Έναν περίπου χρόνο μετά την ανάληψη των καθηκόντων του ως υφυπουργός Εξωτερικών, αρμόδιος για την Οικονομική Διπλωματία και την Εξωστρέφεια, ο Χάρης Θεοχάρης έχει παρουσιάσει ήδη ένα πυκνό πρόγραμμα αποστολών και υπογεγραμμένων μνημονίων και ένα ολόφρεσκο, εγκεκριμένο από τον περασμένο Μάιο, Στρατηγικό Σχέδιο Εξωστρέφειας 2026-2030, που φιλοδοξεί να βάλει σε τάξη ό,τι μέχρι σήμερα λειτουργούσε αποσπασματικά.

Με τις ελληνικές εξαγωγές αγαθών και υπηρεσιών σε επίπεδα-ρεκόρ και το αφήγημα της «αλλαγής παραδείγματος» να δοκιμάζεται καθημερινά στις διεθνείς αγορές, ο υφυπουργός μιλά για τη μετάβαση από τη γεωπολιτική στη γεωοικονομία, για τον ρόλο των μικρομεσαίων επιχειρήσεων και των Περιφερειών, για τις ΗΠΑ και τις αναδυόμενες αγορές της Ασίας και του Κόλπου.

Στη συνέντευξη που παραχώρησε στο ΧΡΗΜΑ απαντά, χωρίς να αποφεύγει τις αιχμές, στα ερωτήματα για τα πραγματικά μεγέθη, τις προτεραιότητες και τους κινδύνους, και πάνω απ’ όλα στο πιο κρίσιμο: πόσο πραγματική, μετρήσιμη και διατηρήσιμη είναι, τελικά, αυτή η στροφή.

Στον Χρήστο Ν. Κώνστα

Κύριε υπουργέ, η «οικονομική διπλωματία» έχει γίνει σχεδόν σύνθημα –την ακούμε σε ομιλίες, συνέδρια και ανακοινώσεις. Πέρα όμως από τις λέξεις, τι σημαίνει στην πράξη, με όρους εξαγωγών, επενδύσεων και θέσεων εργασίας, για τον μέσο Έλληνα;

Πρακτικά, η οικονομική διπλωματία –φυσικά όταν ασκείται σωστά και αποφέρει μετρήσιμα αποτελέσματα– αποτελεί τον αδιάψευστο δείκτη ότι στην Ελλάδα υπάρχει ανάπτυξη. Υπάρχει ενδιαφέρον για επενδύσεις από το εξωτερικό στη χώρα μας και, κυρίως, υπάρχει σεβασμός για την Ελλάδα από τη διεθνή κοινότητα. Άρα, όταν κάνουμε λόγο για οικονομική διπλωματία, στην πραγματικότητα, μιλάμε για εξαγωγές, μιλάμε για επενδύσεις και προσέλκυση κεφαλαίων, για πρόσβαση της πατρίδας μας σε νέες αγορές. Επίσης, μέσω της οικονομικής διπλωματίας ανοίγουν δίαυλοι για τη μεταφορά τεχνογνωσίας και την ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας της ελληνικής οικονομίας.

Επομένως, η οικονομική διπλωματία υπηρετεί τη σύνδεση της εξωτερικής πολιτικής με την πραγματική οικονομία και την καθημερινότητα των πολιτών. Γενικότερα, η οικονομική διπλωματία δεν είναι μια θεωρητική έννοια, ούτε μια παράλληλη λειτουργία της εξωτερικής πολιτικής. Απεναντίας, είναι ο τρόπος με τον οποίο αξιοποιούμε το διπλωματικό αποτύπωμα της χώρας για να δημιουργήσουμε οικονομικά αποτελέσματα. Κάθε φορά που επιστρέφουμε από μια αποστολή στο εξωτερικό έχοντας στις αποσκευές μας ένα νέο μνημόνιο συνεργασίας, νιώθουμε ικανοποίηση και περηφάνια. Διότι δημιουργούμε το υπόβαθρο πάνω στο οποίο θα βασιστούν οι ελληνικές επιχειρήσεις που θα δραστηριοποιηθούν στο εξωτερικό, με ό,τι αυτό συνεπάγεται: νέες θέσεις εργασίας για τους Έλληνες και τις Ελληνίδες, εισροή συναλλάγματος, προβολή της χώρας μας κ.ο.κ.

