Η αγορά του χρυσού συνεχίζει να βρίσκεται υπό πίεση, με τις τιμές να καταγράφουν τη δέκατη συνεχή συνεδρίαση απωλειών. Η διεθνής τιμή spot υποχώρησε νωρίτερα κοντά στα 4.300 δολάρια ανά ουγγιά, παρουσιάζοντας μια εντυπωσιακή διόρθωση της τάξης του 22%-25% από τα ιστορικά υψηλά που σημειώθηκαν νωρίτερα τον Μάρτιο.

Στην ελληνική αγορά, η τιμή της χρυσής λίρας (αγορά) διαμορφώνεται κοντά στα 850 ευρώ, σημειώνοντας σημαντική πτώση σε σύγκριση με τις προηγούμενες εβδομάδες.

Ανάλυση: Γιατί καταρρέει το «ασφαλές καταφύγιο»;

Παρά το γεγονός ότι ο χρυσός παραδοσιακά ευνοείται σε περιόδους γεωπολιτικής κρίσης, οι πρόσφατες εξελίξεις στη Μέση Ανατολή και η σύγκρουση με το Ιράν έχουν προκαλέσει μια απρόσμενη αντίδραση στις αγορές.

-Ενισχυμένο Δολάριο & Αποδόσεις Ομολόγων: Η άνοδος του αμερικανικού δολαρίου καθιστά τον χρυσό πιο ακριβό για κατόχους άλλων νομισμάτων, μειώνοντας τη ζήτηση. Παράλληλα, οι αυξημένες αποδόσεις των ομολόγων (Treasury yields) στρέφουν τους επενδυτές μακριά από τον χρυσό, ο οποίος δεν προσφέρει επιτόκιο.
-Πληθωριστικές Πιέσεις & Επιτόκια: Η εκτόξευση των τιμών της ενέργειας λόγω του πολέμου αναζωπύρωσε τους φόβους για τον πληθωρισμό. Αυτό οδηγεί τις κεντρικές τράπεζες, όπως η Fed, να επανεξετάσουν τη νομισματική τους πολιτική, με τις αγορές να προεξοφλούν πλέον ότι τα επιτόκια θα παραμείνουν υψηλά για μεγαλύτερο διάστημα.
-Μαζικές Ρευστοποιήσεις (Profit-taking): Μετά το ράλι που έφερε τον χρυσό σε επίπεδα άνω των 5.600 δολαρίων, πολλοί θεσμικοί επενδυτές προχώρησαν σε κατοχύρωση κερδών (profit-taking) για να καλύψουν απώλειες σε άλλα χαρτοφυλάκια ή λόγω της αυξημένης μεταβλητότητας.
-Γεωπολιτική Αβεβαιότητα & Διαπραγματεύσεις: Οι δηλώσεις για πιθανές διαπραγματεύσεις μεταξύ ΗΠΑ και Ιράν, παρά τις διαψεύσεις από την Τεχεράνη, προκάλεσαν προσωρινή αποκλιμάκωση του φόβου, αποδυναμώνοντας τη θέση του χρυσού ως «δίχτυ ασφαλείας».

Παρά την τρέχουσα «ελεύθερη πτώση», αναλυτές της Trading Economics και της Deutsche Bank εκτιμούν ότι τα θεμελιώδη μεγέθη δεν έχουν αλλάξει ριζικά, με κάποιες προβλέψεις να διατηρούν τον στόχο των 6.000 δολαρίων μακροπρόθεσμα