της Ελπίδας Οικονομίδη
Η ελληνική ιδιωτική εκπαίδευση διέρχεται μια περίοδο δομικού μετασχηματισμού, καθώς η παραδοσιακή οικογενειακή δομή ιστορικών εκπαιδευτηρίων δίνει τη θέση της σε ένα μοντέλο διεθνοποιημένης εταιρικής διακυβέρνησης.
Την τελευταία διετία, ιδιωτικά εκπαιδευτήρια «πολιορκήθηκαν» στενά από παγκόσμιους εκπαιδευτικούς ομίλους που διατηρούν ένα αξιοπρόσεκτο χαρτοφυλάκιο κορυφαίων ιδιωτικών σχολείων σε όλο τον κόσμο.
Η «βροχή» ανακοινώσεων για εξαγορές και στρατηγικές συνεργασίες υπογράμμισε μια ενορχηστρωμένη στρατηγική τοποθέτηση διεθνών «παικτών» της αγοράς, αλλάζοντας ριζικά τον χάρτη της πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης στη χώρα.
Η Inspired Education Group, ένας από τους μεγαλύτερους παρόχους premium εκπαίδευσης παγκοσμίως, πραγματοποίησε ένα εντυπωσιακό «διπλό χτύπημα» στην Αθήνα. Η είσοδός της στη Σχολή Μωραΐτη και, στη συνέχεια, στα Εκπαιδευτήρια Κωστέα-Γείτονα (CGS) σήμανε την αυγή μιας νέας εποχής για τα ιστορικά εκπαιδευτήρια. Η Inspired δεν περιορίστηκε στη διαχείριση των υπαρχουσών δομών, αλλά μέσω της CGS «κλείδωσε» την παρουσία της στο εμβληματικό project του Ελληνικού, όπου θα ιδρυθεί το πρώτο ιδιωτικό σχολείο. Η επένδυση υλοποιείται σε οικόπεδο συνολικής επιφάνειας 31.761,96 τ.μ., ιδιοκτησίας της Lamda Development, το οποίο έχει μισθωθεί στα Εκπαιδευτήρια Κωστέα-Γείτονα στο πλαίσιο της πρώτης οργανωμένης παρουσίας του ιστορικού εκπαιδευτικού οργανισμού στα νότια προάστια. Ο χρονικός ορίζοντας λειτουργίας τοποθετείται στον Σεπτέμβριο του 2028, οπότε αναμένεται να χτυπήσει το πρώτο κουδούνι.
Σημειώνεται ότι ο διεθνής όμιλος έχει στο χαρτοφυλάκιό του πάνω από 115 premium σχολεία σε όλο τον κόσμο. Ο ιδρυτής του, Nadim Nsouli, έχει στήσει εδώ και 11 χρόνια ένα χαρτοφυλάκιο δισεκατομμυρίων με σημαντική κερδοφορία, χάρη σε αυτήν τη «συλλογή» από premium σχολεία.
Ο βρετανικός όμιλος Dukes Education έκανε την εμφάνισή του στην ελληνική αγορά εξαγοράζοντας το International School of Athens (ISA) και συνέχισε την επεκτατική του πορεία προς τον Βορρά, αποκτώντας τα ιστορικά Εκπαιδευτήρια Μαντουλίδη στη Θεσσαλονίκη, επιβεβαιώνοντας ότι το επενδυτικό ενδιαφέρον δεν περιορίζεται μόνο στην πρωτεύουσα. Ο Dukes Education είναι ο μεγαλύτερος εκπαιδευτικός όμιλος στο Ηνωμένο Βασίλειο. Διαθέτει παιδικούς σταθμούς, προπαρασκευαστικά σχολεία, λύκεια, οικοτροφεία και κολέγια στο Ηνωμένο Βασίλειο, καθώς και 22 διεθνή σχολεία σε 8 χώρες της Ευρώπης. Συνολικά, ο όμιλος Dukes υποστηρίζει περισσότερους από 21.000 μαθητές, με σχεδόν 5.000 υπαλλήλους.
Παράλληλα, η International Schools Partnership (ISP), ένας όμιλος με ραγδαία ανάπτυξη διεθνώς, ενέταξε στο δυναμικό της τα Εκπαιδευτήρια «Πλάτων», την Ελληνογερμανική Αγωγή και τα Εκπαιδευτήρια Αυγουλέα-Λιναρδάτου. Η επένδυση της ISP ενισχύθηκε περαιτέρω όταν ο κολοσσός CVC Capital Partners απέκτησε στρατηγικό μειοψηφικό ποσοστό 20% στον όμιλο ISP, σε μια συμφωνία που αποτίμησε την εταιρεία σε δισεκατομμύρια ευρώ. Με μόλις 11 χρόνια λειτουργίας, ο όμιλος International Schools Partnership έχει ήδη πετύχει να δημιουργήσει ένα δίκτυο περίπου 100 σχολείων σε 23 χώρες και με πάνω από 85.000 μαθητές. Πίσω από τον όμιλο βρίσκεται η Partners Group Holding, μια εταιρεία private equity με έδρα την Ελβετία και με 149 δισ. δολ. σε υπό διαχείριση ιδιωτικά assets.