Ας περάσουμε στους πραγματικούς αριθμούς. Πόσο εξωστρεφής είναι, πραγματικά, σήμερα, η ελληνική οικονομία; Σε ποια στοιχεία στηρίζετε αυτήν την εικόνα;

Θα σας απαντήσω με κάποιους αριθμητικούς δείκτες, κρίσιμης σημασίας κατά τη γνώμη μου: Οι εξαγωγές αγαθών και υπηρεσιών προσεγγίζουν πλέον τα 100 δισ. ευρώ. Αν το μεταφράσουμε αυτό σε αναλογία προς το ΑΕΠ της χώρας μας, τα 100 δισ. ευρώ των εξαγωγών αντιστοιχούν σχεδόν στο 40% του ΑΕΠ της Ελλάδας. Αυτό, όπως καταλαβαίνουμε όλοι, ακόμη και όσοι δεν διαθέτουν γνώσεις οικονομικών, αποτελεί μια θεμελιώδη αλλαγή σε σχέση με το παρελθόν για την πατρίδα μας.

Δεν είναι όμως αυτή η «ανάπτυξη» κυρίως αποτέλεσμα των υψηλών τιμών της ενέργειας και των διαδοχικών ρεκόρ του τουρισμού, παρά μιας ουσιαστικής αλλαγής στο παραγωγικό μοντέλο;

Για πρώτη φορά εδώ και δεκαετίες, παρατηρούμε ότι:

1) H ανάπτυξη είναι καθ’ όλα υπαρκτή, τεκμηριωμένη και θεαματική επίσης.
2) Η ανάπτυξη αυτή δεν στηρίζεται αποκλειστικά στα πετρελαιοειδή ή στον τουρισμό, όπως συνέβαινε ανέκαθεν ή τουλάχιστον από τη δεκαετία του 1960 και εξής. Αντιθέτως, σε σταθερά ανοδική τροχιά βρίσκονται σήμερα τομείς όπως η αγροδιατροφή, τα φαρμακευτικά προϊόντα, τα χημικά, η μεταποίηση και οι εξειδικευμένες υπηρεσίες.

Πρόκειται για κλάδους που δημιουργούν προστιθέμενη αξία, στηρίζουν την απασχόληση και ενισχύουν την ανθεκτικότητα της οικονομίας. Με άλλα λόγια, από το 2019 και έως σήμερα, έχουμε πετύχει αυτό που ονομάζουμε «αλλαγή παραδείγματος». Χάρη στο όραμα και, οπωσδήποτε, τη θέληση και την επιμονή της κυβέρνησης του Κυριάκου Μητσοτάκη, η Ελλάδα άλλαξε ρότα ως προς το οικονομικό προφίλ της γενικώς. Κάτι που πολλοί θεωρούσαν απίθανο, ανέφικτο, ουτοπικό. Κι όμως, χωρίς τυμπανοκρουσίες, η κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας το πέτυχε, με σχέδιο και μεθοδικότητα.

Το νέο σχέδιο εξωστρέφειας θέτει συγκεκριμένες προτεραιότητες ανά χώρα, ανά κλάδο και ανά εργαλείο πολιτικής. Προσδιορίζει τις αγορές όπου η Ελλάδα έχει μεγαλύτερες δυνατότητες διείσδυσης

Βεβαίως, μπορώ να σας διαβεβαιώσω πως δεν εφησυχάζουμε, εφόσον για εμάς το ζητούμενο είναι να αυξήσουμε ακόμη περισσότερο το ποσοστό των εξαγωγών υψηλής προστιθέμενης αξίας και να ενισχύσουμε τη συμμετοχή περισσότερων ελληνικών επιχειρήσεων στη διεθνή αγορά. Και για να διαλύσω κάθε αμφιβολία γύρω από το πόσο ενθαρρυντικά είναι τα στοιχεία, θα ήταν αρκετό να σας δείξω, απλώς και μόνο, το πόσο πυκνό είναι το πρόγραμμα των επόμενων αποστολών μου στο εξωτερικό, εκπροσωπώντας την Ελλάδα ως Υφυπουργός Εξωτερικών.

