του Γιώργου Λαγαρία, Chief Economist, Director Economics Hub, Forvis Mazars Financial Planning UK
Τα τελευταία είκοσι χρόνια, έχω δραστηριοποιηθεί στις αγορές ως trader, διαχειριστής επενδύσεων, διαχειριστής κεφαλαίων, αρθρογράφος, στρατηγικός αναλυτής και οικονομολόγος. Έχω βιώσει από πρώτο χέρι τη δεύτερη χειρότερη χρηματοπιστωτική κρίση των τελευταίων 150 ετών, το Great Lockdown, μια στάση πληρωμών κρατικού χρέους, την άνοδο και την επιβράδυνση της παγκοσμιοποίησης, καθώς και την ανάδυση της Τεχνητής Νοημοσύνης. Σε αυτήν τη διαδρομή, έχω πραγματοποιήσει περισσότερες από 1.000 συνεντεύξεις με διαχειριστές κεφαλαίων από δεκάδες επενδυτικούς οίκους.
Μεταξύ των θεμάτων στα οποία συγκλίνουμε οι περισσότεροι είναι ότι η επιτυχής διαχείριση χαρτοφυλακίων συνοψίζεται σε μία βασική αρχή: πέραν της τεχνικής κατάρτισης, της μελέτης, της εμπειρίας και του δικτύου επαφών, αυτό που καθιστά έναν διαχειριστή αξιόπιστο είναι να «είναι ασφαλής». Και για να το επιτύχει, οφείλει να κάνει ένα βήμα πίσω, να πάρει μια ανάσα και να εξετάσει τη συνολική εικόνα.
Ποια είναι, λοιπόν, η μεγάλη εικόνα στον πόλεμο με το Ιράν;
1. Οι αγορές λειτουργούν κανονικά
2. Οι ναυτιλιακές αγορές προσαρμόζονται
Η επίθεση ΗΠΑ-Ισραήλ στο Ιράν και το de facto κλείσιμο των Στενών του Ορμούζ, που οδήγησε σε απότομη άνοδο των τιμών ενέργειας, συνιστούν γεωπολιτική κρίση και όχι χρηματοπιστωτική. Όπως επισημάναμε και τον περασμένο Ιούλιο, οι γεωπολιτικές κρίσεις ενδέχεται να έχουν βραχυπρόθεσμες αρνητικές επιπτώσεις στα περιουσιακά στοιχεία κινδύνου, όχι όμως μακροπρόθεσμες.
Ο λόγος είναι ότι δεν παρεμποδίζουν τη φυσιολογική λειτουργία των χρηματοπιστωτικών αγορών. Όσο αυτές λειτουργούν ομαλά, βρίσκουν τρόπους εξισορρόπησης και μετριασμού του κινδύνου, ακόμη και με τη συνδρομή των κεντρικών τραπεζών, εφόσον απαιτηθεί.
Καθώς διαβάζετε αυτές τις γραμμές, παρά την ύπαρξη πολλών πωλητών, υπάρχουν επαρκείς αγοραστές ώστε οι συναλλαγές να διατηρούνται εντός αποδεκτού –θα μπορούσε να ειπωθεί και φυσιολογικού– εύρους μεταβλητότητας. Παράλληλα, οι αποτιμήσεις παραμένουν σε διψήφια ποσοστά άνω των μακροχρόνιων μέσων όρων τους.
Στην αγορά ομολόγων, οι υψηλότερες τιμές πετρελαίου έχουν οδηγήσει σε άνοδο των αποδόσεων. Αυτό αντανακλά την ενσωμάτωση υψηλότερων πληθωριστικών προσδοκιών και, συνακόλουθα, τη μείωση των προσδοκιών για περαιτέρω μειώσεις επιτοκίων.
Ωστόσο, η εικόνα δεν είναι μονοδιάστατα αρνητική. Παρότι τα ομόλογα δεν λειτούργησαν ως ασφαλές καταφύγιο –κυρίως λόγω μεταβολής των προσδοκιών για τα επιτόκια–, η καμπύλη αποδόσεων των ΗΠΑ δεν καθίσταται πιο απότομη, αλλά πιο επίπεδη, γεγονός που σημαίνει ότι τα βραχυπρόθεσμα επιτόκια αυξάνονται ταχύτερα από τα μακροπρόθεσμα.
Παρά τον τεχνικό χαρακτήρα του ζητήματος, η κίνηση αυτή υποδηλώνει ότι οι αγορές προεξοφλούν λιγότερες μειώσεις επιτοκίων, αλλά εξακολουθούν να εμπιστεύονται τις κεντρικές τράπεζες στη μάχη κατά του πληθωρισμού.
Επομένως, πέραν των τιμών του πετρελαίου, δεν συντρέχει λόγος πανικού. Το κρίσιμο ερώτημα αφορά τη διάρκεια της αναταραχής, ιδίως μετά τη δήλωση του προέδρου των ΗΠΑ ότι οι βομβαρδισμοί ενδέχεται να διαρκέσουν εβδομάδες.
Οι θαλάσσιες διελεύσεις μέσω των Στενών του Ορμούζ, από όπου διέρχεται το 20% της παγκόσμιας προσφοράς πετρελαίου, έχουν καταστεί πιο επισφαλείς, προκαλώντας βραχυπρόθεσμες διαταραχές στους όγκους μεταφοράς. Ωστόσο, οι ροές πετρελαίου δεν ακολουθούν σταθερές διαδρομές. Οι ship operators έχουν ιστορικά αποδείξει ότι μπορούν να δραστηριοποιούνται σε περιβάλλοντα υψηλού κινδύνου, εφόσον η σχέση κινδύνου-απόδοσης παραμένει ελκυστική. Η ιρανική οικονομία δεν διαθέτει την ανθεκτικότητα για να υποστηρίξει μια παρατεταμένη σύγκρουση υψηλής έντασης.
Συμπερασματικά, από πλευράς αγορών και οικονομίας, οι έως τώρα αντιδράσεις κινούνται εντός των αναμενόμενων πλαισίων. Παρά τις έντονες πιέσεις σε ορισμένες μετοχικές αγορές, δεν διαπιστώνεται δυσλειτουργία που να παραπέμπει σε κρίση. Θα συνεχίσουμε να παρακολουθούμε στενά τις εξελίξεις, διατηρώντας ωστόσο θετική μακροπρόθεσμη στάση.










