Την Τρίτη 22 Σεπτεμβρίου Donald Trump συναντήθηκε στο περιθώριο της 81ης Γενικής Συνέλευσης του ΟΗΕ με ηγέτες και υπουργούς Εξωτερικών της Μέσης Ανατολής, από τον βασιλιά Αμπντάλα της Ιορδανίας και τον εμίρη του Κατάρ έως τον Ερντογάν και τον Σύρο πρόεδρο αλ-Σαράα.

Η συνάντηση έληξε με επαίνους αλλά χωρίς ουσιαστικές ανακοινώσεις. Την ίδια ημέρα το The National Interest δημοσίευσε ανάλυση του James Jay Carafano με τίτλο-ερώτημα «Can Donald Trump Build a Middle Eastern Shield?».

Η ανάλυση εξηγεί με αριθμούς γιατί η απουσία αποτελέσματος δεν εκπλήσσει.

Ο Carafano είναι senior counselor του προέδρου και E.W. Richardson Fellow του Heritage Foundation και βετεράνος 25 ετών του αμερικανικού στρατού. Για την ανάλυση συνεργάστηκε με τη SpearMind.AI, εταιρεία στρατηγικής με ειδίκευση στην τεχνητή νοημοσύνη, η οποία ιδρύθηκε στην Αθήνα. Η εταιρεία έτρεξε 20.000 προσομοιώσεις του μέλλοντος της περιοχής, με βάση στοιχεία από επίσημες και δημοσιευμένες πηγές που είχαν προηγουμένως αξιολογηθεί.

Το κεντρικό συμπέρασμα:

παρά τα καίρια πλήγματα στις στρατιωτικές δυνατότητες του Ιράν, η κυβέρνηση Τραμπ δεν έχει τη δυναμική να πετύχει τους στόχους της. Αυτό αλλάζει μόνο αν αποσπάσει συγκεκριμένες αλλαγές πολιτικής από βασικούς παίκτες της περιοχής.

Η ιστορία.

Από τις 43 περιφερειακές πρωτοβουλίες ασφάλειας που ανακοινώθηκαν παγκοσμίως από το 1945, μόλις το 9% εξελίχθηκε σε εδραιωμένη δομή μέσα σε πέντε χρόνια. Στη Μέση Ανατολή το ποσοστό πέφτει στο 4%.

Το άρθρο θυμίζει το «ΝΑΤΟ της Μέσης Ανατολής» του Αϊζενχάουερ. Αναφέρει επίσης το Σύμφωνο της Μέκκας (Πακιστάν, Σαουδική Αραβία, Τουρκία), που κατά τον Carafano απέτυχε ήδη στην πρώτη επιχειρησιακή του δοκιμασία στην Ερυθρά Θάλασσα.

Το χρήμα.

Οι ανάγκες σε αεράμυνα και αντιπυραυλική άμυνα εκτιμώνται σε $75–250 δισ. την επόμενη πενταετία, με κεντρική εκτίμηση περίπου $130 δισ. Αυτό αντιστοιχεί σε περίπου 40% του συνόλου των δαπανών για μεγάλες αμυντικές προμήθειες για πέντε χρόνια. Οι αμυντικές δαπάνες της περιοχής κινούνται κατά μέσο όρο κοντά στο 5% του ΑΕΠ. Η εκτίμηση ανά χώρα:

ΗΑΕ και Κατάρ: πιθανότατα μπορούν να ανταποκριθούν.

Μπαχρέιν, Ιράκ και Ιορδανία: θα χρειαστούν σημαντική εξωτερική βοήθεια.
Σαουδική Αραβία: παραμένει ερωτηματικό.

Η βεβαιότητα ότι οι χώρες του Κόλπου θα διατηρήσουν τον σημερινό ρυθμό δαπανών είναι υψηλή. Η βεβαιότητα ότι θα τον αυξήσουν είναι χαμηλή έως μέτρια.

Η βιομηχανία.