Αναφορικά με τις «ξένες επενδύσεις», ακούμε συχνά εντυπωσιακές εξαγγελίες. Πόσες από αυτές καταλήγουν πραγματικά σε σκυρόδεμα, μηχανήματα και προσλήψεις; Πόσο διαφέρει η σημερινή εικόνα από εκείνη του παρελθόντος;

Φοβάμαι ότι θα παρεξηγηθώ εάν εκφραστώ εντελώς ελεύθερα, αν σας πω αυτό που πραγματικά πιστεύω. Ότι δηλαδή η Ελλάδα σήμερα, ως προς τις ξένες επενδύσεις, οι οποίες ήδη υλοποιούνται, και δεν είναι απλώς αφηρημένα σχέδια και ευσεβείς πόθοι, συνθέτουν την εικόνα μιας άλλης χώρας, τουλάχιστον σε σύγκριση με αυτό που παρέλαβε ο Κυριάκος Μητσοτάκης το 2019. Βασικά, είναι «η μέρα με τη νύχτα», για να το πω όσο πιο απλά και αγοραία γίνεται.

Η Ελλάδα, ιδιαίτερα κατά την περίοδο της οικονομικής κρίσης, με αποκορύφωμα επί θητείας Αλέξη Τσίπρα, ΣΥΡΙΖΑ κ.λπ. στη διακυβέρνηση, η χώρα μας, είχε υιοθετήσει μια έντονα φοβική στάση, νοσηρά καχύποπτη και εν τέλει εχθρική απέναντι στις ξένες επενδύσεις. Η τότε κυβέρνηση, αντί να δημιουργεί τις κατάλληλες προϋποθέσεις για να έρθουν κεφάλαια από το εξωτερικό, έκανε τα πάντα για να αποθαρρύνει οποιοδήποτε επιχειρηματικό σχέδιο που θα συνεπαγόταν την ίδρυση νέων εταιρειών στην Ελλάδα. Και, αυτομάτως, το άνοιγμα χιλιάδων θέσεων εργασίας, την ανάπτυξη κ.λπ.

Η αντιπολίτευση, ωστόσο, μιλά για επενδύσεις-«βιτρίνα», που μένουν στα χαρτιά ή αφορούν λίγους, προνομιακούς κλάδους. Πώς ξέρουμε ότι αυτές οι επενδύσεις είναι πραγματικές και βιώσιμες;

Τι συμβαίνει σήμερα; Σήμερα, η Ελλάδα βρίσκεται σε μια διαφορετική φάση από εκείνη της προηγούμενης δεκαετίας. Έχουμε αφήσει πίσω μας τα «πέτρινα» χρόνια της αβεβαιότητας και της δημοσιονομικής κρίσης. Οικοδομούμε ένα νέο παραγωγικό μοντέλο, το οποίο στηρίζεται στην εξωστρέφεια, όπως ισχύει, δηλαδή, σε κάθε εθνική οικονομία προηγμένου και σύγχρονου κράτους στον δυτικό κόσμο. Διότι είναι αυτονόητο ότι η διεθνής παρουσία της Ελλάδας δεν μπορεί να περιορίζεται μόνο στην πολιτική και τη γεωστρατηγική διάσταση. Πρέπει να μεταφράζεται και σε οικονομικές ευκαιρίες για τις ελληνικές επιχειρήσεις, για τους εργαζόμενους και τις τοπικές κοινωνίες.

Συνεπώς, η πορεία μας είναι σαφώς ανοδική, και σε αυτό, εκτός της υπόλοιπης ωφέλειας για κάθε Έλληνα πολίτη, αποτυπώνεται επίσης το άλμα που έχει επιτευχθεί στην αποκατάσταση του διεθνούς κύρους της Ελλάδας και της εμπιστοσύνης που πλέον απολαύουμε. Παράμετροι οι οποίες είχαν καταβαραθρωθεί έως και πριν από το 2019.

