Μια νέα έκθεση με τίτλο “Achieving the Digital Decade: Recovery & Resilience Plan Contribution”, η οποία διενεργήθηκε από την Deloitte για λογαριασμό της Vodafone, αποκαλύπτει ότι η Ευρώπη πρέπει να καλύψει σημαντικά κενά, προκειμένου να επιτύχει τους φιλόδοξους στόχους Ψηφιακής Δεκαετίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης για το 2030.

Με βάση την οικονομική ανάλυση των Εθνικών Σχεδίων Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας 20 κρατών μελών, έναντι των στόχων της Ψηφιακής δεκαετίας για το 2030, τα κενά φαίνονται μεγαλύτερα όσον αφορά την ψηφιακή υποδομή, τους ειδικούς στον τομέα των Τεχνολογιών Πληροφορικής & Επικοινωνιών (ΤΠΕ), την ψηφιοποίηση των Μικρομεσαίων Επιχειρήσεων (ΜμΕ) και την υιοθέτηση λύσεων cloud.

Το στοίχημα της ψηφιοποίησης της Ελλάδας

Ικανοποιητικούς καρπούς φαίνεται ότι απέδωσε η προσπάθεια της Ελλάδας για ψηφιοποίηση του κράτους, καταφέρνοντας σε σύντομο χρονικό διάστημα να γεφυρώσει το χάσμα που την χώριζε από τον μέσο όρο της υπόλοιπης Ευρώπης.

Εντατική όμως εξακολουθεί να είναι η προσπάθεια που απαιτείται από την χώρα στους τομείς ψηφιακών υποδομών, ψηφιακών δεξιοτήτων και ψηφιοποίησης των επιχειρήσεων, ώστε να μην μείνει πίσω. Αυτά είναι τα βασικά συμπεράσματα που προκύπτουν από τα ευρήματα μελέτης που εκπόνησε η Deloitte για λογαριασμό του Ομίλου Vodafone αναλύοντας την πιθανή συνεισφορά των εθνικών σχεδίων ανάκαμψης στους Ευρωπαϊκούς στόχους της Ψηφιακής Δεκαετίας.

Αναλυτικότερα, σύμφωνα με την μελέτη, περίπου το 25% της χρηματοδότησης του Ελληνικού Προγράμματος Ανθεκτικότητας και Ανάκαμψης είναι αφιερωμένο σε δράσεις ψηφιακής μετάβασης, εκ των οποίων 4,5 δισ. ευρώ συνδέονται με τους στόχους της Ψηφιακής Δεκαετίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Μάλιστα, όπως αναφέρεται, η επίτευξη των στόχων αυτών από την Ελλάδα θα απαιτήσει σημαντική προσπάθεια και επενδύσεις, ιδιαίτερα στον τομέα των ψηφιακών υποδομών και δεξιοτήτων, αλλά και στην ψηφιοποίηση των επιχειρήσεων.

Συγκεκριμένα, συσχετίζοντας τον ρόλο που μπορεί να διαδραματίσει η χρηματοδότηση των εθνικών σχεδίων ανάκαμψης, η μελέτη εντοπίζει το χάσμα ανάμεσα στις σημερινές επιδόσεις των κρατών – μελών της ΕΕ και τους στόχους της Ψηφιακής Δεκαετίας της Ευρώπης για το 2030.

Ειδικότερα, για την Ελλάδα αναφέρει ότι από τα 4,5% δισ. ευρώ, τα οποία διοχετεύονται σε δράσεις των Ψηφιακών Στόχων της Ευρώπης, κατανέμονται κατά 12% στις υποδομές, 40% στις ψηφιακές δεξιότητες, 11% στην ψηφιοποίηση των Μικρομεσαίων Επιχειρήσεων και 37% στις ψηφιακές, δημόσιες υπηρεσίες.

