Το κρίσιμο ζήτημα του στασιμοπληθωρισμού στον κλάδο των τροφίμων αναλύει ο πρόεδρος ΕΒΕΠ, Βασίλης Κορκίδης σε άρθρο του.

Αναλυτικά το άρθρο:

Η Ευρώπη βρίσκεται αντιμέτωπη με τη θεωρία του “μεγάλου στασιμοπληθωρισμού”, γνωστή στους ειδικούς ως “stagflation”, που περιγράφει μια οικονομική κατάσταση όπου συνδυάζονται η στασιμότητα της οικονομικής ανάπτυξης με τον υψηλό πληθωρισμό. Ωστόσο, στη περίπτωση των τροφίμων, αυτά τα φαινόμενα δυσχεραίνουν τις πολιτικές αντιμετώπισης της κατάστασης, ενώ οι ακριβείς αιτίες και οι τρόποι αντιμετώπισης εξαρτώνται από πολλές παραμέτρους. Ο στασιμοπληθωρισμός στα τρόφιμα είναι πιθανός, όταν οι τιμές των τροφίμων επιμένουν να αυξάνονται σε συνδυασμό με τη στασιμότητα της οικονομίας. Αυτό ευτυχώς δεν συμβαίνει στην ελληνική οικονομία, όμως έχει σοβαρές επιπτώσεις στους καταναλωτές. Ο ρυθμός του πληθωρισμού των τροφίμων στην ΕΕ και στην Ελλάδα έχει φτάσει σε υπερδιπλάσιο ποσοστό, έναντι του Γενικού Δείκτη Τιμών Καταναλωτή. Σύμφωνα με την ΕΛΣΤΑΤ ο πληθωρισμός στην Ελλάδα τον Ιούλιο ήταν 2,5%, ενώ ο πληθωρισμός στα τρόφιμα 12,3%, έναντι 12,5% στην ευρωζώνη. Πολλές μάλιστα χώρες είχαν υψηλότερο ρυθμό ανατιμήσεων στα τρόφιμα και τα μη αλκοολούχα ποτά, όπως η Γερμανία 13,8%, η Γαλλία 14,3% και η Ολλανδία 13%.

Στην Ελλάδα σε σύνολο 60 κατηγοριών τροφίμων και ποτών οι τιμές, μέσα σε ένα εξάμηνο, αυξήθηκαν σε 52 κατηγορίες, ενώ μόνο σε 8 κατηγορίες καταγράφηκαν μειωμένες τιμές της τάξης 2-4%. Οι ανατιμήσεις των τροφίμων κατά τη διάρκεια του καλοκαιριού κυμάνθηκαν από 5 έως 17% και με αύξηση ρεκόρ 41% στα φρούτα.

Και ενώ όλοι ευελπιστούμε ότι οι παγκόσμιες τιμές των τροφίμων αργά ή γρήγορα θα μειωθούν, η Oxford Economics τονίζει πως θα παραμείνουν 25% υψηλότερες από τη δεκαετία πριν την πανδημία.

Οι συνεχείς αυξήσεις στις τιμές των τροφίμων οφείλονται σε πολλούς παράγοντες, όπως η αύξηση της ζήτησης λόγω ανάπτυξης του πληθυσμού, καιρικές συνθήκες που επηρεάζουν τη γεωργία, δυσκολίες στην παραγωγή και διανομή, καθώς και αλλαγές στις διαδρομές του εμπορίου. Η Ευρώπη όπως επιβεβαιώνεται είναι ευάλωτη στις αυξήσεις των τιμών τροφίμων. Η εξάρτηση της από τις εισαγωγές, οι κλιματικές αλλαγές, οι αυξανόμενες απαιτήσεις για τρόφιμα, η τιμολογιακή πολιτική, η συγκέντρωση βασικών τροφίμων από πολυεθνικές, καθώς και η έλλειψη εργατών γης, δημιουργούν πιέσεις στις τιμές των τροφίμων. Επιπλέον, κεντρικές πολιτικές αποφάσεις και κοινοτικές επιδοτήσεις επηρεάζουν τις τιμές των τροφίμων στην Ευρώπη. Η ακρίβεια επηρεάζει την πρόσβαση με αποτέλεσμα οι ευάλωτες ομάδες πληθυσμού να μην μπορούν πλέον να αγοράσουν επαρκή ποσότητα.