Όμως, χωρίς να κοιτάζουμε πίσω, ούτε να μεμψιμοιρούμε, τα τελευταία χρόνια, παρατηρούμε σημαντική αύξηση τόσο στις νέες επενδύσεις όσο και στην επανεπένδυση κεφαλαίων από επιχειρήσεις κάθε μεγέθους, οι οποίες ήδη δραστηριοποιούνται στην Ελλάδα. Αυτό είναι ίσως το πιο σημαντικό μήνυμα: Όταν ένας επενδυτής, ο οποίος βρίσκεται ήδη στη χώρα, αποφασίζει να επεκτείνει τη δραστηριότητά του, σημαίνει ότι διακρίνει προοπτική και σταθερότητα. Το επόμενο βήμα είναι να προσελκύσουμε ακόμη περισσότερες επενδύσεις σε τομείς όπως η τεχνολογία, η καινοτομία, η ενέργεια, η εφοδιαστική αλυσίδα, η βιομηχανία και οι υπηρεσίες υψηλής εξειδίκευσης. Και θα το κάνουμε, είμαστε σε πολύ καλό δρόμο.

Τον περασμένο Μάιο, εγκρίθηκε το Στρατηγικό Σχέδιο Εξωστρέφειας 2026-2030. Πέρα από τον τίτλο και τις προθέσεις, τι αλλάζει ουσιαστικά σε σχέση με όσα ίσχυαν μέχρι σήμερα;

Πάρα πολλά αλλάζουν. Αλλάζουν ουσιαστικά, δομικά και θεσμικά. Προσωπικά, επειδή έχω λάβει μέρος σε κάθε βήμα της μακράς διαδικασίας που προηγήθηκε, ως την τελική διαμόρφωσή του, πιστεύω ότι το Στρατηγικό Σχέδιο Εξωστρέφειας για την περίοδο 2026-2030 αποτελεί ένα ποιοτικό άλμα.

Σε ό,τι αφορά, βέβαια, στο πόσο συστηματικά, πόσο σοβαρά, αν προτιμάτε, αντιμετωπίζουμε το μέλλον της πατρίδας μας. Σας ακούγεται υπερβολικό αυτό; Κι όμως, δεν είναι καθόλου.

Διότι, εάν δεν αντιληφθούμε ότι ο εξωστρεφής είναι ο μόνος κοινωνικά ωφέλιμος, παραγωγικός και βιώσιμος προσανατολισμός της οικονομίας μας, τότε προδιαγράφουμε αναλόγως το μέλλον μας ως κράτους. Και πώς θα είναι αυτό το μέλλον, εφόσον επιλέγουμε την εσωστρέφεια; Μα τι άλλο εκτός από μια Ελλάδα που απέχει από το παγκόσμιο γίγνεσθαι, που αποσύρεται από τον ανταγωνισμό, που υποβαθμίζει μόνη της το κύρος και την αξιοπιστία της. Το αντίθετο της εξωστρέφειας οδηγεί με μαθηματική ακρίβεια στη συρρίκνωση. Και δεν κινδυνολογώ, αλλά επειδή παρακολουθώ, ομολογώ με αγωνία, το συγκεκριμένο ζήτημα, προσθέτω στη συζήτηση και την εξής παράμετρο: το δημογραφικό.

Τι σχέση μπορεί να έχει η εξωστρέφεια και η οικονομική διπλωματία με το αν γεννιούνται πολλά ή λίγα παιδιά στην Ελλάδα σήμερα;

Κι όμως, η οικονομία, σε κάθε παράμετρό της, πολλώ δε μάλλον στο συνολικό της outlook και τα ουσιώδη χαρακτηριστικά του προφίλ της, είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με την ελληνική κοινωνία. Οπότε, μια εσωστρεφής οικονομία, που παραμελεί ή, ακόμη χειρότερα, εχθρεύεται το άνοιγμα στις ξένες επενδύσεις, επηρεάζει αρνητικά την κοινωνία, φτάνοντας έως το πρωταρχικό κύτταρο της οικογένειας.