Ψηφιακές Υποδομές

Η Ευρώπη έχει έναν φιλόδοξο στόχο να φτάσει την κάλυψη των νοικοκυριών σε δίκτυα υψηλών ταχυτήτων στο 100% και σήμερα, κατά μέσον όρο, βρίσκεται στο 44%. Η Ελλάδα, αντίθετα, έχει την χαμηλότερη ίσως κάλυψη σε δίκτυα υψηλών ταχυτήτων, η οποία το 2020, έφτανε μόλις το 7%, με αποτέλεσμα να υπολείπεται σημαντικά από τις επιδόσεις των υπολοίπων κρατών – μελών.

Βάσει της σημερινής κάλυψης και των προβολών στο μέλλον, η Ελλάδα θα χρειαστεί να κάνει κοπιώδεις προσπάθειες και να κινητοποιήσει σημαντικές επενδύσεις σε υποδομές δικτύου, προκειμένου να επιτύχει τον στόχο του 2030. Στην προσπάθεια αυτή το Ταμείο Ανάκαμψης θα συμβάλλει με χρηματοδότηση έως το ποσό των 600 εκατ. ευρώ για την ανάπτυξη ψηφιακών υποδομών στη χώρα.

Ψηφιακές δεξιότητες

Αντίστοιχα, η Ελλάδα έχει να καλύψει μεγάλη απόσταση και στις ψηφιακές δεξιότητες, ο στόχος της Ευρώπης για τις οποίες είναι να γίνουν κτήμα του 80% του πληθυσμού έως το 2030. Στη συγκεκριμένη κατηγορία η Ελλάδα βρίσκεται σε πολύ καλύτερη αφετηρία καθώς το 2020 στοιχειώδεις ψηφιακές δεξιότητες διέθετε το 51% του πληθυσμού, επίδοση που κυμαινόταν σχετικά κοντά στον ευρωπαϊκό μέσο όρο (58%).

Παράλληλα, ενώ ο αριθμός επαγγελματιών στις τεχνολογίες πληροφορικής και επικοινωνιών (ΤΠΕ) έχει αυξηθεί τα τελευταία χρόνια (κατά 30% την τελευταία πενταετία), η Ελλάδα συνεχίζει να υπολείπεται σημαντικά από τον στόχο του 2030, και θα πρέπει να κάνει να εξαπλασιάσει τις σημερινές επιδόσεις της (80.000 επαγγελματίες), εάν θέλει να φτάσει τον επιτύχει  και να φτάσει τους 480.000 επαγγελματίες στο τέλος της δεκαετίας. Αυτόν τον φιλόδοξο στόχο υποστηρίζει το Ταμείο Ανάκαμψης με ποσό που προσεγγίζει το 1,8 δισ. ευρώ και θα χρηματοδοτήσει τις ψηφιακές δεξιότητες.

Ψηφιακές επιχειρήσεις

Τόσο ο δείκτης ψηφιακής έντασης των ελληνικών επιχειρήσεων όσο και η χρήση υπηρεσιών cloud παραμένουν στην Ελλάδα σημαντικά χαμηλότερες σε σχέση με τον μέσο όρο της ΕΕ, καθώς κυμαίνονται σε 32% και 7% έναντι 60% και 18%, αντίστοιχα. Μάλιστα, είναι εντυπωσιακό ότι η ψηφιακή ένταση των ελληνικών ΜμΕ μειώθηκε τα τελευταία χρόνια από 46% σε 32%, διευρύνοντας έτσι ακόμη περισσότερο το χάσμα με την υπόλοιπη Ευρώπη.

Έτσι, η Ελλάδα θα πρέπει να κάνει άλματα ώστε να επιτύχει τους στόχους του 2030 που φτάνουν το 90% στην ψηφιακή ένταση και το 75% στη χρήση Cloud πανευρωπαϊκά. Στο πλαίσιο του ελληνικού σχεδίου ανάκαμψης υπάρχουν χρηματοδότηση περίπου 500 εκατ. ευρώ που συνδέονται με την ψηφιακή μετάβαση των ΜμΕ, αλλά όχι πόροι που να συσχετίζονται ευθέως με τη χρήση Cloud.

