Η Klarna, το δίκτυο καθημερινών χρηματοοικονομικών υπηρεσιών, συμπληρώνει τέσσερα χρόνια παρουσίας στην ελληνική αγορά. Αυτό που ξεκίνησε τον Σεπτέμβριο του 2022 ως η είσοδος της υπηρεσίας Buy Now Pay Later (BNPL) έχει εξελιχθεί σε μια ευρύτερη εμπειρία αγορών και πληρωμών, που έχει καθιερώσει την Klarna ως ένα οικείο όνομα τόσο για τους Έλληνες καταναλωτές όσο και για τις επιχειρήσεις.

Τέσσερα χρόνια σε αριθμούς

Η πορεία της Klarna στην ελληνική αγορά μέχρι σήμερα αποτυπώνεται στα παρακάτω μεγέθη:

  • 700.000 καταναλωτές στην Ελλάδα χρησιμοποίησαν την Klarna τους τελευταίους 12 μήνες
  • 13.000 συνεργαζόμενες επιχειρήσεις, σε κατηγορίες που εκτείνονται από τη μόδα, τον αθλητισμό και τα ηλεκτρονικά είδη – όπου η Klarna έκανε αρχικά την είσοδό της στην Ελλάδα – έως τα ταξίδια, την ομορφιά, τα marketplaces και πολλούς ακόμη κλάδους
  • 66 από τις 100 κορυφαίες επιχειρήσεις στην Ελλάδα συνεργάζονται πλέον με την Klarna

«Τα τελευταία τέσσερα χρόνια έχουμε δει τους Έλληνες καταναλωτές και τις ελληνικές επιχειρήσεις να υιοθετούν έναν νέο τρόπο προσέγγισης των πληρωμών, ο οποίος βασίζεται στην ευελιξία, τη διαφάνεια και τις πραγματικές τους ανάγκες» αναφέρει η Μαρία Ηλιάδου, Country Manager Greece της Klarna.

 

Από μία πρωτοποριακή υπηρεσία σε έναν καθημερινό σύμμαχο αγορών

Η Klarna μπήκε στην ελληνική αγορά με μια σαφή πρόταση: να δώσει στους καταναλωτές την ελευθερία να χωρίζουν τις αγορές τους σε τρεις άτοκες δόσεις, χωρίς κρυφές χρεώσεις, ή να πληρώνουν έως και 30 ημέρες αργότερα. Η πρόταση αυτή βρήκε ιδιαίτερα θετική ανταπόκριση στην Ελλάδα, όπου οι καταναλωτές είναι παραδοσιακά επιφυλακτικοί απέναντι στα επιτόκια και τις πρόσθετες χρεώσεις που μπορεί να συνδέονται με τις πιστωτικές κάρτες. Η Klarna πρόσφερε μια νέα εναλλακτική: την ευελιξία που προσφέρει η πίστωση, χωρίς πρόσθετες χρεώσεις και «ψιλά γράμματα».

Τέσσερα χρόνια αργότερα, η αρχική αυτή υπηρεσία έχει εξελιχθεί σε έναν ολοκληρωμένο σύμμαχο για τις καθημερινές αγορές. Μέσω της εφαρμογής της Klarna, οι Έλληνες καταναλωτές μπορούν να αναζητούν και να ανακαλύπτουν συνεργαζόμενα καταστήματα, να ανακαλύπτουν προσφορές, να παρακολουθούν την πορεία των παραγγελιών τους, και να διαχειρίζονται όλες τις αγορές και τις πληρωμές τους από ένα σημείο.

Στηρίζοντας την ανάπτυξη του ελληνικού λιανεμπορίου

Η ανάπτυξη της Klarna στην Ελλάδα έχει χτιστεί παράλληλα με την ανάπτυξη των επιχειρήσεων που την έχουν εντάξει στις διαθέσιμες μεθόδους πληρωμής τους. Σήμερα, ορισμένα από τα πιο γνωστά brands στους κλάδους της μόδας, της ομορφιάς, των ηλεκτρονικών ειδών, του αθλητισμού και των ταξιδιών προσφέρουν τη δυνατότητα πληρωμής μέσω Klarna, μεταξύ των οποίων τα Skroutz, Public, Airbnb και Zara. Οι συνεργασίες αυτές αντικατοπτρίζουν την κοινή πεποίθηση ότι η παροχή περισσότερων επιλογών πληρωμής στους καταναλωτές μπορεί να συμβάλει άμεσα στην αύξηση των πωλήσεων και στην ενίσχυση της ικανοποίησης των πελατών.

«Μετά από τέσσερα χρόνια, η Ελλάδα δεν αποτελεί πλέον μια νέα αγορά για εμάς, αλλά μια εδραιωμένη αγορά. Έχουμε δημιουργήσει ισχυρές σχέσεις με επιχειρήσεις λιανικής σε κάθε κλάδο και βλέπουμε τους Έλληνες καταναλωτές να χρησιμοποιούν την Klarna όχι μόνο ως ένα εργαλείο πληρωμών, αλλά ως μέρος του τρόπου με τον οποίο ανακαλύπτουν προϊόντα και πραγματοποιούν τις αγορές τους» προσθέτει η Μαρία Ηλιάδου.

Η καινοτομία στο επίκεντρο του επόμενου κεφαλαίου

Καθώς η Klarna περνά στο επόμενο κεφάλαιο στην Ελλάδα, η καινοτομία με επίκεντρο τον καταναλωτή παραμένει βασικός άξονας της στρατηγικής της. Η εταιρεία σχεδιάζει να συνεχίσει να διευρύνει τις υπηρεσίες και τα προϊόντα που διαθέτει στην ελληνική αγορά, ώστε να είναι ακόμη πιο κοντά στο ευρύτερο χαρτοφυλάκιο λύσεων που προσφέρει διεθνώς.

Σε παγκόσμιο επίπεδο, η Klarna εξυπηρετεί σήμερα περισσότερους από 120 εκατομμύρια ενεργούς καταναλωτές και συνεργάζεται με περισσότερες από ένα εκατομμύριο συνεργαζόμενες επιχειρήσεις, έχοντας καταγράψει συνολική αξία συναλλαγών ύψους 142 δισ. δολαρίων κατά το δωδεκάμηνο έως τον Ιούνιο του 2026. Στην Ελλάδα, η εταιρεία βλέπει σημαντικά περιθώρια ανάπτυξης, καθώς η αγορά BNPL συνεχίζει να αυξάνεται σε ετήσια βάση και οι Έλληνες καταναλωτές αναζητούν ολοένα και περισσότερο διαφανείς και ευέλικτους τρόπους πληρωμής.