Άρθρο του Μιχάλη Μάρκου, MBA* Διευθυντικό Στέλεχος-Σύμβουλος Επιχειρήσεων & Καθηγητής Διοίκησης Επιχειρήσεων/Marketing

Η Ελλάδα σήμερα διαθέτει τον γηραιότερο στόλο αυτοκινήτων στην Ευρωπαϊκή Ένωση, τόσο στα επιβατικά όσο και στα επαγγελματικά οχήματα. Σύμφωνα με τα πιο πρόσφατα στοιχεία του European Automobile Manufacturers’ Association (ACEA), ο μέσος όρος ηλικίας των επιβατικών αυτοκινήτων στην ΕΕ ανέρχεται περίπου στα 12,7 έτη, ενώ στην Ελλάδα φτάνει τα 17,8 έτη, ποσοστό που αποτελεί το υψηλότερο σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Η εικόνα είναι ακόμη πιο επιβαρυντική στα επαγγελματικά οχήματα, καθώς τα ελαφρά φορτηγά (van) έχουν μέσο όρο ηλικίας άνω των 21 ετών, τα βαρέα φορτηγά πλησιάζουν τα 23 έτη, ενώ και τα λεωφορεία συγκαταλέγονται στα γηραιότερα της Ευρώπης. Το φαινόμενο αυτό δεν είναι παροδικό, αλλά διατηρείται σταθερά τα τελευταία χρόνια, επιβεβαιώνοντας μια μακροχρόνια δομική αδυναμία της ελληνικής αγοράς οχημάτων.

Η κατάσταση του ελληνικού στόλου αυτοκινήτων αποτελεί ένα από τα πιο επιτακτικά ζητήματα στον τομέα των μεταφορών, της περιβαλλοντικής πολιτικής και της κοινωνικοοικονομικής λειτουργίας της χώρας. Η Ελλάδα διαθέτει σταθερά τον γηραιότερο στόλο αυτοκινήτων στην Ευρωπαϊκή Ένωση, με τη μέση ηλικία των επιβατικών οχημάτων να υπερβαίνει κατά πολύ τον ευρωπαϊκό μέσο όρο και με ανάλογες εικόνες να παρουσιάζονται και στα επαγγελματικά οχήματα. Αυτή η πρωτιά δεν είναι απλώς αριθμητικό στατιστικό στοιχείο αφού αντικατοπτρίζει μια σειρά από δομικές αδυναμίες, οι οποίες έχουν σημαντικές επιπτώσεις στην οικονομία, την ασφάλεια, την ποιότητα ζωής των πολιτών και την περιβαλλοντική βιωσιμότητα. Η ηλικία των οχημάτων αποτελεί δείκτη που σχετίζεται άμεσα με την τεχνολογία, την ασφάλεια, την κατανάλωση καυσίμων και τις εκπομπές ρύπων, αλλά και με την καθημερινότητα των οδηγών και των οικογενειών τους.

Η ιστορία του φαινομένου δεν μπορεί να εξεταστεί αποκομμένη από το ευρύτερο κοινωνικοοικονομικό πλαίσιο των τελευταίων δεκαετιών. Η οικονομική κρίση που έπληξε την Ελλάδα από το 2009 και μετά, η μείωση των εισοδημάτων, η αύξηση της ανεργίας και η περιορισμένη ρευστότητα στον τραπεζικό τομέα είχαν ως άμεση συνέπεια τη δραματική μείωση της αγοράς νέων αυτοκινήτων. Για μεγάλο χρονικό διάστημα, η αγορά καινούριου αυτοκινήτου μετατράπηκε από καθημερινή επιλογή σε οικονομική πολυτέλεια για την πλειονότητα των νοικοκυριών. Ως εκ τούτου, οι οδηγοί αναγκάστηκαν να διατηρούν τα ήδη υπάρχοντα οχήματα για πολύ περισσότερα χρόνια από ότι παλαιότερα, συχνά ξεπερνώντας το όριο της τεχνικής και οικονομικής αποτελεσματικότητας.

