της Ελπίδας Οικονομίδη
Τον Μάρτιο του 2024, ψηφίστηκε ο Νόμος 5094/2024, ο οποίος άνοιξε τον δρόμο για την ίδρυση μη κρατικών πανεπιστημίων στην Ελλάδα. Ουσιαστικά, η τριτοβάθμια εκπαίδευση μετασχηματίζεται, καθώς μετατρέπεται σε ένα δυναμικό πεδίο προσέλκυσης άμεσων ξένων επενδύσεων, προσφέροντας όχι μόνο εκπαιδευτικές αλλά και αναπτυξιακές ευκαιρίες.
Το 2026 αποτελεί ακόμη ένα έτος-τομή προς τη συγκεκριμένη κατεύθυνση, καθώς νέα ξένα ιδρύματα αναμένεται να διεκδικήσουν άδειες λειτουργίας στη χώρα, ενώ παράλληλα η κυβέρνηση προωθεί τη συνταγματική αναθεώρηση του άρθρου 16, «σφραγίζοντας» θεσμικά το νέο πλαίσιο, ύστερα και από την απόφαση του Συμβουλίου Επικρατείας τον Ιούνιο του 2025, το οποίο έκρινε συνταγματικό τον νόμο.
Στόχος είναι η Ελλάδα να ανακόψει τη μεγάλη φυγή των Ελλήνων αποφοίτων προς τα πανεπιστήμια του εξωτερικού, μια τάση που ενισχύει το λεγόμενο “brain drain”, προσφέροντας αξιόλογες και ισότιμες επιλογές για σπουδές σε ιδιωτικά πανεπιστήμια.
Σύμφωνα με στοιχεία του Υπουργείου Παιδείας, περίπου 40.000 Έλληνες φοιτητές φοιτούν σε ιδρύματα του εξωτερικού.
Σε δεύτερο επίπεδο, η Ελλάδα ανοίγει τον δρόμο για άμεσες επενδυτικές πρωτοβουλίες στον χώρο της εκπαίδευσης, με την ίδια να φιλοδοξεί να εξελιχθεί σε έναν περιφερειακό εκπαιδευτικό κόμβο της Νοτιοανατολικής Ευρώπης, προσελκύοντας φοιτητές τρίτων χωρών αλλά και Έλληνες ακαδημαϊκούς που εργάζονται στο εξωτερικό.
Την ψήφιση του νόμου ακολούθησε η άμεση εφαρμογή του, καθώς τα πρώτα τέσσερα μη κρατικά πανεπιστήμια σε Αθήνα και Θεσσαλονίκη ξεκίνησαν τη λειτουργία τους τον Οκτώβριο του 2025, προσφέροντας πληθώρα επιλογών –κυρίως αγγλόφωνων προγραμμάτων– σε δημοφιλή αντικείμενα σπουδών, μεταξύ των οποίων η Ιατρική και η Νομική.
Μία από τις σημαντικότερες επενδύσεις αφορά την ίδρυση του UNIC Athens, του παραρτήματος του Πανεπιστημίου Λευκωσίας στην Αθήνα, στην περιοχή του Ελληνικού. Πρόκειται για μια επένδυση που, σε πρώτη φάση, εκτείνεται σε ένα campus 12.500 στρεμμάτων, στεγάζοντας μια σύγχρονη πανεπιστημιούπολη, εξειδικευμένες εγκαταστάσεις, ερευνητικά εργαστήρια, βιβλιοθήκη, ενώ μέχρι το 2031 αναμένεται να ολοκληρωθούν ακόμη δύο φάσεις του έργου, που θα αφορούν τη δημιουργία του Ακαδημαϊκού και Ερευνητικού Κέντρου, τις φοιτητικές εστίες και επιπλέον ερευνητικά κέντρα.
Στην Αθήνα έχει ξεκινήσει τη λειτουργία του και το Keele, στο κέντρο της Αθήνας, το παράρτημα του βρετανικού πανεπιστημίου, με ιστορία 75 χρόνων.
