Η συζήτηση που έχει ανοίξει γύρω από τον νέο Κώδικα Τοπικής Αυτοδιοίκησης επικεντρώνεται κυρίως στις αλλαγές στη λειτουργία των Δήμων, στη λήψη αποφάσεων, στην αξιολόγηση των υπηρεσιών και στο νέο πλαίσιο χρηματοδότησης των ΟΤΑ.
Ωστόσο, πίσω από τις θεσμικές αλλαγές εξελίσσεται μια δεύτερη, εξίσου σημαντική μεταρρύθμιση, η οποία αφορά τον τρόπο με τον οποίο οι Δήμοι οφείλουν να γνωρίζουν, να καταγράφουν, να αποτιμούν και τελικά να διαχειρίζονται την ακίνητη περιουσία τους. Για πρώτη φορά μετά από δεκαετίες, η ακίνητη περιουσία των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης παύει να αποτελεί ένα διοικητικό αντικείμενο περιορισμένης σημασίας και μετατρέπεται σε βασικό πυλώνα λογοδοσίας, χρηστής διοίκησης και οικονομικής βιωσιμότητας.
Η αλλαγή αυτή δεν προκύπτει μόνο από τον νέο Κώδικα Αυτοδιοίκησης. Συνδέεται άμεσα με την εφαρμογή του Προεδρικού Διατάγματος 54/2018 για το Λογιστικό Πλαίσιο της Γενικής Κυβέρνησης, το οποίο εισάγει νέες απαιτήσεις ως προς την καταγραφή και αποτίμηση των περιουσιακών στοιχείων των φορέων του Δημοσίου.
Υποχρέωση των δήμων να καταγράφουν με ακρίβεια την ακίνητη περιουσία τους
Στο πλαίσιο αυτό, οι Δήμοι καλούνται να καταγράψουν με ακρίβεια το σύνολο της ακίνητης περιουσίας τους, να διαχωρίσουν τα ιδιοχρησιμοποιούμενα ακίνητα από τα επενδυτικά ακίνητα και τα ακίνητα που προορίζονται για αξιοποίηση, να προχωρήσουν σε αποτιμήσεις βάσει αντικειμενικών ή εμπορικών αξιών και να ενσωματώσουν τα δεδομένα αυτά στις οικονομικές τους καταστάσεις.
Πρόκειται για μια βαθιά αλλαγή φιλοσοφίας. Μέχρι σήμερα, η ύπαρξη ενός ακινήτου στο αρχείο ή στο κτηματολόγιο ενός Δήμου θεωρούνταν συχνά επαρκής. Στο νέο περιβάλλον, ζητούμενο δεν είναι απλώς η κατοχή, αλλά η τεκμηριωμένη γνώση, η αποτίμηση, η κατηγοριοποίηση και η ενεργή διαχείριση του περιουσιακού χαρτοφυλακίου. Παράλληλα, ο νέος Κώδικας Τοπικής Αυτοδιοίκησης εισάγει έννοιες που μέχρι πρότινος δεν είχαν τόσο κεντρική θέση στη λειτουργία των ΟΤΑ όπως αξιολόγηση, διαφάνεια, λογοδοσία, μέτρηση αποτελεσμάτων, παρακολούθηση δεικτών και τεκμηριωμένη λήψη αποφάσεων.
Οι έννοιες αυτές συνδέονται άμεσα με τη διαχείριση της δημοτικής περιουσίας.
Πώς μπορεί να αξιολογηθεί η αποτελεσματικότητα μιας διοίκησης όταν δεν υπάρχει σαφής εικόνα για την αξία των περιουσιακών της στοιχείων και να σχεδιαστεί μια πολιτική αξιοποίησης όταν δεν είναι γνωστό ποια ακίνητα είναι διαθέσιμα, ποια είναι αξιοποιήσιμα και ποια παραμένουν ανενεργά; Ερώτημα είναι επίσης, το πώς μπορεί να ενισχυθεί η οικονομική αυτοτέλεια των Δήμων όταν δεν υφίσταται πλήρης γνώση του σημαντικότερου περιουσιακού τους κεφαλαίου.
Μεγάλος αριθμός μη καταγεγραμμένων ακινήτων στους δήμους
Τα παραπάνω ερωτήματα αυτά αποκτούν ιδιαίτερη σημασία σε μια περίοδο όπου η τοπική αυτοδιοίκηση καλείται να αναζητήσει νέες πηγές εσόδων, να βελτιώσει την αποδοτικότητα των πόρων της και να σχεδιάσει βιώσιμες αναπτυξιακές πολιτικές. Η πραγματικότητα είναι ότι πολλοί Δήμοι εξακολουθούν να διαθέτουν σημαντικό αριθμό ακινήτων χωρίς ολοκληρωμένη καταγραφή, χωρίς επικαιροποιημένα στοιχεία, χωρίς αποτίμηση και χωρίς σαφή στρατηγική αξιοποίησης.
Ο ρόλος του Ψηφιακού Μητρώου
Αυτό ακριβώς το κενό καλούνται να καλύψουν οι σύγχρονες ψηφιακές υποδομές διαχείρισης ακίνητης περιουσίας. Η δημιουργία ενός ολοκληρωμένου Ψηφιακού Μητρώου Ακινήτων δεν αποτελεί πλέον μια προαιρετική τεχνολογική επιλογή. Αποτελεί βασική προϋπόθεση συμμόρφωσης με το νέο θεσμικό και λογιστικό περιβάλλον. Σε αυτή τη μετάβαση έρχεται να συμβάλει η BluPeak, η οποία έχει αναπτύξει ένα ολοκληρωμένο σύστημα καταγραφής, οργάνωσης και διαχείρισης της δημοτικής ακίνητης περιουσίας.
Μέσα από τη δημιουργία Ψηφιακού Μητρώου Ακινήτων, οι Δήμοι αποκτούν για πρώτη φορά συγκεντρωμένη εικόνα του συνόλου των περιουσιακών τους στοιχείων, των νομικών χαρακτηριστικών τους, της χρήσης τους, της κατάστασής τους, της αποτίμησής τους και των δυνατοτήτων αξιοποίησής τους.
Παράλληλα, δημιουργούνται οι προϋποθέσεις για τον διαχωρισμό των ακινήτων σε ιδιοχρησιμοποιούμενα και επενδυτικά, για την υποστήριξη των απαιτήσεων του Π.Δ. 54/2018, για την καλύτερη παρακολούθηση των οικονομικών δεδομένων και για την τεκμηριωμένη λήψη αποφάσεων από τις δημοτικές αρχές.
Το σημαντικότερο όμως είναι ότι η πληροφορία παύει να βρίσκεται διάσπαρτη σε φακέλους, υπηρεσίες και διαφορετικά πληροφοριακά συστήματα και μετατρέπεται σε ένα ενιαίο εργαλείο διοίκησης. Η νέα εποχή της αυτοδιοίκησης δεν θα κριθεί μόνο από τις θεσμικές αλλαγές που θα εισαγάγει ο νέος Κώδικας. Θα κριθεί από την ικανότητα των Δήμων να μετατρέψουν τα δεδομένα τους σε γνώση και τη γνώση σε αναπτυξιακή πολιτική. Σε αυτό το νέο περιβάλλον, η συστηματική καταγραφή, αποτίμηση και διαχείριση της ακίνητης περιουσίας δεν αποτελεί απλώς μια διοικητική υποχρέωση. Αποτελεί στρατηγικό εργαλείο για τη βιωσιμότητα, τη διαφάνεια και την ανάπτυξη της τοπικής αυτοδιοίκησης.









