Με πιθανότερο το ενδεχόμενο άλλης μίας αύξησης επιτοκίων από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, μέσα στο 2026, κυβερνήσεις, επιχειρηματίες και απλοί ιδιώτες καλούνται να διαχειριστούν τις συνέπειες της κρίσης.
Ήδη, από την προηγούμενη Τετάρτη (16 Σεπτεμβρίου), το βασικό επιτόκιο αυξήθηκε στο 2,5%. Επί της ουσίας, το κόστος χρήματος για Δημόσιο και ιδιώτες επιβαρύνθηκε κατά 25 μονάδες βάσης, με την ΕΚΤ να το δικαιολογεί επικαλούμενη τη σύγκρουση στη Μέση Ανατολή, τις πληθωριστικές πιέσεις κ.λπ. Όντως, το διεθνές περιβάλλον έχει επιβαρυνθεί αισθητά, ειδικότερα από τα τέλη Φεβρουαρίου και μετά, με την παρόξυνση του ενεργειακού προβλήματος και τις αναταράξεις στις αγορές χρέους/κρατικών ομολόγων να μην αφήνουν πολλά περιθώρια σε ΕΚΤ και Κομισιόν.
Ωστόσο, εύλογο είναι το ερώτημα κατά πόσον ο ρόλος της ΕΚΤ και της Κομισιόν θα όφειλε να είναι προληπτικός και όχι απλά διαπιστωτικός. Για το πώς ενεργούν στις Βρυξέλλες όταν πρόκειται για θέμα που προτεραιοποιούν καταδεικνύεται από τα 221 plus δισ. της ευρωπαϊκής στήριξης στην Ουκρανία, από το 2022. Τη στιγμή που το καθεστώς Ζελένσκι αναζητά επιπλέον 52,6 δισ. σε διεθνή χρηματοδότηση για το 2027, διευκρινίζοντας πως, σύμφωνα με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, περίπου 107 δισ. ευρώ έχουν δοθεί ή εγγυηθεί μέσω του προϋπολογισμού της ΕΕ. Αυτό το αναφέρουμε για να έχουμε ένα ευρύτερο μέρος της εικόνας, όπως διαμορφώνεται.
Παράλληλα, σε ό,τι αφορά την ΕΚΤ, καθώς δεν είναι… άμοιρη ευθυνών – και θα περιοριστώ στο να θυμίσω την εσφαλμένη εκτίμηση της Λαγκάρντ, από την προηγούμενη κρίση (2022), περί προσωρινού και διαχειρίσιμου πληθωρισμού.
Το πώς διαμορφώνεται σήμερα η κατάσταση προφανώς και είναι συνέπεια διεθνών εξελίξεων που ξεπερνούν τις δυνάμεις της ΕΚΤ, πλην όμως, σε σημαντικό ποσοστό, επενεργούν προηγούμενες εκτιμήσεις, αποφάσεις και χειρισμοί δικής της αρμοδιότητας.
Μέχρι το τέλος του 2026, τα μέλη της ΕΚΤ θα συνεδριάσουν δύο φορές, στις 28-29 Οκτωβρίου και τις 16-17 Δεκεμβρίου. Με τα τωρινά ισχύοντα, στη συνεδρίαση του Οκτωβρίου θα τηρηθεί στάση αναμονής και επανεξέτασης των δεδομένων, με τις τελικές αποφάσεις να αφήνονται για τον Δεκέμβριο.
Με γνώμονα το βασικό, για την ώρα, ενδεχόμενο, αποφασίζεται ακόμη μία αύξηση των 25 μονάδων βάσης, ενώ το βασικό επιτόκιο αυξάνεται στο 2,75%, επιβαρύνοντας περαιτέρω το κόστος δανεισμού για επιχειρήσεις και νοικοκυριά. Κατά κοινή εκτίμηση, καταλυτική παράμετρος είναι η ενέργεια, με τις αυξήσεις σε πετρέλαιο και φυσικό αέριο να πυροδοτούν νέο γύρο πληθωριστικών πιέσεων. Το ενεργειακό κόστος δεν αφορά μόνο τον κλάδο αυτόν καθαυτόν, αλλά περνά από τις μεταφορές και τη βιομηχανία στα τρόφιμα και εν γένει σε ένα ευρύτατο φάσμα προϊόντων, υπηρεσιών κ.ά.
Νέα αύξηση επιτοκίων σημαίνει πρόσθετη πίεση για όσους έχουν δάνεια με κυμαινόμενο επιτόκιο, αλλά και ακριβότερη χρηματοδότηση για νέες χορηγήσεις. Στεγαστικά, επιχειρηματικά και καταναλωτικά δάνεια που συνδέονται άμεσα ή έμμεσα με τα ευρωπαϊκά επιτόκια βρίσκονται ξανά στο επίκεντρο.
ΑΠΟ ΧΡΗΜΑ WEEK










