Στα ίδια επίπεδα με την αντίστοιχη περσινή περίοδο διαμορφώθηκαν οι κίνδυνοι τους οποίους ανέλαβαν οι ασφαλιστικές επιχειρήσεις στην Ελλάδα από τις ασφαλιστικές εργασίες τους ή στους οποίους ήταν εκτεθειμένες από το επενδυτικό τους χαρτοφυλάκιο κατά το 2018.

Δεν υπήρξαν, δηλαδή,  ουσιαστικές μεταβολές επ’ αυτού, όπως σημειώνεται από την Επισκόπηση του Ελληνικού Χρηματοπιστωτικού Συστήματος της Τραπέζης της Ελλάδος, ωστόσο ο ασφαλιστικός κίνδυνος αφορά κυρίως τον κίνδυνο ασφαλίσεων κατά ζημιών και ο κίνδυνος αγοράς αφορά κυρίως τους κινδύνους μετοχών και πιστωτικών περιθωρίων.

Στην ίδια έκθεση της ΤτΕ, σημειώνεται ότι όλοι οι κίνδυνοι που παρουσιάζονται παρακάτω προέρχονται από την ανάλυση της καθαρής Κεφαλαιακής Απαίτησης Φερεγγυότητας των ασφαλιστικών επιχειρήσεων κατά το 2018, μετά την επίπτωση της αντασφάλισης, η οποία είναι σημαντική κυρίως για τους καταστροφικούς κινδύνους (κλάδοι πυρός-σεισμού).

Διαβάστε αναλυτικά την Επισκόπηση του Ελληνικού Χρηματοπιστωτικού Συστήματος

Ποιες οι προκλήσεις ανά κλάδο

  • Ασφαλιστικές επιχειρήσεις κατά ζημιών

Στις ασφαλιστικές επιχειρήσεις κατά ζημιών, ο μεγαλύτερος κίνδυνος είναι ο ασφαλιστικός, ο οποίος συνεισφέρει κατά 67,2% (από 64,5% το 2017 και 68,6% το 2016) στη διαμόρφωση του προφίλ κινδύνου τους, ενώ ο αμέσως επόμενος κίνδυνος, αλλά σημαντικά μικρότερος, είναι ο κίνδυνος αγοράς, ο οποίος συνεισφέρει στη διαμόρφωση του προφίλ κινδύνου τους κατά 37,8% (από 42,4% το 2017 και 34,0% το 2016).

Ο επόμενος κατά σειρά σημαντικότητας κίνδυνος είναι ο κίνδυνος αθέτησης αντισυμβαλλομένου με συνεισφορά 11,2%, παρουσιάζοντας μείωση σε σχέση με το προηγούμενο έτος κατά 1,4%, ενώ ο λειτουργικός κίνδυνος παραμένει αρκετά μικρός, περίπου 6,7% (από 6% το προηγούμενο έτος). Τέλος, τα οφέλη από τη διαφοροποίηση των κινδύνων συνεισφέρουν στη διαμόρφωση του προφίλ κινδύνου τους αφαιρετικά, καθώς μειώνουν τον κίνδυνο κατά 24,6% περίπου.

Τα ανωτέρω συμπεράσματα αφορούν το σύνολο των ασφαλιστικών επιχειρήσεων κατά ζημιών, ενώ η εικόνα των κινδύνων διαφοροποιείται σημαντικά μεταξύ των επί μέρους ασφαλιστικών επιχειρήσεων.

  • Ασφαλιστικές επιχειρήσεις ζωής

Στις τρεις ασφαλιστικές επιχειρήσεις που ασκούν αποκλειστικά ασφαλίσεις ζωής, ο μεγαλύτερος κίνδυνος είναι ο ασφαλιστικός, με ποσοστό περίπου 70,4% (παραμένοντας στα ίδια περίπου επίπεδα σε σχέση με το προηγούμενο έτος), ενώ ο αμέσως επόμενος κατά σειρά σημαντικότητας είναι κίνδυνος αγοράς με 36,6% (από 33,2% κατά το προηγούμενο
έτος)

Τόσο ο λειτουργικός κίνδυνος όσο και ο κίνδυνος αθέτησης αντισυμβαλλομένου παρουσιάζουν σχετική σταθερότητα σε σχέση με το προηγούμενο έτος (8,8% και 2,8% αντίστοιχα). Τα οφέλη από τη διαφοροποίηση των κινδύνων κινούνται σε παρόμοιο επίπεδο με των ασφαλιστικών κατά ζημιών (περίπου 24%).

  • Ασφαλιστικές εταιρίες μικτής δραστηριότητας

Στις ασφαλιστικές επιχειρήσεις που ασκούν ταυτοχρόνως ασφαλίσεις ζωής και κατά ζημιών (ασφαλιστικές εταιρίες μικτής δραστηριότητας), η συνεισφορά των διαφόρων κινδύνων στο προφίλ των κινδύνων τους διαφοροποιείται σημαντικά.

Ο μεγαλύτερος κίνδυνος είναι αυτός της αγοράς καθώς συνεισφέρει κατά 41,3% (από 41,8% το προηγούμενο έτος), ενώ οι ασφαλιστικοί κίνδυνοι κατά ζημιών, ζωής και ασθενείας συνεισφέρουν με ποσοστό 37,6%, 25,6% και 17,5% (τα ποσοστά αυτά βρίσκονται σε παρόμοιο επίπεδο με τα αντίστοιχα το προηγούμενο έτος).

