του Γιώργου Λαγαρία, Chief Economist, Director, Forvis Mazars Economics Hub

Αν μας δίδαξε κάτι η Συνθήκη των Βερσαλλιών, αυτό είναι ότι υπάρχει «καλή ειρήνη» και «κακή ειρήνη». Χωρίς καν να θίξουμε το ζήτημα της πυρηνικής ενέργειας, μπορούμε να εστιάσουμε στη γεωπολιτική. Το Ιράν «έχει ήδη παίξει τα χαρτιά του» και θα έχει κίνητρα να το πράξει ξανά. Το όριο για κάτι τέτοιο πιθανότατα θα είναι πολύ χαμηλότερο από ό,τι στο παρελθόν, ενώ το οριακό κόστος για το –σε μεγάλο βαθμό απομονωμένο– κράτος είναι επίσης μικρό.

Αν το Ισραήλ επιτεθεί στον Λίβανο, το Στενό θα μπορούσε να κλείσει. Αν οι Χούθι υποστούν στρατηγικές ήττες από την υποστηριζόμενη από τη Σαουδική Αραβία κυβέρνηση της Υεμένης, το Στενό θα μπορούσε να κλείσει. Αν πραγματοποιηθούν τρομοκρατικές επιθέσεις που αποδίδονται άμεσα στο Ιράν, το Ιράν μπορεί να αρνηθεί, και αν αυτό δεν είναι αρκετό, το Στενό θα μπορούσε να κλείσει. Και ούτω καθεξής.

Αν οι ΗΠΑ και οι σύμμαχοί τους ήθελαν πραγματικά να διασφαλίσουν το Ορμούζ, δεν θα είχαν άλλη επιλογή από το να βρουν έναν –πιθανότατα πολύ δαπανηρό και αβέβαιο– στρατιωτικό τρόπο προστασίας έναντι επιθέσεων με drones, πυραύλων επιφανείας-επιφανείας κ.λπ. ή να επιτύχουν πλήρη αλλαγή καθεστώτος.

Τα κόστη είναι εξαιρετικά ασύμμετρα. Το οριακό κόστος των συμμάχων για τη διασφάλιση του Ορμούζ (πύραυλοι, ηλεκτρονικός πόλεμος, ενδεχομένως αποβατικές επιχειρήσεις) είναι σημαντικά υψηλότερο από το κόστος του Ιράν για το κλείσιμό του.

Τι σημαίνουν όλα αυτά για την οικονομία και τις επενδύσεις;

Οι επενδυτές θα πρέπει να είναι εξαιρετικά επιφυλακτικοί ως προς τα αποτελέσματα. Ακόμη κι αν υπογραφεί ειρήνη, θα πρέπει να είναι σκεπτικοί για τη σταθερότητα της συμφωνίας που θα διατηρεί το Στενό ανοιχτό και να σταθμίζουν τα κίνητρα του Ιράν να το κλείσει εκ νέου, κατά βούληση.

Οι επιχειρήσεις και οι επενδυτές θα πρέπει να είναι προετοιμασμένοι για υψηλά ασφάλιστρα κινδύνου στα προϊόντα που προέρχονται από τον Περσικό Κόλπο, στο ορατό μέλλον. Οι ασφαλιστικές εταιρείες πιθανότατα δεν θα επιστρέψουν άμεσα στα προπολεμικά επίπεδα τιμολόγησης, αλλά σταδιακά.

Οι τιμές του πετρελαίου δύσκολα θα καταρρεύσουν άμεσα. Θα χρειαστεί χρόνος έως ότου τα πετρελαιοφόρα μπορούν να εισέρχονται και να εξέρχονται από το Στενό με χαμηλό κόστος και αξιοπιστία.

Οι μακροοικονομικές επιπτώσεις πιθανότατα θα διαρκέσουν έως το τέλος του έτους. Ο πληθωρισμός ενδέχεται να αυξηθεί πριν υποχωρήσει. Μετά από τρεις μήνες κλεισίματος, οι παγκόσμιες εφοδιαστικές αλυσίδες έχουν διαταραχθεί σε επίπεδα που δεν έχουν παρατηρηθεί πέραν της πανδημίας. Θα χρειαστεί χρόνος για να αποκατασταθεί η ροή αγαθών και υπηρεσιών. Παρ’ όλα αυτά, δεν έχουμε δει ενδείξεις που να καθιστούν αυτό το πληθωριστικό κύμα μόνιμα εδραιωμένο.

Αν επιτευχθεί ειρήνη, οι καμπύλες επιτοκίων πιθανότατα θα αρχίσουν να κινούνται χαμηλότερα (δηλαδή τόσο οι μακροπρόθεσμες όσο και οι βραχυπρόθεσμες αποδόσεις θα μειωθούν), αλλά με σταδιακό ρυθμό. Αν η Fed μειώσει τα επιτόκια το 2026 (κάτι κάθε άλλο παρά βέβαιο), τότε θα μπορούσαμε να δούμε τα βραχυπρόθεσμα επιτόκια να υποχωρούν ταχύτερα. Αυτό αποκαλείται “bull steepener”.

Το βασικό συμπέρασμα για επενδυτές και επιχειρήσεις είναι ότι αξίζει να κινηθούν με υπομονή. Τα σημεία συμφόρησης κλείνουν εύκολα, αλλά η αποκατάσταση της εμπιστοσύνης απαιτεί πολύ χρόνο. Το οριακό κόστος τού να μη «νικήσει κανείς τον ανταγωνισμό», τη στιγμή που, ενδεχομένως, θα προκύψει ειρήνη στη Μέση Ανατολή, είναι πολύ μικρότερο από το κόστος ενός λανθασμένου στοιχήματος. Το ίδιο ισχύει τόσο για επενδυτές και επιχειρήσεις όσο και για τις κεντρικές τράπεζες, των οποίων η αξιοπιστία στην καταπολέμηση του πληθωρισμού μπορεί να τεθεί σε δοκιμασία.

AΠΟ ΧΡΗΜΑ WEEK