Εγώ ονειρεύομαι μια Ελλάδα καλύτερη για τα παιδιά μας, με πιο ισχυρή οικονομία, εύρωστη και ανταγωνιστική. Δεν ονειρεύομαι μια Ελλάδα παραπαίουσα, μη ανταγωνιστική και μη ελκυστική, που μαστίζεται από δεινά όπως το φοβερό “brain drain” –το οποίο για πρώτη φορά έχει αντιστραφεί πλέον. Πάνω από όλα, όμως, δεν ονειρεύομαι μια Ελλάδα χωρίς νέα γενιά, χωρίς παιδιά. Γι’ αυτό, λοιπόν, θεωρώ ότι το Στρατηγικό Σχέδιο Εξωστρέφειας αποτελεί τον οδικό χάρτη για τη χώρα μας –και όχι μόνο για την εθνική μας οικονομία.

Με όλο τον σεβασμό, κύριε υπουργέ, η χώρα έχει δει δεκάδες «στρατηγικά σχέδια» να μένουν στα συρτάρια. Τι κάνει αυτό διαφορετικό, ώστε να μην έχει την ίδια τύχη;

Χάρη στον σχεδιασμό και τη σκληρή δουλειά δεκάδων ανθρώπων, υπό την καθοδήγηση της κυβέρνησης, κατά κανόνα με τη φροντίδα του ίδιου του πρωθυπουργού, Κυριάκου Μητσοτάκη, για πρώτη φορά η Ελλάδα αποκτά ένα ολοκληρωμένο, μεσοπρόθεσμο σχέδιο οικονομικής διπλωματίας και εξωστρέφειας. Μέχρι σήμερα υπήρχαν αξιόλογες πρωτοβουλίες, αλλά συχνά λειτουργούσαν αποσπασματικά.

Η δική μου ιδανική Ελλάδα είναι μια χώρα που θα αποτελεί περιφερειακό κόμβο επενδύσεων, καινοτομίας, εμπορίου, ναυτιλίας, ενέργειας και υπηρεσιών

Το νέο σχέδιο θέτει συγκεκριμένες προτεραιότητες ανά χώρα, ανά κλάδο και ανά εργαλείο πολιτικής. Προσδιορίζει τις αγορές όπου η Ελλάδα έχει μεγαλύτερες δυνατότητες διείσδυσης, αναδεικνύει τους τομείς στους οποίους διαθέτουμε συγκριτικά πλεονεκτήματα και συντονίζει τις δράσεις όλων των εμπλεκόμενων φορέων. Η βασική διαφορά με το παρελθόν είναι ότι πλέον περνάμε από τη λογική των μεμονωμένων ενεργειών σε μια οργανωμένη, μετρήσιμη και πολυετή εθνική στρατηγική.

Μια μικρή ελληνική επιχείρηση με καλό προϊόν, αλλά χωρίς τμήμα εξαγωγών, θα σας έλεγε ότι η εξωστρέφεια είναι «παιχνίδι των μεγάλων». Τι θα της απαντούσατε και τι ακριβώς της προσφέρετε σήμερα;

Ισχύει το ακριβώς αντίθετο: Η μεγάλη πρόκληση για την Ελλάδα έγκειται στο πώς θα αυξήσει τον αριθμό των μικρομεσαίων επιχειρήσεων οι οποίες έχουν εξαγωγικό προσανατολισμό και αντίστοιχη δραστηριότητα.

Ξέρετε, πιστεύω πως θα εκπλαγεί από την αληθινή εικόνα του μικρομεσαίου επιχειρείν στη χώρα μας όποιος δεν γνωρίζει ή παραβλέπει ότι υπάρχουν, σήμερα, αυτή τη στιγμή που μιλάμε, χιλιάδες επιχειρήσεις με εξαιρετικά προϊόντα και υπηρεσίες, αμιγώς ελληνικές. Χιλιάδες επιχειρήσεις οι οποίες διαθέτουν δυνατότητες διεθνούς ανάπτυξης, αλλά δεν έχουν πάντα τα κατάλληλα εργαλεία ή την απαραίτητη πληροφόρηση.