Στο κάδρο των επενδύσεων προστέθηκε και η Cognita, η οποία ανέλαβε τον έλεγχο των Εκπαιδευτηρίων Δούκα, ολοκληρώνοντας μια σειρά από deals που μετέτρεψαν την Αθήνα σε πεδίο έντονου ανταγωνισμού μεταξύ των κορυφαίων «παικτών» του πλανήτη στην εκπαίδευση. Βασικός μέτοχος του Ομίλου Cognita Schools Group είναι η Jacobs Holding AG, η διεθνής επενδυτική εταιρεία της οικογένειας Jacobs, το όνομα της οποίας έχει γίνει συνώνυμο του καφέ. O όμιλος ελέγχει πάνω από 100 εκπαιδευτικά ιδρύματα ανά τον κόσμο, απασχολεί πάνω από 21 χιλιάδες άτομα προσωπικό και φιλοξενεί πάνω από 95 χιλιάδες μαθητές.
Η είσοδος ισχυρών επενδυτικών κεφαλαίων στην ελληνική ιδιωτική εκπαίδευση έρχεται ύστερα από μια εντυπωσιακή αύξηση των μαθητών στα ιδιωτικά σχολεία. Σύμφωνα με πρόσφατη έκθεση της ΕΛΣΤΑΤ, ο αριθμός των μαθητών των ιδιωτικών σχολείων τη σχολική περίοδο 2019-2020 ήταν 87.308, ενώ ο αντίστοιχος για το διάστημα 2022-2023 εκτοξεύτηκε στους 104.655 μαθητές, μια αύξηση της τάξης του 20%.
Το αυξημένο ενδιαφέρον των οικογενειών για φοίτηση σε ιστορικά εκπαιδευτήρια, που εγγυώνται υψηλής ποιότητας εκπαίδευση και υψηλές επιδόσεις, οδήγησε και σε αύξηση των διδάκτρων τα τελευταία χρόνια.
Ο κύκλος των εξαγορών συνεχίζεται, με επικέντρωση πλέον σε ιδιωτικά σχολεία της περιφέρειας, αναβαθμίζοντας την εκπαίδευση σε όλη τη χώρα.
Δεν είναι όμως μόνο διεθνές το επενδυτικό ενδιαφέρον, αλλά και ελληνικό. Ο εφοπλιστής Γιώργος Προκοπίου αναμένεται να προχωρήσει στο σχέδιό του για ανάπτυξη εκπαιδευτικών εγκαταστάσεων στο Ελληνικό, ύστερα από τη συμφωνία με τη Lamda Development για εξαγορά οικοπέδων εντός του Ελληνικού έναντι 120 εκατ. ευρώ.
Το ερώτημα που τίθεται επιτακτικά στον οικονομικό διάλογο είναι: Γιατί η ελληνική ιδιωτική εκπαίδευση κατέστη ξαφνικά τόσο ελκυστική για τα διεθνή funds;
Ένας από τους βασικούς λόγους είναι η ανθεκτική παρουσία της ιδιωτικής εκπαίδευσης στη χώρα. Η Ελλάδα διαθέτει εκπαιδευτική κουλτούρα και παρέχει υψηλής ποιότητας εκπαίδευση. Η ανάκαμψη της ελληνικής οικονομίας συνδέθηκε με την εκτόξευση των εγγραφών των μαθητών σε ιδιωτικά σχολεία, καθώς για τις ελληνικές οικογένειες οι δαπάνες για την εκπαίδευση θεωρούνται άμεση προτεραιότητα.
Σε μια χώρα όπως η Ελλάδα, στην οποία η δημόσια εκπαίδευση βρίσκεται στο μικροσκόπιο λόγω αδυναμιών να ανταποκριθεί σε σύγχρονες ανάγκες, η ιδιωτική εκπαίδευση φαίνεται να καλύπτει αυτό το κενό με υψηλού επιπέδου παροχές εκπαίδευσης, αποτελώντας μια «σίγουρη» επιλογή για τους επενδυτές.
Επιπλέον, ο διεθνής χαρακτήρας των ιδιωτικών σχολείων και η υιοθέτηση διεθνών πρακτικών αποτελούν ένα ακόμη ισχυρό δέλεαρ για τους επενδυτές. Η φοίτηση για την απόκτηση του International Baccalaureate (IB), μια παροχή που προσφέρεται σε περίπου 15 ιδιωτικά σχολεία, κρίνεται ως ένα παγκόσμιο «διαβατήριο», που επιτρέπει στα ελληνικά εκπαιδευτήρια να προσελκύουν όχι μόνο Έλληνες, αλλά και μαθητές αλλοδαπών που εγκαθίστανται στην Ελλάδα, αυξάνοντας την πελατειακή βάση, σε συνδυασμό με την ίδρυση μη κρατικών πανεπιστημίων, που στην πλειοψηφία τους παρέχουν ξενόγλωσσα προγράμματα σπουδών.
Ένας άλλος κρίσιμος παράγοντας είναι η αξία του real estate. Πολλά από τα ιστορικά ιδιωτικά σχολεία κατέχουν προνομιακές εκτάσεις και κτηριακές υποδομές.
Ταυτόχρονα, η Ελλάδα προσφέρει ένα συγκριτικό πλεονέκτημα κόστους σε σχέση με την υπόλοιπη Ευρώπη. Το υψηλά καταρτισμένο εκπαιδευτικό προσωπικό αμείβεται με μισθούς σημαντικά χαμηλότερους από τους αντίστοιχους στη Μεγάλη Βρετανία ή την Ελβετία, ενώ τα δίδακτρα παραμένουν σε επίπεδα που επιτρέπουν υψηλά περιθώρια κέρδους.
Περιοδικό ΧΡΗΜΑ – Απόσπασμα από το αφιέρωμα: “Ο νέος εκπαιδευτικός χάρτης στην Ελλάδα: Η ίδρυση μη κρατικών πανεπιστημίων και ο δομικός μετασχηματισμός της ιδιωτικής εκπαίδευσης”










