να δημιουργηθεί μια βιώσιμη αγορά.

Ωστόσο, στελέχη της αγοράς επισημαίνουν, σε δημόσιες τοποθετήσεις τους, ότι για να πάρουν σάρκα και οστά αυτά τα σχέδια, θα πρέπει να υπάρξει μια σειρά από μέτρα, σε εθνικό και ευρωπαϊκό επίπεδο, που να περιορίζουν το ρίσκο των επενδύσεων, το οποίο παραμένει, προσώρας, πολύ υψηλό.

Στο επίκεντρο βρίσκεται ο Πρίνος της Καβάλας, το εξαντλημένο κοίτασμα υδρογονανθράκων, που μετατρέπεται στην πρώτη υπόγεια αποθήκη διοξειδίου του άνθρακα στην Ανατολική Μεσόγειο. Η εγκατάσταση φιλοδοξεί να αποτελέσει τον βασικό κόμβο αποθήκευσης για τις ελληνικές ενεργοβόρες βιομηχανίες, επιτρέποντάς τους να μειώσουν δραστικά τις εκπομπές τους χωρίς να περιορίσουν την παραγωγική τους δραστηριότητα.
Η πρώτη φάση του έργου αναμένεται να τεθεί σε λειτουργία την περίοδο 2026-2027, έχοντας ήδη ολοκληρώσει τα βασικά αδειοδοτικά στάδια. Σε πλήρη ανάπτυξη, η εγκατάσταση θα μπορεί να αποθηκεύει έως 2,8 εκατ. τόνους CO₂ ετησίως, δημιουργώντας μια νέα αγορά περιβαλλοντικών υπηρεσιών στην Ελλάδα.

Τα έργα που ακολουθούν

Παράλληλα με την ανάπτυξη του Πρίνου, προχωρούν τρία μεγάλα έργα δέσμευσης διοξειδίου του άνθρακα σε ελληνικές βιομηχανικές εγκαταστάσεις. Πρόκειται για τα έργα Olympus, Ifestos και Iris, τα οποία χρηματοδοτούνται από το ευρωπαϊκό Ταμείο Καινοτομίας και βρίσκονται στο στάδιο του βασικού σχεδιασμού (Front End Engineering Design – FEED) και της περιβαλλοντικής αδειοδότησης.

Τα έργα αφορούν κυρίως κλάδους στους οποίους οι εκπομπές είναι ιδιαίτερα δύσκολο να εξαλειφθούν, όπως η παραγωγή τσιμέντου και άλλες ενεργοβόρες βιομηχανίες. Εκεί, ακόμη και η πλήρης ηλεκτροδότηση των εγκαταστάσεων δεν αρκεί για την επίτευξη μηδενικών εκπομπών, γεγονός που καθιστά τη δέσμευση του CO₂ ουσιαστικά μονόδρομο.

Η λειτουργία ενός ολοκληρωμένου συστήματος CCUS προϋποθέτει τη σύνδεση τριών κρίκων της ίδιας αλυσίδας: της δέσμευσης του διοξειδίου στην πηγή παραγωγής, της ασφαλούς μεταφοράς του –μέσω αγωγών ή ειδικών πλοίων– και της μόνιμης αποθήκευσής του σε κατάλληλους γεωλογικούς σχηματισμούς.

Καθοριστικό βήμα αποτέλεσε η ψήφιση του Ν. 5261/2025, ο οποίος δημιούργησε για πρώτη φορά ολοκληρωμένο θεσμικό πλαίσιο για την αδειοδότηση εγκαταστάσεων δέσμευσης, μεταφοράς και αποθήκευσης διοξειδίου του άνθρακα.
Βάσει του νέου πλαισίου, η Ελλάδα ευθυγραμμίζεται με το ευρωπαϊκό κανονιστικό περιβάλλον, παρέχοντας μεγαλύτερη ασφάλεια στους επενδυτές για έργα που απαιτούν υψηλά κεφάλαια και πολυετείς αποσβέσεις. Το νομοθετικό κενό αποτελούσε, μέχρι πρόσφατα, έναν από τους σημαντικότερους ανασταλτικούς παράγοντες για την υλοποίηση των επενδύσεων.

Η δύσκολη εξίσωση της χρηματοδότησης

Παρότι οι υποδομές αρχίζουν να αποκτούν θεσμική και τεχνική ωριμότητα, το μεγαλύτερο εμπόδιο παραμένει το οικονομικό.

Κράτος και βιομηχανία βρίσκονται σε διαπραγμάτευση για το μοντέλο στήριξης των έργων μέσω συμβάσεων διαφορών (Contracts for Difference – CfDs), οι οποίες θα καθορίσουν ποιος θα αναλάβει το πρόσθετο κόστος της δέσμευσης και αποθήκευσης του άνθρακα.

Η συζήτηση αφορά κυρίως την τιμή αναφοράς του άνθρακα, τον επιμερισμό του επενδυτικού κινδύνου και τις εγγυήσεις που θα δοθούν στις βιομηχανίες ώστε να προχωρήσουν στις επενδύσεις. Σύμφωνα με τις μέχρι σήμερα εκτιμήσεις, το συνολικό κόστος στήριξης μπορεί να φθάσει έως και τα 6 δισ. ευρώ σε ορίζοντα δεκαπέντε ετών.

Οι επιχειρήσεις υποστηρίζουν ότι χωρίς σταθερό μηχανισμό αποζημίωσης τα έργα δεν είναι οικονομικά βιώσιμα, καθώς το κόστος δέσμευσης και αποθήκευσης παραμένει σημαντικά υψηλότερο από τις σημερινές τιμές των δικαιωμάτων εκπομπών.

Η επόμενη πρόκληση

Ακόμη όμως κι αν λυθεί το ζήτημα της χρηματοδότησης, η Ελλάδα θα βρεθεί σύντομα αντιμέτωπη με ένα ακόμη κρίσιμο θέμα: τη διαθέσιμη χωρητικότητα αποθήκευσης.

Οι ανάγκες των ελληνικών βιομηχανιών εκτιμάται ότι μπορούν να φτάσουν έως και τα 4,5 εκατ. τόνους CO₂ ετησίως, ενώ ο Πρίνος θα μπορεί να υποδέχεται έως 2,8 εκατ. τόνους. Η διαφορά αυτή σημαίνει ότι θα απαιτηθεί είτε νέα επέκταση της εγκατάστασης είτε συνεργασία με υπόγειες αποθήκες άλλων ευρωπαϊκών χωρών.

Το CCUS δεν αποτελεί πλέον μια τεχνολογία του μέλλοντος, αλλά κρίσιμο παράγοντα διατήρησης της ανταγωνιστικότητας της ευρωπαϊκής βαριάς βιομηχανίας. Για την Ελλάδα η επιτυχία του εγχειρήματος θα εξαρτηθεί από το κατά πόσο θα καταφέρει να συνδυάσει εγκαίρως υποδομές, θεσμικό πλαίσιο και βιώσιμο χρηματοδοτικό μοντέλο, ώστε η απανθρακοποίηση να εξελιχθεί σε αναπτυξιακή ευκαιρία και όχι σε πρόσθετο κόστος για την παραγωγή.

 

Πατήστε εδώ και γίνετε συνδρομητής στο περιοδικό

Από το περιοδικό ΧΡΗΜΑ Ιουλίου – Αυγούστου 2026, τ.483