Σε φάση εντατικής επαναξιολόγησης εισέρχονται τα επιχειρησιακά σχέδια των τιτλοποιήσεων του «Ηρακλή», με το Ελληνικό Δημόσιο, μέσω του ΟΔΔΗΧ, να ενισχύει την επιτήρηση, καθώς το βασικό σενάριο ανακτήσεων μετατοπίζεται χρονικά.

Η καθυστέρηση στις εισπράξεις, που αποδίδεται κυρίως σε δικαστικές εξελίξεις, δεν μεταφράζεται προς το παρόν σε άμεσο κεφαλαιακό κίνδυνο, αλλά σε αυξημένη αβεβαιότητα ως προς τη χρονική κατανομή των ταμειακών ροών.

Σε αυτό το πλαίσιο, οι servicers, σε συνδυασμό με την εποπτεία του Δημοσίου, προχωρούν σε αναθεώρηση των business plans, με στόχο την ευθυγράμμιση των προβλέψεων με τα νέα δεδομένα της αγοράς.

Καταλύτης για τις εξελίξεις αποτελεί η απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία –αν και δεν έχει ακόμη καθαρογραφεί– επηρεάζει άμεσα το recovery profile των χαρτοφυλακίων. Η αδυναμία πλήρους ποσοτικοποίησης των επιπτώσεων διατηρεί ένα επίπεδο αβεβαιότητας, τόσο για τους servicers όσο και για το Υπουργείο Οικονομικών, ως προς το τελικό κόστος για το σχήμα εγγυήσεων.

Το κρίσιμο στοιχείο για τους επενδυτές δεν είναι τόσο το ύψος των ζημιών, όσο η μεταβολή στο timing των cash flows. Οι καθυστερήσεις στις ανακτήσεις μεταβάλλουν το προφίλ αποδόσεων των τιτλοποιήσεων, επηρεάζοντας κυρίως τα mezzanine και junior notes, όπου η ευαισθησία σε χρονικές αποκλίσεις είναι υψηλότερη.

Παράλληλα, παρατηρείται σαφής μετατόπιση στο μοντέλο ανάκτησης. Ενώ τα αρχικά business plans είχαν ενσωματώσει σημαντική συνεισφορά από πλειστηριασμούς, η πραγματική εξέλιξη δείχνει ότι οι διαδικασίες αυτές δεν μπορούν να στηρίξουν τους προβλεπόμενους ρυθμούς.

Οι καθυστερήσεις στη δικαιοσύνη και οι πρακτικές δυσκολίες εκτέλεσης οδηγούν σε σταδιακή υποκατάσταση των πλειστηριασμών από διμερείς ρυθμίσεις.

Σε επίπεδο προοπτικών, οι servicers διατηρούν θετική στάση, προβλέποντας ενίσχυση των ανακτήσεων την περίοδο 2026-2027, σε συνέχεια της βελτιωμένης εικόνας του 2025. Ωστόσο, το νέο μοντέλο μειώνει την ορατότητα των ταμειακών ροών, αυξάνοντας την ανάγκη για πιο συντηρητικές παραδοχές στις αποτιμήσεις.