Η επισιτιστική κρίση μπορεί λοιπόν να απειλήσει την Ευρώπη, όταν συνδυαστούν συγκεκριμένοι παράγοντες, όπως φυσικές καταστροφές, ελλείψεις στις διεθνείς αγορές, καθυστερημένες κεντρικές αποφάσεις και οικονομικές δυσκολίες. Για να αντιμετωπιστούν τέτοιες πιθανές κρίσεις, σημαντικό ρόλο παίζει η καλή διαχείριση των ευρωπαϊκών πόρων και η λήψη κατάλληλων και έγκαιρων προληπτικών μέτρων από τις κυβερνήσεις και την Ευρωπαϊκή Επιτροπή. Ο πόλεμος στην Ουκρανία έχει σοβαρές και πολυδιάστατες επιπτώσεις σε πολλούς τομείς και χώρες της ευρύτερης περιοχής, που περιλαμβάνουν αβεβαιότητα, ακρίβεια και εμπόδια στις επιχειρήσεις από εμπορικούς περιορισμούς. Η εξέλιξη και η διάρκεια του πολέμου δημιουργεί πολύπλοκες συνθήκες, αφού δυστυχώς, τα τρόφιμα ακόμα και σήμερα χρησιμοποιούνται ως όπλο.

Οι αιτίες που οδηγούν στο στασιμοπληθωρισμό των τροφίμων για να αντιμετωπιστούν απαιτείται συνδυασμός μέτρων που να περιορίζουν τις τιμές, να υποστηρίζουν με ενισχύσεις τους αγρότες και την αύξηση της εγχώριας παραγωγής τροφίμων. Η κλιματική κρίση είναι κατά βάση στασιμοπληθωριστική, αφού υψηλές θερμοκρασίες, ξηρασία, πλημμύρες επηρεάζουν αρνητικά τη γεωργία και τις εκτάσεις καλλιέργειας, φρούτων, λαχανικών και λαδιού, οδηγώντας τον Ευρωπαϊκό Νότο στη μεγαλύτερη μείωση της τετραετίας σε παραγωγή τροφίμων. Επίσης οι συνθήκες αναγκάζουν τους αγρότες σε ακριβότερες πρακτικές προστασίας και αντιμετώπισης των κλιματικών κινδύνων. Άλλοι λόγοι που σχετίζονται εκτός από την επιδείνωση των αγροτικών συνθηκών, είναι οι αλλαγές στη προσφορά και τη ζήτηση σύμφωνα με τις αυξανόμενες προτιμήσεις των καταναλωτών σε οικολογικά παραγόμενα τρόφιμα, που προϋποθέτουν αύξηση του κόστους παραγωγής. Άλλο πρόβλημα είναι και οι οικονομικές απώλειες για τους παραγωγούς, αφού εάν η ζήτηση μειωθεί λόγω ακρίβειας, θα τους οδηγήσει σε μείωση του εισοδήματος τους στο μέλλον. Ο βασικός λοιπόν κίνδυνος που δημιουργείται στα τρόφιμα είναι η επισιτιστική ανασφάλεια.

Οι επιπτώσεις στο τομέα των τροφίμων αποτελούν σημαντικό μέρος της οικονομίας, αφού έχουν κοστίσει μέσα σε ένα χρόνο επιπλέον 14 δις ευρώ στους ευρωπαίους καταναλωτές, ενώ οι αλλαγές στην κατανάλωση και τις τιμές μπορούν να επηρεάσουν την ανάπτυξη και την απασχόληση. Τα είδη διατροφής είναι άλλωστε η σημαντικότερη κατηγορία αγαθών στον υπολογισμό του πληθωρισμού, με στάθμιση 22% που σημαίνει ότι οι ανατιμήσεις στα τρόφιμα αποτυπώνονται έντονα στον ΔΤΚ. Αυτό έχει δυνητικά αντίκτυπο στην οικονομία και στην ευημερία των ανθρώπων. Σε αυτές τις καταστάσεις, η διαχείριση και η λήψη κατάλληλων πολιτικών μπορούν να παίξουν κρίσιμο ρόλο στην αντιμετώπιση των προβλημάτων και στη διασφάλιση της βιώσιμης πρόσβασης στα τρόφιμα. Οι ευρωπαίοι πολιτικοί πρέπει λοιπόν να είναι προσεκτικοί στην αντιμετώπιση των πιθανών απειλών του στασιμοπληθωρισμού στον τομέα των τροφίμων, που μπορεί να δημιουργήσει αρκετά προβλήματα τόσο στους καταναλωτές, όσο και στους παραγωγούς. Ανάλογα μάλιστα με την κλίμακα των αλλαγών, τα προβλήματα στην Ευρώπη μπορεί να γίνουν πιο σοβαρά για την οικονομία γενικότερα και να επηρεάσουν την κοινωνία συνολικά.