Εξίσου ισχυρό ήταν το επενδυτικό ενδιαφέρον και για τη Θεσσαλονίκη, όπου ακόμη δύο μη κρατικά πανεπιστήμια ξεκίνησαν τη λειτουργία τους τον Οκτώβριο του 2025.
Το University of Υork Europe Campus, το ευρωπαϊκό παράρτημα του University of York, με στρατηγικές συνεργασίες με άλλα ιδρύματα του εξωτερικού και μεταξύ των κορυφαίων πανεπιστημίων στις διεθνείς κατατάξεις, έχει ήδη υποδεχθεί τους πρώτους φοιτητές, ενώ ετοιμάζεται και για νέες επενδύσεις. Στα σχέδια του ιδρύματος είναι η ανέγερση ενός πανεπιστημιακού campus στο Ωραιόκαστρο Θεσσαλονίκης, έκτασης 14.000 στρεμμάτων, με σύγχρονες υποδομές και εκπαιδευτικές εγκαταστάσεις, ενώ συζητείται και η ίδρυση παραρτήματος στην Αθήνα στο άμεσο μέλλον.
Τέλος, το Anatolia University, πανεπιστημιακό τμήμα του Ανατόλια, ενός από τους σημαντικότερους ιδιωτικούς, μη κερδοσκοπικούς εκπαιδευτικούς οργανισμούς στην Ελλάδα, με ιστορία ακαδημαϊκής αριστείας από το 1886 και προσφορά σε όλες τις βαθμίδες της εκπαίδευσης, ολοκληρώνει τη λίστα των πρώτων τεσσάρων μη κρατικών πανεπιστημίων που λειτουργούν ήδη στη χώρα.
Η ίδρυση των πρώτων τεσσάρων ιδρυμάτων, τον Οκτώβριο του 2025, αποτελεί μόνο την αρχή σε μια αναμενόμενη κινητικότητα όχι μόνο στην αγορά της εκπαίδευσης, αλλά και σε αυτήν των ακινήτων και των κατασκευών. Τα μη κρατικά πανεπιστήμια, βάσει του νόμου, υποχρεούνται να διαθέτουν αυτοτελή campuses με σύγχρονες προδιαγραφές, γεγονός που έχει πυροδοτήσει ένα νέο κύμα επενδύσεων στο real estate.
Ειδικό βάρος στην έναρξη της λειτουργίας αυτών των ιδρυμάτων δίνει το γεγονός ότι το επενδυτικό ενδιαφέρον έχει αποτυπωθεί με τη συμμετοχή μεγάλων funds. Το CVC Capital Partners, το παγκόσμιο κολοσσιαίο fund, αποτελεί τον κινητήριο μοχλό πίσω από την επένδυση στην Αθήνα (με επίκεντρο το Ελληνικό), καθώς συνδέεται άμεσα με το Hellenic Healthcare Group (HHG), με στόχο τη δημιουργία ενός ολοκληρωμένου οικοσυστήματος υγείας και εκπαίδευσης.
Επιπλέον, το fund BC Partners, υπό την καθοδήγηση του Νίκου Σταθόπουλου, απέκτησε πλειοψηφικό πακέτο στον όμιλο Ακμή/Μητροπολιτικό Κολλέγιο, προετοιμάζοντας το έδαφος για τη συνεργασία με το βρετανικό University of Keele.
Στην περίπτωση του CITY College στη Θεσσαλονίκη, η συνεργασία με το University of York στηρίζεται σε μια μακροχρόνια παρουσία με ίδια κεφάλαια και ακαδημαϊκή αυτονομία. Αντίστοιχα, το Κολλέγιο Ανατόλια, συνεργαζόμενο με το Open University της Μεγάλης Βρετανίας, αξιοποιεί τη στιβαρή βάση του ως μη κερδοσκοπικός οργανισμός, με ισχυρή υποστήριξη από διεθνή κεφάλαια.
Το βλέμμα της αγοράς είναι όμως στραμμένο και στο δεύτερο «κύμα» αιτήσεων, το οποίο αφορά τη λειτουργία ιδρυμάτων από τον Σεπτέμβριο του 2026. Η προθεσμία των αιτήσεων ολοκληρώνεται το επόμενο διάστημα, με τη συμμετοχή φέτος να αναμένεται υψηλότερη από την πρώτη χρονιά.