Παράλληλα, η ελληνική πολιτεία δεν ανέπτυξε ούτε πρότεινε σταθερά, διαχρονικά και επαρκώς χρηματοδοτούμενα προγράμματα ανανέωσης του στόλου (εκτός από τις αρχές της δεκαετίας του 1990). Τα προγράμματα απόσυρσης παλαιών οχημάτων που εφαρμόστηκαν κατά καιρούς ήταν περιορισμένης διάρκειας, με μικρά ποσά χρηματοδότησης και χωρίς συνεχή υποστήριξη. Σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες, αντίστοιχα προγράμματα βοήθησαν στην ταχεία ανανέωση του στόλου και στη μείωση των εκπομπών, αφού συνδυάστηκαν με στοχευμένα φορολογικά και οικονομικά κίνητρα για την αγορά νέων ή καθαρών τεχνολογιών, όπως ηλεκτρικών ή υβριδικών οχημάτων.

Ακόμη σημαντικό ρόλο στη διατήρηση των παλαιών οχημάτων παίζει και το γεγονός ότι η ελληνική αγορά βασίζεται σε μεγάλο βαθμό στην εισαγωγή μεταχειρισμένων αυτοκινήτων από άλλες ευρωπαϊκές χώρες. Αν και αυτά τα οχήματα προσφέρουν μια πιο οικονομική δυνατότητα απόκτησης, συχνά έχουν ήδη μεγάλη ηλικία και πολλά χιλιόμετρα. Αντί λοιπόν να γίνεται ο στόλος καλύτερος και πιο σύγχρονος, στην Ελλάδα κυκλοφορούν συχνά επιπλέον οχήματα που είναι ήδη παλιά και δεν πληρούν τα σύγχρονα τεχνολογικά πρότυπα.

Η χαμηλή διείσδυση ηλεκτρικών και υβριδικών οχημάτων αποτελεί άλλη μία σημαντική παράμετρο του προβλήματος. Παρά τις ενισχυτικές πολιτικές και τις επιδοτήσεις που εφαρμόστηκαν τα τελευταία χρόνια (ΚΙΝΟΥΜΑΙ ΗΛΕΚΤΡΙΚΑ Ι,ΙΙ,ΙΙΙ), τα ποσοστά πωλήσεων οχημάτων μηδενικών ή χαμηλών εκπομπών παραμένουν σχετικά χαμηλά σε σχέση με άλλες χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Σε μεγάλο βαθμό αυτό οφείλεται στην ανεπαρκή ανάπτυξη υποδομών φόρτισης, ιδίως εκτός των αστικών κέντρων, καθώς και στην έλλειψη μακροχρόνιας στρατηγικής για την ηλεκτροκίνηση και το σχεδιασμό ενός συνολικά βιώσιμου συστήματος μεταφορών.

Συνέπεια όλων αυτών, οι επιπτώσεις του γερασμένου στόλου αυτοκινήτων στην Ελλάδα να εκτείνονται σε πολλαπλά επίπεδα και αφορούν τόσο το περιβάλλον όσο και την καθημερινή ζωή των πολιτών. Σε περιβαλλοντικό επίπεδο, τα παλαιότερα οχήματα εκπέμπουν σημαντικά υψηλότερες ποσότητες διοξειδίου του άνθρακα, οξειδίων του αζώτου και αιωρούμενων σωματιδίων σε σύγκριση με τα νεότερης τεχνολογίας οχήματα. Οι εκπομπές αυτές συμβάλλουν τόσο στην επιδείνωση της ατμοσφαιρικής ρύπανσης όσο και στην κλιματική αλλαγή, επηρεάζοντας αρνητικά την ποιότητα του αέρα σε πόλεις και αστικά κέντρα. Η μακροχρόνια έκθεση σε αυξημένα επίπεδα ρύπων συνδέεται επιστημονικά με αυξημένα ποσοστά αναπνευστικών και καρδιοαγγειακών παθήσεων, ειδικά σε ευαίσθητες ομάδες πληθυσμού όπως παιδιά και ηλικιωμένοι.