Η εγχώρια παραγωγή καλύπτει σήμερα περίπου το 0,3% της κατανάλωσης, και το 95% της υποστήριξης εξακολουθεί να καλύπτεται εκτός περιοχής. Στον μακροπρόθεσμο ορίζοντα, η παραγωγή εντός περιοχής εκτιμάται κάτω από 1% των αναγκών. Σε παρατεταμένη ανταλλαγή πυρών, η αεράμυνα πάνω από πληθυσμούς και υποδομές θα κόστιζε $8,7–11,7 δισ. τον μήνα. Κατά τον Carafano, ούτε το Ισραήλ διαθέτει βιομηχανική βάση για πυρομαχικά σε κλίμακα. Αυτό που λείπει είναι ένας φθηνός, εγχώριος αναχαιτιστής.

Η πολιτική.

Η ανάλυση αποδίδει υψηλή βεβαιότητα στο ότι η περιοχή μπορεί να λειτουργήσει ένα σχήμα με αμερικανική στήριξη. Αντίθετα, η βεβαιότητα ότι μπορεί να το στήσει και να το συντηρήσει μόνη της είναι χαμηλή. Κλειδί θεωρείται η σχέση Ισραήλ–Ιορδανίας, όπου η εμπιστοσύνη βρίσκεται σε ιστορικό χαμηλό. Ένας διαμετακομιστικός και βιομηχανικός κόμβος στα σύνορα των δύο χωρών εκτιμάται ότι μπορεί να προχωρήσει μόνο με άμεση αμερικανική εμπλοκή.

Τι αλλάζει τις πιθανότητες. Η ανάλυση προτείνει τέσσερις κινήσεις:

  • συμφωνία κατανομής βαρών κατά το πρότυπο του ΝΑΤΟ, με ρητούς στόχους χρηματοδότησης και δυνατοτήτων·
  • αμερικανικές εγγυήσεις για την επόμενη πενταετία, αφού νέες εγχώριες δυνατότητες δεν αναμένονται πριν από το 2030·
  • περιφερειακή αμυντική βιομηχανία που θα καλύπτει τουλάχιστον το 50% των κρίσιμων αναγκών·
  • αμερικανική πίεση για τα διμερή ζητήματα.

Ορίζει επίσης τέσσερα σήματα που θα δείξουν αν η περιοχή κινείται προς αυτή την κατεύθυνση:

  • ανοικοδόμηση και επέκταση των αμερικανικών βάσεων
  • δεδηλωμένες δεσμεύσεις κατανομής βαρών
  • εγχώριο πρόγραμμα φθηνών αναχαιτιστών
  • κοινή ανοικοδόμηση σε Γάζα, Λίβανο και Συρία.

Η μέθοδος

  • Σύμφωνα με την εταιρεία, το σύστημα διαμόρφωσε 24 βασικά ερωτήματα από το αρχικό πλαίσιο του Carafano. Στηρίχθηκε σε 102 αξιολογημένες πηγές και σε δομημένη συνεισφορά ειδικών, πριν τρέξει τις προσομοιώσεις και ελέγξει ανταγωνιστικές υποθέσεις.

«Η Ουάσιγκτον λαμβάνει συχνά αποφάσεις για τη Μέση Ανατολή με βάση τη διαίσθηση, την ιστορική εμπειρία και την τελευταία άποψη που ακούστηκε στο δωμάτιο», δήλωσε ο Σπύρος Ριζόπουλος, CEO της SpearMind US.

Κατά τον ίδιο, η τεχνητή νοημοσύνη δεν αντικαθιστά τον ειδικό. Του επιτρέπει να ελέγξει κάθε υπόθεση απέναντι στα δεδομένα χιλιάδες φορές πριν από μια κρίσιμη απόφαση.

Η ελληνική διάσταση.

Η SpearMind δημιουργήθηκε ως κοινοπραξία της Spin Communications, την οποία ίδρυσε ο Ριζόπουλος το 2003, με τη βρετανική Escherman.

Από τον Μάρτιο του 2026 διευθύνουσα σύμβουλος της SpearMind και της Spin στην Αθήνα είναι η Μαρία Καρακλιούμη. Η ανάλυση είναι η πρώτη δημοσιευμένη εργασία του γραφείου της Ουάσιγκτον, που λειτουργεί από τον Αύγουστο.