του Κώστα Σιαμπράκου, Meizon Παροχή Χρημ/κών Υπηρεσιών

Οι πρώτες ημέρες του Σεπτεμβρίου επιβεβαιώνουν ότι η ελληνική αγορά των αμοιβαίων κεφαλαίων εξακολουθεί να κινείται σε εξαιρετικά υψηλά επίπεδα, με το ενεργητικό να προσεγγίζει πλέον με εντυπωσιακή συνέπεια το ιστορικό ρεκόρ του 1999.

Στις 7 Σεπτεμβρίου 2026, το ενεργητικό διαμορφώθηκε στα 33,97 δισ. ευρώ, καταγράφοντας οριακή εβδομαδιαία άνοδο 0,15%, μέση απόδοση 0,08% και εισροές 21,84 εκατ. ευρώ.

Η εικόνα ήταν σχετικά ήπια, με τις περισσότερες κατηγορίες να εμφανίζουν μικρές μεταβολές. Τα Ομολογιακά Α/Κ Διεθνή διατήρησαν την κυριαρχία τους στις νέες τοποθετήσεις, προσελκύοντας 20,44 εκατ. ευρώ και διατήρησαν μερίδιο αγοράς 36,52%. Θετική ήταν και η εικόνα των Μετοχικών Α/Κ Ελλάδας, με αύξηση ενεργητικού 0,91%, μέση απόδοση 0,69%, εισροές 3,77 εκατ. ευρώ και συνολική κεφαλαιοποίηση 4,91 δισ. ευρώ.

Από την αρχή του έτους, η ενίσχυση του ενεργητικού αγγίζει πλέον τα 4,53 δισ. ευρώ ή ποσοστιαία 15,40%, ενώ οι εισροές ανέρχονται στα 2,62 δισ. ευρώ. Ο ρυθμός εισροών προς την αύξηση της κεφαλαιοποίησης κινείται στο 57,68% (έναντι 72,37% πέρυσι).

Η πραγματική σημασία των σημερινών μεγεθών, όμως, αναδεικνύεται μέσα από τη διαχρονική πορεία του θεσμού. Το 1990, το ενεργητικό ανερχόταν σε μόλις 390,6 εκατ. ευρώ, ενώ τα Μετοχικά Α/Κ Ελλάδας αντιπροσώπευαν ποσό 58 εκατ. ευρώ. Στη δεκαετία του 1990, ακολούθησε μια εντυπωσιακή ανάπτυξη: το ενεργητικό ξεπέρασε τα 20,92 δισ. ευρώ το 1997 και έφθασε στα 26,24 δισ. ευρώ το 1998, πριν κορυφωθεί στα 34,54 δισ. ευρώ το 1999.

Το 1999 αποτελεί το σημαντικότερο ιστορικό σημείο αναφοράς. Τότε, όμως, η σύνθεση της αγοράς ήταν εντελώς διαφορετική. Τα Μετοχικά Α/Κ Ελλάδας είχαν εκτοξευθεί στα 14,13 δισ. ευρώ, αντιπροσωπεύοντας το 40,92% του συνολικού ενεργητικού. Η αύξησή τους σε σχέση με το 1998 έφτανε το εξαιρετικά υψηλό 923,15%, γεγονός που αποτύπωνε τη σχεδόν απόλυτη εξάρτηση του θεσμού από τη χρηματιστηριακή «έκρηξη» της εποχής.

Η αντιστροφή μετά το 1999 ήταν επίσης εντυπωσιακή. Το ενεργητικό περιορίστηκε στα 30,89 δισ. ευρώ το 2000, ενώ τα Μετοχικά Α/Κ Ελλάδας υποχώρησαν στα 7,35 δισ. ευρώ. Μέχρι το 2002 είχαν μειωθεί στα 3,39 δισ. ευρώ, καθώς η χρηματιστηριακή διόρθωση απομάκρυνε και μεγάλο μέρος των επενδυτών από την κατηγορία. Ακολούθησε μια περίοδος σχετικής ανάκαμψης έως το 2007, όταν το ενεργητικό βρισκόταν στα 24,53 δισ. ευρώ και τα Μετοχικά Α/Κ Ελλάδας στα 4,56 δισ. ευρώ.

Η διεθνής χρηματοπιστωτική κρίση του 2008 και, στη συνέχεια, η ελληνική δημοσιονομική κρίση προκάλεσαν νέα, βαθιά συρρίκνωση. Το 2008, το ενεργητικό μειώθηκε κατά 57,54%, στα 10,41 δισ. ευρώ, ενώ τα Μετοχικά Α/Κ Ελλάδας έχασαν 61,78% της αξίας τους.

Το χαμηλό της σύγχρονης περιόδου καταγράφηκε γύρω στο 2011-2012, όταν η συνολική αγορά είχε περιοριστεί σε επίπεδα κοντά στα 5-6 δισ. ευρώ. Από το 2018 και μετά, ξεκίνησε μια αργή, αλλά σταθερή, ανασυγκρότηση. Το ενεργητικό ανήλθε στα 7,86 δισ. ευρώ το 2019, στα 11,13 δισ. ευρώ το 2021, στα 15,79 δισ. ευρώ το 2023 και στα 22,11 δισ. ευρώ το 2024. Το 2025, ακολούθησε νέα εντυπωσιακή άνοδος 33,14%, στα 29,44 δισ. ευρώ, και σήμερα, στις αρχές Σεπτεμβρίου, η αγορά βρίσκεται στα 33,97 δισ. ευρώ, μόλις περίπου 571 εκατ. ευρώ ή 1,65% χαμηλότερα από το απόλυτο ρεκόρ του 1999.

Η ουσιαστική διαφορά είναι ότι, σήμερα, τα Μετοχικά Α/Κ Ελλάδας αντιπροσωπεύουν μόλις το 14,45% της αγοράς. Αυτό καταδεικνύει ότι η σημερινή ανάπτυξη στηρίζεται σε μια πολύ πιο ευρεία και διαφοροποιημένη βάση από εκείνη του 1999. Το ιστορικό ρεκόρ βρίσκεται πλέον εξαιρετικά κοντά, αλλά ο θεσμός που το προσεγγίζει σήμερα είναι δομικά διαφορετικός, πιο πολυσύνθετος και σαφώς λιγότερο εξαρτημένος από την πορεία μίας και μόνο επενδυτικής κατηγορίας.

ΟΙ ΟΣΕΚΑ ΔΕΝ ΕΧΟΥΝ ΕΓΓΥΗΜΕΝΗ ΑΠΟΔΟΣΗ ΚΑΙ ΟΙ ΠΡΟΗΓΟΥΜΕΝΕΣ ΑΠΟΔΟΣΕΙΣ ΔΕΝ ΔΙΑΣΦΑΛΙΖΟΥΝ ΤΙΣ ΜΕΛΛΟΝΤΙΚΕΣ

ΑΠΟ ΧΡΗΜΑ WEEK