Της Χριστίνας Ταρνανίδου
Η κανονιστική συμμόρφωση έχει αναχθεί σε θεμέλιο της σύγχρονης εταιρικής διακυβέρνησης. Σε ένα περιβάλλον αυξανόμενης κανονιστικής πυκνότητας, εντεινόμενων εποπτικών προσδοκιών και διαρκώς μεταβαλλόμενων κινδύνων, η λειτουργία της δεν μπορεί να εξαντλείται στην τυπική εφαρμογή κανόνων.
Απαιτείται, αντιθέτως, μια προληπτική και ολιστική προσέγγιση, η οποία θεμελιώνει την αξιοπιστία της επιχείρησης και τη βιώσιμη ανάπτυξή της.
Η ανάδειξη του υπευθύνου κανονιστικής συμμόρφωσης (Compliance Officer) σε στρατηγικό συνομιλητή της διοίκησης και του διοικητικού συμβουλίου δεν σηματοδοτεί νέα θεσμική αφετηρία.
Αντανακλά, πρωτίστως, την ανάγκη αποτελεσματικότερης εφαρμογής του υφιστάμενου ενωσιακού και εθνικού πλαισίου και αξιοποίησης των βέλτιστων πρακτικών της αγοράς.
Το ζητούμενο δεν είναι η «συμμόρφωση για τη συμμόρφωση», αλλά η ουσιαστική συμβολή στην πρόληψη των κινδύνων και στην ποιότητα των επιχειρηματικών αποφάσεων.
Θεμελιώδης, ωστόσο, είναι η εξής παραδοχή: η κανονιστική συμμόρφωση προϋποθέτει κουλτούρα.
Η κουλτούρα, για να καταστεί πραγματικότητα και όχι διακηρυκτική επιδίωξη, προϋποθέτει την υιοθέτηση και, κυρίως, την εμπέδωση καλών πρακτικών δεοντολογίας σε όλα τα επίπεδα της επιχείρησης.
Κανόνες χωρίς δεοντολογικό έρεισμα παράγουν τυπική συμμόρφωση.
Δεοντολογία χωρίς κανόνες στερείται δομής.
Μόνον ο συνδυασμός τους οδηγεί σε ουσιαστικό αποτέλεσμα.
Από την εκ των υστέρων εποπτεία στην πρόληψη
Η μετάβαση σε έναν στρατηγικό ρόλο προϋποθέτει τρεις μεταβολές: την έγκαιρη εμπλοκή της λειτουργίας κανονιστικής συμμόρφωσης πριν από τη λήψη των αποφάσεων, την απευθείας πρόσβασή της στα ανώτατα όργανα διοίκησης και τη δυνατότητα διατύπωσης τεκμηριωμένων εισηγήσεων.
Η αναβάθμιση αυτή δεν πρέπει να συγχέεται με συμμετοχή στη λήψη επιχειρηματικών αποφάσεων.
Η ανεξαρτησία του υπευθύνου κανονιστικής συμμόρφωσης αποτελεί θεμελιώδη προϋπόθεση της αποτελεσματικότητάς του.
Ως δεύτερη γραμμή άμυνας (second line of defence), οφείλει να διατηρεί διακριτό ρόλο από τις δραστηριότητες που παρακολουθεί και ελέγχει.
Μπορεί, συνεπώς, να μετέχει συμβουλευτικά σε εκτελεστικές επιτροπές ή σε διαδικασίες έγκρισης νέων προϊόντων, χωρίς δικαίωμα συναπόφασης.
Η έγκαιρη διατύπωση έγγραφης γνώμης, η καταγραφή της και η πρόβλεψη διαδικασιών κλιμάκωσης (escalation) όταν αυτή δεν υιοθετείται ενισχύουν την αποτελεσματικότητα της διακυβέρνησης.
Υπό την έννοια αυτή, ο υπεύθυνος κανονιστικής συμμόρφωσης ως στρατηγικός εταίρος δεν καλείται να υπερβεί τον ρόλο του, αλλά να τον αναπτύξει.
Η στρατηγική του διάσταση δεν συνίσταται στη διεύρυνση των αρμοδιοτήτων του, αλλά στο βάθος και στην επιρροή της συμβολής του.
Ο ρόλος αυτός μπορεί να αναπτυχθεί πλήρως μόνο σε περιβάλλον όπου η δέσμευση της ανώτατης ηγεσίας (tone from the top) είναι σαφής και συνεπής, δηλαδή όπου η ηγεσία πρεσβεύει έμπρακτα τη σημασία της νομιμότητας, και πάντοτε εντός του πλαισίου της δεοντολογικής συμπεριφοράς και κουλτούρας που προαναφέρθηκε.
Χωρίς αυτό το έρεισμα, ο στρατηγικός ρόλος κινδυνεύει είτε να υποβαθμιστεί σε τυπικό έλεγχο είτε να εκτραπεί σε ανάμειξη στη διοίκηση, με απώλεια της ανεξαρτησίας που τον νομιμοποιεί.