Επιπλέον, η εθνική προσπάθεια για συμμόρφωση στους ευρωπαϊκούς στόχους μείωσης εκπομπών υπονομεύεται από τον υψηλό μέσο όρο ηλικίας των οχημάτων. Η Ελλάδα αντιμετωπίζει δυσκολίες στο να προσεγγίσει τους στόχους που θέτει η ΕΕ για το 2030 και 2050 σχετικά με τον περιορισμό των εκπομπών αερίων θερμοκηπίου, γεγονός που μπορεί να έχει και οικονομικές συνέπειες σε επίπεδο πρόσθετων επιβαρύνσεων ή κυρώσεων.

Στο πεδίο της οδικής ασφάλειας, τα παλαιότερα οχήματα παρουσιάζουν αυξημένα ρίσκα για τους επιβαίνοντες και για το σύνολο των χρηστών των δρόμων. Τα σύγχρονα αυτοκίνητα διαθέτουν εξελιγμένα συστήματα ενεργητικής και παθητικής ασφάλειας, όπως ηλεκτρονικό έλεγχο ευστάθειας, υποβοήθηση φρεναρίσματος, αερόσακους πολλαπλών σταδίων, προειδοποίησης απόκλισης λωρίδας, κ.ά., τα οποία μειώνουν σημαντικά την πιθανότητα σύγκρουσης και τη σοβαρότητα των τραυματισμών. Τα παλαιά οχήματα, που δεν φέρουν αυτού του τύπου τα τεχνολογικά χαρακτηριστικά, έχουν αποδεδειγμένα υψηλότερα ποσοστά εμπλοκής σε σοβαρά τροχαία ατυχήματα.

Μια διάσταση της καθημερινότητας που συχνά υποτιμάται είναι η επίδραση του γερασμένου στόλου στην κυκλοφοριακή συμφόρηση. Τα παλαιά αυτοκίνητα είναι πιο επιρρεπή σε μηχανικές βλάβες και συχνότερες αστοχίες στο δρόμο, γεγονός που μπορεί να προκαλέσει τη μερική ή πλήρη ακινητοποίησή τους σε κεντρικές αρτηρίες. Όταν συμβαίνει αυτό, οι επιπτώσεις δεν περιορίζονται στο ίδιο το όχημα αφού δημιουργούνται άμεσα μποτιλιαρίσματα, καθυστερήσεις και μεγάλες ουρές σε λεωφόρους και οδικά δίκτυα. Στην Αθήνα, στη Θεσσαλονίκη, στην Πάτρα, στο Ηράκλειο και σε άλλες μεγάλες πόλεις αυτής της χώρας, τέτοια ανθρώπινα και τεχνικά προβλήματα οδηγούν σε σημαντική μείωση της οδικής ροής, αυξημένη κατανάλωση καυσίμων από τα άλλα αυτοκίνητα που εγκλωβίζονται, και γενικότερη μείωση της παραγωγικότητας και της ποιότητας ζωής.

Σε ανεπιθύμητο οικονομικό επίπεδο, η κατοχή ενός παλιού αυτοκινήτου αποδεικνύεται μακροπρόθεσμα πιο κοστοβόρα από ότι φαίνεται αρχικά. Παρά το χαμηλότερο κόστος απόκτησης, τα παλιά οχήματα παρουσιάζουν σαφή υπερκατανάλωση καυσίμου, αυξημένο κόστος για συντήρηση, συχνότερες επισκέψεις σε συνεργεία και υψηλότερα έξοδα για ασφάλειες και ανταλλακτικά. Επιπλέον, οι ιδιοκτήτες παλαιών αυτοκινήτων συχνά καταβάλλουν υψηλότερα τέλη κυκλοφορίας, χωρίς να επωφελούνται από τις απαλλαγές και τα φορολογικά κίνητρα που ισχύουν για νεότερα και καθαρότερα οχήματα.