Γι’ αυτό ενισχύουμε την Enterprise Greece, αναβαθμίζουμε τις υπηρεσίες υποστήριξης εξαγωγέων και προχωρούμε σε νέα χρηματοδοτικά εργαλεία μέσω της Export Credit Greece.
Η εξωστρέφεια δεν πρέπει να είναι προνόμιο των λίγων. Πρέπει να γίνει αυτονόητη δυνατότητα και βασικό εργαλείο για κάθε ελληνική επιχείρηση που διαθέτει ανταγωνιστικό προϊόν και φιλοδοξίες ανάπτυξης.

Η παραγωγή δεν σταματά στην Αθήνα και τη Θεσσαλονίκη. Πώς εντάσσονται οι Περιφέρειες στη στρατηγική εξωστρέφειας ώστε τα οφέλη να μη συγκεντρώνονται σε δύο-τρία μεγάλα αστικά κέντρα;

Είναι προφανές ότι όταν μιλάμε για ανάπτυξη, εννοούμε ανάπτυξη ισόρροπη και δίκαιη. Άρα αυτή η ανάπτυξη που επιδιώκουμε, εξ ορισμού της, δεν μπορεί να περιορίζεται π.χ. στην Αθήνα και τη Θεσσαλονίκη ή μόνο στα μεγάλα αστικά κέντρα της χώρας. Η πραγματική παραγωγή βρίσκεται σε ολόκληρη την Ελλάδα. Γι’ αυτό, άλλωστε, προχωρούμε στη δημιουργία ενός δικτύου Περιφερειακών Γραφείων Εξωστρέφειας σε συνεργασία με τις κατά τόπους Περιφέρειες. Στόχος μας είναι να συνδέσουμε πιο αποτελεσματικά την τοπική παραγωγή με τις διεθνείς αγορές. Ασφαλώς, κάθε Περιφέρεια διαθέτει διαφορετικά χαρακτηριστικά, διαφορετικούς κλάδους και διαφορετικά συγκριτικά πλεονεκτήματα. Η εξωστρέφεια πρέπει να προσαρμόζεται σε αυτές τις ιδιαιτερότητες και να λειτουργεί ως μοχλός περιφερειακής ανάπτυξης.

Σε ποιες αγορές θα ρίξετε το βάρος την επόμενη περίοδο; Και πώς ισορροπείτε ανάμεσα στην «ασφαλή» ευρωπαϊκή αγορά και στα πιο φιλόδοξα στοιχήματα του Κόλπου και της Ασίας;

Η Ευρωπαϊκή Ένωση παραμένει ο φυσικός και βασικός οικονομικός χώρος της Ελλάδας. Ωστόσο, η στρατηγική μας δεν περιορίζεται στην Ευρώπη. Ξεχωριστή σημασία αποδίδουμε στις Ηνωμένες Πολιτείες, όπου υπάρχουν μεγάλες δυνατότητες τόσο για εξαγωγές όσο και για επενδύσεις. Παράλληλα, δίνουμε έμφαση σε αγορές όπως τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, η Σαουδική Αραβία, η Ινδία και επιλεγμένες ασιατικές οικονομίες.

Στόχος μας δεν είναι απλώς να είμαστε παρόντες σε περισσότερες χώρες. Στόχος είναι να έχουμε στοχευμένη παρουσία σε αγορές όπου υπάρχουν πραγματικές δυνατότητες για τα ελληνικά προϊόντα και τις ελληνικές υπηρεσίες. Μένει να πιστέψουμε, κι εμείς οι ίδιοι, στους θησαυρούς που μπορεί να εξάγει η Ελλάδα, είτε σε υλική μορφή, ως προϊόντα, είτε υπό μορφήν υπηρεσιών στις οποίες οι Έλληνες –από τους τεχνικούς έως τους επιστήμονες Τεχνητής Νοημοσύνης– είμαστε «πρωταθλητές».