Ψηφιακό κράτος

Παρόλο που η Ελλάδα υπολείπεται ελαφρώς του μέσου ευρωπαϊκού όρο στην online ολοκλήρωση δημοσίων υπηρεσιών (84% έναντι 90%), ωστόσο έχει καταφέρει να γεφυρώσει το χάσμα που καταγραφόταν τα τελευταία χρόνια. Στο ελληνικό πρόγραμμα προβλέπεται χρηματοδότηση ύψους περίπου 800 εκατ. ευρώ που θα επιταχύνει την ψηφοποίηση του κράτους, συμβάλλοντας στον στόχο του 2030 (100%).

Η Συνεισφορά των Εθνικών σχεδίων Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας στους στόχους της Ψηφιακής Δεκαετίας για το 2030

Παρόλο που οι Ψηφιακές Υποδομές αποτελούν το θεμέλιο που θα στηρίξει και τις τέσσερις προτεραιότητες της Ψηφιακής Δεκαετίας (Δεξιότητες, Ψηφιακός Μετασχηματισμός Επιχειρήσεων, Ασφαλείς και Βιώσιμες Ψηφιακές Υποδομές και Ψηφιοποίηση Δημόσιων Υπηρεσιών), τα κράτη – μέλη φαίνεται να επενδύουν το χαμηλότερο ποσό Kεφαλαίων Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας (RRF) προς την κατεύθυνση αυτή.

Τα συνδυασμένα σχέδια ανάκαμψης της ΕΕ από τα 20 κράτη μέλη κατανέμουν 47 δισ. ευρώ σε Δεξιότητες, 40 δισ. ευρώ στην στήριξη της Ψηφιοποίησης των ΜμΕ και της υιοθέτησης cloud για επιχειρήσεις, 30 δισ. ευρώ στις Δημόσιες Υπηρεσίες και μόλις 18 δισ. ευρώ στις Ψηφιακές Υποδομές. Οι επενδύσεις σε 20 Εθνικά Σχέδια Ευρυζωνικότητας κρατών μελών και τα σχέδια ανάκαμψης της ΕΕ για ψηφιακή συνδεσιμότητα ανέρχονται σε μόλις 46% των εκτιμώμενων επενδύσεων ύψους 210 δισ. ευρώ που απαιτούνται για την επίτευξη των στόχων του 2025, ενώ απαιτούνται περαιτέρω επενδύσεις για την κάλυψη αυτού του κενού*.

Ενώ υλοποιούνται σημαντικές επενδύσεις από τα κράτη – μέλη μέσω των Εθνικών Σχεδίων Ευρυζωνικότητας, είναι προφανές ότι μόνον τα Κεφάλαια Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας δεν θα επιφέρουν την επιτάχυνση που απαιτείται για την επίτευξη των στόχων της Ψηφιακής δεκαετίας για το 2030. Διότι θα απαιτηθούν περισσότερες δημόσιες επενδύσεις, επιπλέον των πολιτικών μεταρρυθμίσεων που ενθαρρύνουν τις ιδιωτικές επενδύσεις και βελτιώνουν τη συνολική υγεία του κλάδου, εάν η Ευρώπη επιθυμεί να επιτύχει τους στόχους της έως το τέλος της δεκαετίας.