Σαφείς αρμοδιότητες και οργανωτικές δικλίδες ασφαλείας
Κρίσιμο ζήτημα αποτελεί η σχέση μεταξύ διοίκησης, διοικητικού συμβουλίου και λειτουργιών εσωτερικής διακυβέρνησης.
Κατά την άποψή μου, το ζητούμενο δεν είναι η μετακύλιση θεσμικών ευθυνών, οι οποίες προσδιορίζονται από το ισχύον δίκαιο, αλλά η σαφής χαρτογράφηση των αρμοδιοτήτων και η διαμόρφωση πρόσφορων μηχανισμών πρόληψης.
Το διοικητικό συμβούλιο διατηρεί την ευθύνη εποπτείας.
Η διοίκηση και οι επιχειρησιακές μονάδες αναλαμβάνουν τις αποφάσεις και τους συναφείς κινδύνους· η ανεξάρτητη λειτουργία κανονιστικής συμμόρφωσης αξιολογεί, παρακολουθεί και συμβουλεύει.
Κάθε επιχείρηση οφείλει να σχεδιάζει το οργανωτικό της μοντέλο αναλογικά προς το μέγεθος, τη δραστηριότητα και το κανονιστικό πλαίσιο λειτουργίας της.
Ιδιαίτερη σημασία έχουν η συνεργασία με τη νομική υπηρεσία, η έγγραφη κατανομή αρμοδιοτήτων, η ανεξάρτητη πρόσβαση στα όργανα διοίκησης και η τεκμηρίωση των αποκλίσεων από τις σχετικές εισηγήσεις.
Ακόμη και στον χρηματοπιστωτικό τομέα, όπου το εποπτικό πλαίσιο είναι ιδιαίτερα ανεπτυγμένο, οι αξιολογήσεις της Διαδικασίας Εποπτικού Ελέγχου και Αξιολόγησης (SREP) της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας αναδεικνύουν διαχρονικά την εσωτερική διακυβέρνηση και τη διαχείριση κινδύνων ως πεδία με περιθώρια βελτίωσης.
Η δεοντολογία στο DNA των επιχειρήσεων
Πέρα από τους κανόνες και τις οργανωτικές δομές, υπάρχει μια παράμετρος που θεωρώ καθοριστική: η εταιρική κουλτούρα.
Η αποτελεσματική πρόληψη των κανονιστικών κινδύνων δεν εξαρτάται αποκλειστικά από τον υπεύθυνο κανονιστικής συμμόρφωσης· προϋποθέτει ένα περιβάλλον στο οποίο η υπευθυνότητα, η ακεραιότητα και η δεοντολογική συμπεριφορά συνιστούν κοινές αξίες.
Η διεθνής εμπειρία είναι εν προκειμένω διδακτική.
Αρκετές εισηγμένες εταιρείες έχουν αναγνωριστεί διεθνώς για την ποιότητα των προγραμμάτων δεοντολογίας τους (π.χ. κατάταξη «World’s Most Ethical Companies» του Ethisphere Institute).
Το κοινό στοιχείο των περιπτώσεων αυτών δεν είναι η πληθώρα κανόνων, αλλά η συστηματική εμπέδωση της δεοντολογίας: ενσωμάτωση δεοντολογικών κριτηρίων στην αξιολόγηση της απόδοσης, ιδίως των διευθυντικών στελεχών, διαρκής εκπαίδευση των εργαζομένων σε ζητήματα επιχειρηματικής ηθικής και ασφαλείς δίαυλοι διατύπωσης προβληματισμών.
Η εταιρική κουλτούρα, άλλωστε, δεν επιβάλλεται από μια ελεγκτική λειτουργία. Διαμορφώνεται πρωτίστως από το παράδειγμα της ηγεσίας και από τη συνέπεια στην εφαρμογή των αρχών που διέπουν την επιχείρηση.
Αντί επιλόγου
Αν αναζητούσαμε τη σημαντικότερη μεταβολή της επόμενης πενταετίας, αυτή θα ήταν η ουσιαστική ενσωμάτωση της δεοντολογίας στο «DNA» των επιχειρήσεων.
Για την επίτευξη του πραγματικού σκοπού της κανονιστικής συμμόρφωσης δεν αρκούν οι νόμοι και ο κατάλληλος εταιρικός σχεδιασμός.
Απαιτούνται οι αναγκαίες «δεοντολογικές υποδοχές», ώστε κάθε οργανισμός να αναγνωρίζει και να αξιοποιεί συνειδητά τη συμβολή της λειτουργίας κανονιστικής συμμόρφωσης στην πρόληψη των κινδύνων.
Η πραγματική πρόκληση δεν είναι απλώς η ενίσχυση των μηχανισμών ελέγχου, αλλά η διαμόρφωση επιχειρήσεων στις οποίες η νομιμότητα, η υπευθυνότητα και η δεοντολογία αποτελούν αναπόσπαστο μέρος της λήψης αποφάσεων και της δημιουργίας αξίας.
======================================================================
- H Χριστίνα Ταρνανίδου, είναι Αν. Καθηγήτρια Εμπορικού Δικαίου – Senior Partner, Sardelas Petsa Law Firm
=======================================================================







