Εν μέσω ανησυχιών για τον προϋπολογισμό και τιμών πετρελαίου στα 110 δολάρια
Ισχυρές πιέσεις δέχονται τα γαλλικά ομόλογα, με την απόδοση του 10ετούς τίτλου αναφοράς να ξεπερνά το 5% κατά τη διάρκεια της συνεδρίασης —κάτι που είχε να συμβεί από το 2002. Οι επενδυτές εμφανίζονται ιδιαίτερα θορυβημένοι από τις δημοσιονομικές προοπτικές της Γαλλίας.
Με ημερήσια άνοδο 8 μονάδων βάσης, το γαλλικό 10ετές φλέρταρε ενδοσυνεδριακά με το 5,002%, υποχωρώντας στη συνέχεια ελάχιστα κάτω από το 5%. Καθώς ΟΟΣΑ και ΔΝΤ προειδοποιούν για τις επιπτώσεις του εκτοξευόμενου χρέους στις ανεπτυγμένες αγορές, η Γαλλία βλέπει τα δημόσια οικονομικά της να επιβαρύνονται δυσανάλογα. Το κόστος δανεισμού της χώρας αυξάνεται ταχύτερα από των εταίρων της, εξαιτίας του έντονου πολιτικού ρίσκου που απομακρύνει τους επενδυτές.
Τα βασικά σημεία της γαλλικής κρίσης σύμφωνα με τα τελευταία στοιχεία:
Αρνητικές προβλέψεις Κομισιόν: Το δημόσιο χρέος προβλέπεται στο 118,1% του ΑΕΠ το 2026 και άνω του 120% το 2027, με το έλλειμμα να αυξάνεται από 5,1% φέτος σε 5,7% το επόμενο έτος.
Πολιτικό αδιέξοδο: Η Γαλλία παραμένει σε καθεστώς υπερβολικού ελλείμματος, με μια αποδυναμωμένη κυβέρνηση που δυσκολεύεται να εγκρίνει τον προϋπολογισμό από το κοινοβούλιο.
Επενδυτική ανησυχία: Η αβεβαιότητα εντείνεται λόγω της αμφίρροπης προεκλογικής περιόδου και των μαζικών διαδηλώσεων που προκαλούν κοινωνική αναταραχή.
Στο μεταξύ, διευρύνεται επικίνδυνα το spread της Γαλλίας, με τη διαφορά απόδοσης του 10ετούς γαλλικού ομολόγου έναντι του γερμανικού να καταγράφει άνοδο 6 μονάδων βάσης και να φτάνει στο ιστορικό υψηλό των 159,4 μονάδων. Η εξέλιξη αυτή αποτυπώνει την έντονη καχυποψία των αγορών για την ικανότητα της γαλλικής κυβέρνησης να εξυγιάνει τα δημόσια οικονομικά της και να περάσει τον νέο προϋπολογισμό. Οι πιέσεις, οι οποίες είχαν αρχίσει να κλιμακώνονται από τα τέλη Σεπτεμβρίου, συμπίπτουν με ένα γενικότερο κύμα ανατιμήσεων στην ενεργειακή αγορά. Είναι χαρακτηριστικό ότι οι τιμές του ευρωπαϊκού φυσικού αερίου σημείωσαν άνοδο κοντά στο 4%, ενώ η τιμή του Brent ξεπέρασε το φράγμα των 110 δολαρίων ανά βαρέλι, επιβαρύνοντας το διεθνές επενδυτικό περιβάλλον.