Αυτό που διαφαίνεται σε όλα τα σχέδια ανάκαμψης της ΕΕ, είναι ότι η χρηματοδότηση δράσεων ανάκαμψης που συνδέεται με την ψηφιοποίηση των ΜμΕ αντιπροσωπεύει μόνο περίπου το 10% των τρεχουσών δαπανών ψηφιοποίησης ΜμΕ σε ολόκληρη την ΕΕ. Αυτό μπορεί να αποδειχθεί ανεπαρκές εάν ληφθεί υπόψη ότι η επίτευξη του στόχου για το 2030 θα απαιτήσει την ψηφιοποίηση ενός επιπλέον τρίτου του συνόλου των ΜμΕ έως το 2030. Οι μικρότερες ευρωπαϊκές επιχειρήσεις ενδέχεται να δυσκολευτούν να φτάσουν σε ένα βασικό επίπεδο ψηφιακής έντασης έως το 2030, να εντείνουν τις δραστηριότητές τους ή να αποκομίσουν τα οφέλη που συνεπάγεται η αξιοποίηση του cloud, της AI και των Big Data.

Το εύρος της απόκλισης για την επίτευξη των Στόχων Ψηφιακής Δεκαετίας του 2030 ποικίλλει μεταξύ των κρατών μελών

 Η έκθεση καταδεικνύει ότι τα κράτη – μέλη εμφανίζουν διαφορετικές ελλείψεις σε σχέση με τους Στόχους της Ψηφιακής Δεκαετίας για το 2030. Για παράδειγμα, όσον αφορά την κάλυψη δικτύων πολύ υψηλής χωρητικότητας (VHCN), η Δανία και το Λουξεμβούργο απέχουν ήδη λιγότερο από 10% από τον Στόχο τους για το 2030, ενώ άλλες χώρες υπολείπονται πάνω από 90% για να καλύψουν πλήρως τις ελλείψεις αυτές. Ενώ συχνά τα μέτρα ψηφιοποίησης συσχετίζονται, η σύγκριση δείχνει ότι ορισμένα κράτη – μέλη ενδέχεται να αντιμετωπίσουν μεγαλύτερες προκλήσεις σε ορισμένους τομείς. Για παράδειγμα, ενώ η Λετονία, η Πορτογαλία και η Ρουμανία έχουν ήδη επιτύχει σημαντικά επίπεδα υλοποίησης δικτύων πολύ υψηλής χωρητικότητας, ενδέχεται να αντιμετωπίσουν τον κίνδυνο οι εργαζόμενοι και οι εταιρείες των χωρών αυτών να μην έχουν τη δυνατότητα να εκμεταλλευτούν πλήρως τη συνδεσιμότητα αυτή ως κινητήριο μοχλό ανάπτυξης, δεδομένου ότι τα ποσοστά βασικών ψηφιακών δεξιοτήτων τους, και τα ποσοστά ειδικών στον τομέα των ΤΠΕ είναι χαμηλότερα σε σύγκριση με άλλα κράτη μέλη.

Η συνδεσιμότητα αποτελεί την κινητήρια δύναμη καθενός από τους στόχους της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για την Ψηφιακή Δεκαετία έως το 2030. Δυστυχώς, σε πλήρη αντίθεση με τις ΗΠΑ ή με πολλές περιοχές της Ασίας, δεν βλέπουμε τα Gigabit δίκτυα και το 5G να έχουν λάβει προτεραιότητα σε ολόκληρη την Ευρώπη ως σύνολο. Εάν η Ευρώπη θέλει να επιτύχει τους κοινούς στόχους της για την Ψηφιακή Δεκαετία, πρέπει να υπάρχουν σαφώς καθορισμένοι στόχοι που να διασφαλίζουν το κατάλληλο επίπεδο φιλοδοξίας. Όλες οι χρηματοδοτικές ροές ανάκαμψης της ΕΕ πρέπει να συνδυαστούν αρμονικά, καταλήγοντας στο ίδιο τελικό σημείο. Εάν κατορθώσουμε να το επιτύχουμε αυτό, αξιοποιώντας κεφάλαια, μεταρρυθμίσεις και την κλίμακα της ευρωπαϊκής ενιαίας αγοράς, θα μπορέσουμε μαζί να ανοικοδομήσουμε καλύτερα για τους Ευρωπαίους και να κάνουμε την Ευρώπη πιο ευημερούσα, πράσινη και ανταγωνιστική.»