Επιπλέον, ο κίνδυνος αθέτησης αντισυμβαλλομένου κινείται σε υψηλά επίπεδα, αν και είναι μειωμένος σε σχέση με τα προηγούμενα έτη (περίπου 11,6%, από 12,5% το 2017 και 15% το 2016). Τα οφέλη από τη διαφοροποίηση είναι αρκετά σημαντικά (μειώνουν τον κίνδυνο κατά 41,6% περίπου), καθώς οι επιχειρήσεις αυτές έχουν μεγαλύτερες δυνατότητες ανάληψης ασυσχέτιστων ή και, σε ορισμένες περιπτώσεις, αρνητικά συσχετισμένων κινδύνων.

Σε αυτό το σημείο αξίζει να σημειωθεί ότι η μεγάλη ανομοιογένεια των ασφαλιστικών επιχειρήσεων που προέρχεται κυρίως από το γεγονός ότι οι επιχειρήσεις μικτής δραστηριότητας διαχωρίζονται σε αυτές που αναλαμβάνουν
κατά κύριο λόγο κινδύνους ασφαλίσεων ζωής, καθώς δεν μπορούν να ασκήσουν ασφαλίσεις κατά ζημιών πέραν από αυτές που περιλαμβάνουν κινδύνους ασθενείας, και σε αυτές που αναλαμβάνουν κατά κύριο λόγο κινδύνους ασφαλίσεων κατά ζημιών.

Ομοίως, η μεγάλη ανομοιογένεια που εμφανίζει ο κίνδυνος ασφαλίσεων ζωής οφείλεται στο μικρό αριθμό ασφαλιστικών επιχειρήσεων που αναλαμβάνουν σημαντικό ασφαλιστικό κίνδυνο ζωής.

Ο κίνδυνος αγοράς των ασφαλιστικών επιχειρήσεων

Αναφορικά με τον κίνδυνο αγοράς, ο οποίος αποτελεί περίπου το 40,2% του συνολικού κινδύνου των ασφαλιστικών επιχειρήσεων, αυτό που φαίνεται είναι ότι υπάρχουν μεγάλες διαφοροποιήσεις μεταξύ των ασφαλιστικών επιχειρήσεων. Οι ασφαλιστικές επιχειρήσεις κατά ζημιών παρουσιάζουν μεγάλη έκθεση στον κίνδυνο συγκέντρωσης (41% του συνολικού κινδύνου τους, από 38% το προηγούμενο έτος) και στους κινδύνους πιστωτικών περιθωρίων (26%), ακινήτων (29%) και μετοχών (29%).

Σε αντίθεση με τις ασφαλιστικές επιχειρήσεις κατά ζημιών, ο μεγαλύτερος κίνδυνος των ασφαλιστικών επιχειρήσεων ζωής είναι ο κίνδυνος μετοχών και ο συναλλαγματικός κίνδυνος, οι οποίοι ανέρχονται στο 51% (από 57% το προηγούμενο έτος) και στο 32% (από 9% το προηγούμενο έτος) αντίστοιχα. Αξιοσημείωτο είναι ότι ο κίνδυνος επιτοκίου επανήλθε σε επίπεδα ελαφρώς υψηλότερα του 2016, μετά την μεγάλη αύξηση που είχε παρουσιάσει το 2017 (15% το 2018, 37% το 2017 και 10% το 2016). Ο κίνδυνος ακινήτων είναι σχεδόν μηδενικός.

Οι ασφαλιστικές επιχειρήσεις μικτής δραστηριότητας παρουσιάζουν μεγάλη ανομοιομορφία ως προς την έκθεσή τους στους κινδύνους της αγοράς. Σε κάθε κατηγορία κινδύνου αγοράς, υπάρχουν ασφαλιστικές επιχειρήσεις με σχεδόν μηδενική έκθεση, όπως και ασφαλιστικές επιχειρήσεις με αρκετά μεγάλη έκθεση.

Ενδεικτικός είναι ο κίνδυνος μετοχών, ο οποίος αποτελεί, σε ορισμένες περιπτώσεις, μέχρι και το 75% του συνολικού κινδύνου αγοράς στον οποίο εκτίθενται. Στις επιχειρήσεις αυτές, ο μεγαλύτερος εκ των κινδύνων αγοράς είναι ο κίνδυνος πιστωτικών περιθωρίων, με ποσοστό 42%, και ακολουθεί ο κίνδυνος μετοχών με ποσοστό 32%.

Η φερεγγυότητα των Ασφαλιστικών Επιχειρήσεων

Η ελληνική ασφαλιστική αγορά εμφανίζει επάρκεια κεφαλαίων καλής ποιότητας. Η Κεφαλαιακή Απαίτηση Φερεγγυότητας (SCR) για το σύνολο της ασφαλιστικής αγοράς στις 31.12.2018 διαμορφώθηκε σε 1,7 δισεκ. ευρώ (από 1,8 δισεκ. ευρώ το προηγούμενο έτος), με τα συνολικά επιλέξιμα ίδια κεφάλαια να ανέρχονται σε 3 δισεκ. ευρώ (από 3,1 δισεκ. ευρώ το προηγούμενο έτος).

Επιπροσθέτως, η συνολική Ελάχιστη Κεφαλαιακή Απαίτηση (MCR) διαμορφώθηκε σε 648 εκατ. ευρώ
(από 658 εκατ. ευρώ το προηγούμενο έτος), με τα αντίστοιχα συνολικά επιλέξιμα ίδια κεφάλαια να ανέρχονται σε 2,8 δισεκ. ευρώ (από 2,98 δισεκ. ευρώ το προηγούμενο έτος) και να αφορούν εξολοκλήρου κεφάλαια Κατηγορίας 1.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here