Οι ελληνοαμερικανικές οικονομικές σχέσεις περιγράφονται ως οι καλύτερες εδώ και δεκαετίες. Πέρα από τα διπλωματικά «εύσημα», ποιες απτές ευκαιρίες ανοίγονται για τις ελληνικές επιχειρήσεις και τους εργαζόμενους προς τις δύο αυτές κατευθύνσεις;

Οι Ηνωμένες Πολιτείες αποτελούν έναν από τους σημαντικότερους στρατηγικούς εταίρους της Ελλάδας, όχι μόνο σε πολιτικό και αμυντικό επίπεδο, αλλά και στον τομέα της οικονομίας και των επενδύσεων. Τα τελευταία χρόνια, έχουμε δει κορυφαίες αμερικανικές εταιρείες να επενδύουν στη χώρα μας, να δημιουργούν θέσεις εργασίας και να αναγνωρίζουν τις δυνατότητες της ελληνικής οικονομίας. Η Ελλάδα, σήμερα, προσφέρει ένα περιβάλλον σταθερότητας, αξιοπιστίας και πρόσβασης σε μια ευρύτερη περιφερειακή αγορά. Διαθέτει υψηλού επιπέδου ανθρώπινο δυναμικό, ισχυρές υποδομές, στρατηγική γεωγραφική θέση και σαφή ευρωπαϊκό προσανατολισμό. Αυτά τα χαρακτηριστικά την καθιστούν ελκυστικό προορισμό για επενδύσεις σε τομείς όπως η τεχνολογία, τα data centers, η ενέργεια, η εφοδιαστική αλυσίδα, η ναυπηγική βιομηχανία και, ευρύτερα, η καινοτομία.

Μέχρι εδώ μιλάμε για το τι έρχεται στην Ελλάδα. Αντιστρόφως: τι μπορεί, ρεαλιστικά, να πουλήσει μια ελληνική επιχείρηση στη μεγαλύτερη αγορά του κόσμου;

Υπάρχουν σημαντικές δυνατότητες για την ενίσχυση των ελληνικών εξαγωγών στην αμερικανική αγορά. Προϊόντα της αγροδιατροφής και φαρμακευτικά, βιομηχανικά αγαθά, αλλά και υπηρεσίες υψηλής προστιθέμενης αξίας, μπορούν να αποκτήσουν ακόμη πιο δυναμική παρουσία στις ΗΠΑ.

Ο δικός μας στόχος είναι να αξιοποιήσουμε το εξαιρετικό επίπεδο των διμερών σχέσεων, έτσι ώστε να δημιουργήσουμε απτά οικονομικά οφέλη για τις ελληνικές επιχειρήσεις και τους εργαζόμενους.

Ας μιλήσουμε και για τα εμπόδια. Ποιες είναι οι μεγαλύτερες προκλήσεις που βλέπετε μπροστά και ποια από αυτές σάς ανησυχεί περισσότερο;

Η πρώτη πρόκληση είναι η διεθνής αβεβαιότητα. Ζούμε σε μια περίοδο γεωπολιτικών ανακατατάξεων, εμπορικών ανταγωνισμών και διαρκώς μεταβαλλόμενων οικονομικών συνθηκών. Η αστάθεια και η μη προβλεψιμότητα της αγοράς αποτελεί τεράστιο εμπόδιο για την ανάπτυξη και τον σχεδιασμό, ιδιαίτερα τον μακροπρόθεσμο.

Η δεύτερη πρόκληση για την Ελλάδα είναι η ανάγκη ενίσχυσης της παραγωγικής βάσης μας. Είναι απλό, όσο και τρομακτικά δύσκολο: για να αυξήσουμε τις εξαγωγές μας πρέπει να παράγουμε περισσότερα και πιο ανταγωνιστικά προϊόντα και υπηρεσίες.

Η τρίτη πρόκληση αφορά στην ταχύτητα προσαρμογής μας στις τεχνολογικές εξελίξεις. Η ψηφιακή οικονομία, η Τεχνητή Νοημοσύνη και η πράσινη μετάβαση δημιουργούν νέες ευκαιρίες, αλλά και νέες απαιτήσεις. Η Ελλάδα πρέπει να βρίσκεται στην πρώτη γραμμή αυτών των εξελίξεων.