 Σύμφωνα με τη Vodafone, απαιτούνται αρκετές αλλαγές για την υλοποίηση μιας μελλοντικής συνδεδεμένης Ευρώπης

Βάσει των νέων αυτών ευρημάτων, η Vodafone ενθαρρύνει τα κράτη μέλη, τους υπευθύνους χάραξης πολιτικής, τις ρυθμιστικές αρχές και τους παρόχους να εξετάσουν τις παρακάτω 5 δράσεις:

  1. Τα κράτη μέλη πρέπει να διαθέσουν επαρκή κεφάλαια για να διασφαλίσουν ότι μπορούν να επιτύχουν τους φιλόδοξους στόχους της Ψηφιακής Δεκαετίας. Χωρίς αυτήν τη μακροπρόθεσμη προσέγγιση, είναι σαφές ότι το επενδυτικό χάσμα θα διευρυνθεί, ιδίως σε ό,τι αφορά στη συνδεσιμότητα που θα τροφοδοτήσει τη μετάβαση προς μια ψηφιακή και πράσινη οικονομία.
  2. Τα κράτη μέλη πρέπει να κινηθούν γρήγορα για να καθορίσουν σαφή ορόσημα και στόχους για επενδύσεις και μεταρρυθμίσεις στα εθνικά τους σχέδια.
  3. Πρέπει να δοθεί πολύ μεγαλύτερη έμφαση στις μεταρρυθμίσεις για την οικοδόμηση ανθεκτικότητας. Οι κυβερνήσεις πρέπει να εξαλείψουν τα εμπόδια στην ανάπτυξη και να διευκολύνουν την κοινή χρήση των υποδομών, προκειμένου να μειώσουν το κόστος ανάπτυξης και να μειώσουν την επικάλυψη όταν αυτό δεν επηρεάζει δυσμενώς τον ανταγωνισμό, βοηθώντας έτσι περισσότερους Ευρωπαίους να έχουν πρόσβαση σε συνδεσιμότητα υψηλής ταχύτητας με ενεργειακά αποδοτικό τρόπο.
  4. Οι κυβερνήσεις πρέπει να διασφαλίσουν ότι η αδειοδότηση χρήσης του ραδιοφάσματος ενθαρρύνει τις επενδύσεις και όχι τη στόχευση τελών που δεν συμβάλλουν στην ανάπτυξη περισσότερων δικτύων υψηλής ταχύτητας σε ολόκληρη την Ευρώπη.
  5. Οι κυβερνήσεις πρέπει να επιδοτούν το 5G σε αγροτικές περιοχές όπου θεωρείται οικονομικά ασύμφορο, προκειμένου να βοηθήσουν στο γεφύρωμα του αυξανόμενου χάσματος αστικής- αγροτικής συνδεσιμότητας και να επιτύχουν τον στόχο της Ψηφιακής Δεκαετίας για τη συνδεσιμότητα 5G για όλες τις κατοικημένες περιοχές. Αυτό συνεπάγεται την αναγνώριση ότι το 5G θα φέρει σημαντικές αλλαγές στην ποιότητα και τις ταχύτητες.

……………………………………………

*Μια πρόσφατη μελέτη που ανέθεσε η ΕΤΕπ και αναφέρεται σε έγγραφο εργασίας της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, υπολόγισε το επενδυτικό κενό σε ετήσια βάση της τάξης περίπου 42 δισ. Ευρώ έως το 2025, προκειμένου να επιτευχθούν οι στόχοι της Ψηφιακής Ατζέντας για την Ευρώπη και της Ευρωπαϊκής Κοινωνίας Gigabit, και λαμβάνοντας υπόψη την αναμενόμενη ιδιωτική χρηματοδότηση κατά τη διάρκεια της εν λόγω περιόδου. Κατά την περίοδο 2021-2025, αυτό συνεπάγεται συνολικό χρηματοδοτικό κενό περίπου 210 δισ. ευρώ.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here