Ήδη 8 ιδρύματα του εξωτερικού, που δεν κατάφεραν την πρώτη χρονιά να πάρουν το «πράσινο» φως για την άδεια λειτουργίας, είναι πιθανόν να διεκδικήσουν μια δεύτερη ευκαιρία, ενώ τουλάχιστον πέντε ακόμη νέες αιτήσεις αναμένεται να κατατεθούν.
Μεταξύ αυτών, σύμφωνα με πληροφορίες, είναι το Ευρωπαϊκό Πανεπιστήμιο Κύπρου, το οποίο σχεδιάζει τη δημιουργία ενός σύγχρονου campus και την παροχή σπουδών σε δημοφιλή αντικείμενα. Παράλληλα, το Deree-American College of Greece υπέβαλλε την αίτησή του για την ίδρυση Ν.Π.Π.Ε. στις 26 Φεβρουαρίου.
Μεταξύ των υποψήφιων ιδρυμάτων που διεκδικούν άδεια λειτουργίας αναμένεται να περιλαμβάνονται αξιόλογα ιδρύματα της Ευρώπης και των ΗΠΑ, που καταλαμβάνουν υψηλές θέσεις στις διεθνείς κατατάξεις.
Για κάποιους γνώστες της αγοράς, το 2026 αναμένεται να είναι η χρονιά της «ωρίμανσης» του νέου ακαδημαϊκού χάρτη, όπου ο ανταγωνισμός θα ενταθεί, με πιθανές επιπτώσεις στις τιμές των διδάκτρων, αλλά και στις παρεχόμενες υπηρεσίες εκπαίδευσης.
Η επιτυχία του εγχειρήματος θα κριθεί σε μεγάλο βαθμό από τη δυνατότητα αυτών των ιδρυμάτων να προσελκύσουν ξένους φοιτητές, κυρίως από τις γειτονικές αγορές των Βαλκανίων και της Μέσης Ανατολής. Αν η Ελλάδα καταφέρει να εισάγει φοιτητές, η επίδραση στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών θα είναι άμεση.
Η «οικονομία της γνώσης» αναμένεται να επεκταθεί στην κατανάλωση, στις μεταφορές, στον τουρισμό και στην προσέλκυση ή παραμονή υψηλά καταρτισμένου δυναμικού στη χώρα (“brain gain”). Ήδη τα υπάρχοντα μη κρατικά πανεπιστήμια έχουν αναφερθεί λεπτομερώς στα σχέδιά τους να συμβάλουν στην ερευνητική δραστηριότητα της χώρας, να προχωρήσουν σε στρατηγικές συνεργασίες με τον ιδιωτικό τομέα και να ενισχύσουν την παραγωγικότητα των επιχειρήσεων, με στόχο να κλείσει το χάσμα μεταξύ ακαδημαϊκής θεωρίας και αναγκών της αγοράς εργασίας.
Επιπλέον, η έρευνα και η καινοτομία που θα διεξάγεται σε αυτά τα παραρτήματα, συχνά σε συνεργασία με τις μητρικές σχολές του εξωτερικού, μπορεί να λειτουργήσει ως καταλύτης για την ίδρυση startups και τη συνεργασία με πολυεθνικούς κολοσσούς.
Η μετάβαση στην εποχή των μη κρατικών πανεπιστημίων αποτελεί ένα στοίχημα εκσυγχρονισμού με σαφή οικονομικό προσανατολισμό. Η κυβέρνηση, μέσω της συνταγματικής αναθεώρησης, επιδιώκει να καταστήσει το νομικό πλαίσιο ανθεκτικό, ώστε να εξασφαλίσει ένα ασφαλές περιβάλλον για τους επενδυτές.
Aπό το περιοδικό ΧΡΗΜΑ (Αφιέρωμα στην Εκπαίδευση: “Ο νέος εκπαιδευτικός χάρτης στην Ελλάδα: Η ίδρυση μη κρατικών πανεπιστημίων και ο δομικός μετασχηματισμός της ιδιωτικής εκπαίδευσης”).