Η λύση διεξόδου από αυτήν την πολύπλευρη κρίση του ελληνικού γερασμένου στόλου αυτοκινήτων δεν μπορεί να είναι αποσπασματική. Μπορεί να φαίνεται ότι η λύση θα προέλθει από την ΕΕ με την πολύ πρόσφατη εξαγγελία της για την υποχρεωτική απόσυρση παλαιών ΙΧ από το 2026, αλλά μάλλον απαιτείται μια ολιστική στρατηγική προσέγγιση από την ελληνική πολιτεία και τους θεσμούς που θα συνδυάζει ισχυρά κίνητρα και αντικίνητρα. Από τη μία πλευρά, ισχυρά, σταθερά και με μακροπρόθεσμο ορίζοντα προγράμματα απόσυρσης παλαιών οχημάτων και επιδοτήσεις για την αγορά νεότερων, καθαρότερων τεχνολογιών είναι απαραίτητα. Από την άλλη πλευρά, είναι εξίσου σημαντικό να εφαρμοστούν αντικίνητρα, όπως η προοδευτική αύξηση των τελών κυκλοφορίας με βάση την ηλικία και τις εκπομπές, η φορολογία ανάλογη με τις περιβαλλοντικές επιπτώσεις, καθώς και οι περιορισμοί ή απαγορεύσεις κυκλοφορίας παλαιών οχημάτων σε ευρύτερες ζώνες πόλεων, όπως το κέντρο της Αθήνας και άλλων αστικών περιοχών. Επιπροσθέτως, η ενίσχυση των υποδομών ηλεκτροκίνησης, η επέκταση των ζωνών χαμηλών εκπομπών, η βελτίωση των δημόσιων συγκοινωνιών και η υιοθέτηση εναλλακτικών τρόπων μετακίνησης (π.χ. ποδήλατο, car sharing) μπορούν να υποστηρίξουν τον μεσοπρόθεσμο και μακροπρόθεσμο στόχο για έναν πιο ασφαλή, καθαρό και βιώσιμο στόλο, αλλά και τη μετάβαση σε καθαρότερες, βιώσιμες μορφές μετακίνησης. 

Συμπερασματικά, η Ελλάδα χρειάζεται επειγόντως να εκσυγχρονίσει τον στόλο των αυτοκινήτων της. Τα παλιά οχήματα, η έλλειψη υποδομών και η χαμηλή χρήση καθαρών τεχνολογιών κάνουν επιτακτική μια συνολική στρατηγική με  σταθερά προγράμματα απόσυρσης, κίνητρα για νέα και καθαρότερα αυτοκίνητα, αντικίνητρα για τα πιο ρυπογόνα, και επενδύσεις σε ηλεκτρικά δίκτυα και δημόσιες συγκοινωνίες. Η υποχρεωτική απόσυρση που δρομολογεί η ΕΕ από το 2026 είναι μια ευκαιρία, αλλά η πραγματική αλλαγή θα έρθει μόνο αν τα μέτρα είναι σταθερά και σχεδιασμένα για το μέλλον, που θα βελτιώσουν την ασφάλεια, θα μειώσουν τις εκπομπές ρύπων και θα αναβαθμίσουν συνολικά την ποιότητα ζωής των πολιτών. Μόνο μέσα από μια ολοκληρωμένη στρατηγική μπορεί η χώρα να πετύχει την ουσιαστική ανανέωση του στόλου της και τη μετάβαση σε ένα πιο ασφαλές, καθαρό και βιώσιμο σύστημα μεταφορών.