Σε κάθε περίπτωση πρέπει να έχουμε κατά νου ότι η μάχη με τον πληθωρισμό κατά πάσα πιθανότητα θα είναι μεγάλης διάρκειας, με την ΕΚΤ να προβλέπει, λόγω του τιμαρίθμου των τροφίμων, ότι δεν θα “πιάσει” τον στόχο του 2% ούτε το 2024. Στο πλαίσιο αυτό, η ελληνική κυβέρνηση συνεχίζει τους ελέγχους στην αγορά, αλλά και τη στήριξη στα νοικοκυριά, που ενισχύονται για τις αγορές τους σε σούπερ μάρκετ και καταστήματα τροφίμων μέσω του Market Pass, το οποίο θα παραταθεί έως τον Οκτώβριο και καλύπτει σχεδόν το 10% των καθημερινών αγορών ενισχύοντας 2,8 εκατ. οικογένειες με 22 μέχρι και 100 ευρώ, κάθε μήνα. Παράλληλα, συνεχίζεται και εμπλουτίζεται το “Καλάθι του Νοικοκυριού”, ένα εργαλείο που αυξάνει τη διαφάνεια και τον ανταγωνισμό στην αγορά. Αυτές οι πρωτοβουλίες συμπληρώνουν το θετικό αποτέλεσμα που έχει στο διαθέσιμο εισόδημα των πολιτών η ενίσχυση του εισοδήματος μέσω της αύξησης μισθών και συντάξεων, τη μείωση της ανεργίας και τη μείωση φόρων, η οποία ελάφρυνε τους φορολογούμενους από βάρη της τάξης των 7 δις ευρώ την προηγούμενη τετραετία και προβλέπει άλλα 4 δις για την επόμενη.

Η Ελλάδα έχει σταθερά τον πέμπτο χαμηλότερο ρυθμό αύξησης των τιμών ανάμεσα στα κράτη-μέλη της ευρωζώνης, ενώ είναι μία από τις ελάχιστες χώρες που βρίσκονται κοντά στον ευρύτερο στόχο της ΕΚΤ για τιμάριθμο της τάξης του 2%. Όμως σε εθνικό επίπεδο, δύσκολα μπορεί να περιορισθεί η πρακτική των πολυεθνικών εταιρειών να πουλάνε τα προϊόντα τους ακριβότερα στην Ελλάδα.

Θα πρέπει λοιπόν σε κεντρικό ευρωπαϊκό επίπεδο να βρεθεί λύση, πριν η αποκλιμάκωση των τιμών στο ράφι, δεν προκύψει από την μείωση του κόστους της παραγωγής και εφοδιασμού, αλλά από την “εξ ανάγκης” μείωση της κατανάλωσης. Μια τέτοια αρνητική εξέλιξη θα είναι επιζήμια για όλους, αφού θα περιορίσει το μερίδιο όλων των επιχειρήσεων τροφίμων στην Ευρωπαϊκή αγορά, μετατρέποντας τη θεωρία του μεγάλου στασιμοπληθωρισμού σε πραγματικότητα. Η ΕΕ για την αποφυγή μιας επισιτιστικής κρίσης θα πρέπει να έχει ως πρότυπο ενέργειες αντίστοιχες με αυτές για την αντιμετώπιση της πρόσφατης ενεργειακής κρίσης, αλλά αυτή τη φορά, ταχύτερα και με μόνιμα μέτρα, διατροφικής απεξάρτησης της Ευρώπης.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here