Αν προσπεράσουμε τα συνθήματα, ποια Ελλάδα θέλετε να δείτε το 2030 και με ποιο συγκεκριμένο κριτήριο θα κρίνετε αν πετύχατε;

Οραματίζομαι μια Ελλάδα πιο ισχυρή, πιο παραγωγική και, βέβαια, περισσότερο εξωστρεφή, όπως ανέλυσα μόλις προηγουμένως. Η δική μου ιδανική Ελλάδα είναι μια χώρα που θα αποτελεί περιφερειακό κόμβο επενδύσεων, καινοτομίας, εμπορίου, ναυτιλίας, ενέργειας και υπηρεσιών. Μια Ελλάδα που θα αξιοποιεί στο έπακρο την ανεκτίμητη αξία της στρατηγικής γεωγραφικής της θέσης, τη συμμετοχή της στην Ευρωπαϊκή Ένωση, το υψηλού επιπέδου ανθρώπινο δυναμικό της και τη δυναμική της ελληνικής επιχειρηματικότητας.

Πάνω απ’ όλα, οραματίζομαι μια χώρα που θα δημιουργεί περισσότερες ευκαιρίες για τους νέους ανθρώπους της. Γιατί, τελικά, η επιτυχία της οικονομικής διπλωματίας δεν μετριέται μόνο σε αριθμούς και δείκτες. Μετριέται στην ποιότητα ζωής των πολιτών, στις θέσεις εργασίας που δημιουργούνται και στην προοπτική που προσφέρει η χώρα στις επόμενες γενιές.

Μιλάτε συχνά για τη «γεωοικονομική» αξία της Ελλάδας. Είναι, άραγε, κάτι περισσότερο από ένα ωραίο σύνθημα; Τι σημαίνει, χειροπιαστά, για την οικονομία και τον πολίτη;

Η θέση μας στο σταυροδρόμι Ευρώπης, Ασίας, Αφρικής και Ανατολικής Μεσογείου παρέχει την προνομιακή δυνατότητα στην Ελλάδα να λειτουργήσει ως κόμβος μεταφορών, εμπορίου, ενέργειας, logistics και επενδύσεων. Τα λιμάνια μας, οι ενεργειακές διασυνδέσεις, οι υποδομές μεταφορών, η ναυτιλία και η συμμετοχή μας στην Ευρωπαϊκή Ένωση συνθέτουν ένα μοναδικό πλέγμα πλεονεκτημάτων. Η Ελλάδα μπορεί να αποτελέσει πύλη εισόδου προς την ευρωπαϊκή αγορά για επιχειρήσεις από όλο τον κόσμο και ταυτόχρονα κέντρο διασύνδεσης μεταξύ διαφορετικών γεωγραφικών περιοχών.

Η οικονομική διπλωματία έχει ακριβώς αυτόν τον ρόλο: να μετατρέπει τα γεωγραφικά και στρατηγικά πλεονεκτήματα της χώρας σε πραγματικές επενδύσεις, εμπορικές συνεργασίες και αναπτυξιακές ευκαιρίες.

Επειδή είμαστε παλιοί και οι δυο στη δημόσια σφαίρα, γνωρίζετε ότι πολλοί επικαλέστηκαν τη «γεωγραφική μας θέση» ως μεγάλο πλεονέκτημα, χωρίς αυτή να μεταφραστεί σε εισόδημα για τους πολίτες. Τι αλλάζει ώστε, αυτή τη φορά, να μη μείνει στα λόγια;

Δεν αρκεί να γνωρίζουμε ότι η Ελλάδα βρίσκεται σε μια κομβική θέση. Οφείλουμε να αξιοποιούμε αυτή τη θέση προς όφελος της οικονομίας και της κοινωνίας. Σε έναν κόσμο που αλλάζει με ταχύτητα, η χώρα μας έχει τη δυνατότητα να εξελιχθεί σε έναν πυλώνα σταθερότητας, συνεργασίας και ανάπτυξης στην ευρύτερη περιοχή. Αυτή είναι η μεγάλη εθνική ευκαιρία της επόμενης δεκαετίας, το επόμενο βήμα: Μετά τη γεωπολιτική, η γεωοικονομία. Με την Ελλάδα πρωταγωνίστρια.

Πατήστε εδώ και γίνετε συνδρομητής στο περιοδικό

Από το περιοδικό ΧΡΗΜΑ Μαΐου-Ιουνίου 2026, τ.482