Σε ιστορικά υψηλά επίπεδα παραμένει η πίεση στην ελληνική οικονομία, καθώς το συνολικό ιδιωτικό χρέος εκτινάχθηκε στα 407,6 δισ. ευρώ κατά το τρίτο τρίμηνο του 2025. Τα στοιχεία αυτά προκύπτουν από το παρθενικό τεύχος του «Τριμηνιαίου Δελτίου για το Ιδιωτικό Χρέος στην Ελληνική Οικονομία», μια νέα στρατηγική συνεργασία του ΙΟΒΕ και της CEPAL, η οποία φιλοδοξεί να αποτελέσει τον μόνιμο μηχανισμό παρακολούθησης της εγχώριας χρηματοπιστωτικής σταθερότητας.
Οι δύο «πηγές» της ανόδου
Η αύξηση του χρέους, σύμφωνα με την ανάλυση, δεν είναι μονοδιάστατη. Από τη μία πλευρά, η πιστωτική επέκταση —η διοχέτευση νέου χρήματος στην αγορά μέσω τραπεζικών χορηγήσεων— λειτούργησε ως μοχλός ανάπτυξης αλλά και συσσώρευσης υποχρεώσεων. Από την άλλη, το πλέον ανησυχητικό στοιχείο παραμένει η διαρκής διόγκωση των οφειλών προς το Δημόσιο (Εφορία και Ασφαλιστικά Ταμεία), επιβεβαιώνοντας πως ένα μεγάλο τμήμα της κοινωνίας αδυνατεί να ανταποκριθεί στις φορολογικές του υποχρεώσεις.
Ακίνητα: Η «βόμβα» της προσιτότητας
Ιδιαίτερη βαρύτητα δίνεται στην αγορά ακινήτων, η οποία αναλύεται μέσω των δεδομένων της ReDataset. Παρά την άνοδο των αντικειμενικών και εμπορικών αξιών, η έκθεση κρούει τον κώδωνα του κινδύνου για την προσιτότητα της στέγασης. Οι υψηλές τιμές, σε συνδυασμό με το ιδιωτικό χρέος, δημιουργούν ένα εκρηκτικό κοκτέιλ που δυσχεραίνει την πρόσβαση σε στέγη για χιλιάδες πολίτες, ενώ τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια (NPLs) εξακολουθούν να διατηρούνται σε επίπεδα που απαιτούν διαρκή εγρήγορση.
Οικονομία δύο ταχυτήτων: Σύγκλιση με εμπόδια
Η εικόνα της ελληνικής οικονομίας για το 2025 εμφανίζεται ανθεκτική, με τις επενδύσεις και τις εξαγωγές να οδηγούν τη σύγκλιση με την Ευρωζώνη. Ωστόσο, το κλίμα για το 2026 επιβαρύνεται ήδη από την έντονη γεωπολιτική αβεβαιότητα.
Σύμφωνα με τους αναλυτές του ΙΟΒΕ, οι προκλήσεις παραμένουν δομικές:
* Πληθωριστικές πιέσεις που ροκανίζουν το διαθέσιμο εισόδημα.
* Εξωτερικές ανισορροπίες στο εμπορικό ισοζύγιο.
* Υψηλά επίπεδα δημόσιου χρέους, που σε συνδυασμό με το ιδιωτικό, περιορίζουν τα δημοσιονομικά περιθώρια.
Ειδική μελέτη: Η «ακτινογραφία» των μισθών (2016-2025)
Σε μια προσπάθεια να κατανοηθεί η πραγματική αγοραστική δύναμη των Ελλήνων, το πρώτο τεύχος περιλαμβάνει μια εμπεριστατωμένη έρευνα για την εξέλιξη των μισθών στον ιδιωτικό τομέα. Καλύπτοντας την περίοδο από το 2016 έως το 2025, η μελέτη αποτυπώνει την πορεία ανάκαμψης των αμοιβών μετά την κρίση, αλλά και τις προκλήσεις που θέτει η ακρίβεια των τελευταίων ετών στην πραγματική αξία των μισθών.
Αναλυτικότερα, στην περίληψη της πρώτης μελέτης επισημαίνονται επίσης μεταξύ άλλων τα ακόλουθα:
Στην αγορά ακινήτων, η οικοδομική δραστηριότητα ανέκαμψε σταδιακά μετά την κρίση, μαζί με την αύξηση των επενδύσεων, αν και το 2025 παρατηρήθηκε επιβράδυνση.
– Οι τιμές κατοικιών αυξάνονται έντονα από το 2017, ιδιαίτερα στις αστικές περιοχές.
– Η προσιτότητα κατοικίας παραμένει σημαντική πρόκληση στην Ελλάδα.
– Η στεγαστική πίστη ανακάμπτει σταδιακά, αλλά παραμένει περιορισμένη.
– Οι πλειστηριασμοί ακινήτων συνεχίζονται, συμβάλλοντας στη διαχείριση των προβληματικών περιουσιακών στοιχείων.
Το συνολικό ιδιωτικό χρέος (προς χρηματοπιστωτικά ιδρύματα, εφορία και ασφαλιστικά ταμεία) αυξήθηκε στα 407,6 δισ. ευρώ το γ’ τρίμηνο του 2025, κυρίως λόγω της πιστωτικής επέκτασης αλλά και της συνεχιζόμενης συσσώρευσης οφειλών προς το Δημόσιο.
– Οι ληξιπρόθεσμες οφειλές παραμένουν υψηλές (235,6 δισ. ευρώ, 58% του συνόλου), κυρίως προς εφορία και ασφαλιστικά ταμεία (~70%).
– Το συνολικό χρέος σε δάνεια αυξήθηκε στα 245 δισ. ευρώ (~98,6% του ΑΕΠ), με τα επιχειρηματικά δάνεια να αποτελούν το μεγαλύτερο μέρος.
– Τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια αντιστοιχούν στο 30% των συνολικών δανείων (73,9 δισ. ευρώ), με το μεγαλύτερο μέρος να διαχειρίζεται από εταιρείες διαχείρισης (68 δισ. ευρώ).
Η ειδική ενότητα της έκθεσης αναλύει τις τάσεις μισθών στον ιδιωτικό τομέα στην Ελλάδα (2016-2025), επισημαίνοντας ότι η αύξηση του μέσου μισθού υπολείπεται των αυξήσεων του κατώτατου μισθού, ιδιαίτερα στις μικρότερες επιχειρήσεις και στον τομέα των υπηρεσιών.










