του Τάκη Κανελλόπουλου, Προέδρου του Διοικητικού Συμβουλίου της 3Κ Επενδυτική Εταιρία Α.Ε.
Περνούν τα χρόνια, αλλά οι ίδιες αντιστάσεις και ανησυχίες εξακολουθούν να κυριαρχούν στους περισσότερους Έλληνες όταν πρόκειται για τη διαχείριση των χρημάτων τους. Ο φόβος και η έλλειψη εμπιστοσύνης τούς στρέφουν, σχεδόν αποκλειστικά, στις παραδοσιακές τοποθετήσεις: μετρητά και ακίνητα.
Μετρητά; «Κάλλιο πέντε και στο χέρι, κι ας μη βγάζω τίποτα από τόκους. Θέλω σιγουριά!» είναι η συνηθισμένη εξήγηση.
Ακίνητα; «Ένα κεραμίδι πάνω από το κεφάλι μου. Άλλωστε, με τα χρόνια, ανεβαίνουν οι αξίες» θα σου πουν οι περισσότεροι.
Στον αντίποδα, η συντριπτική πλειονότητα των Ελλήνων αποστρέφεται άλλες μορφές επένδυσης όπως μετοχές και ομόλογα. «Οι μετοχές είναι τζόγος!», «Δεν παίζω χρηματιστήριο!», «Το ’99, μου φάγανε τα λεφτά!».
Είναι λογική η αποστροφή αυτή; Δυστυχώς, ναι. Το 1999, διάφοροι επιτήδειοι εκμεταλλεύτηκαν μια κοινωνία χωρίς βασική χρηματοοικονομική γνώση. Οι περισσότεροι επενδυτές δεν είχαν ούτε στοιχειώδη κατανόηση των αγορών και πίστεψαν, σχεδόν σαν έφηβοι, κάθε «πονηρό» που υποσχόταν τον ουρανό με τ’ άστρα. Η κοινωνία εκπαιδεύτηκε –λανθασμένα– να βλέπει τις μετοχές ως «καζίνο», όχι ως επένδυση.
Κανείς δεν εξήγησε ότι μια μετοχή είναι κομμάτι μιας εταιρείας –και ότι οι καλές εταιρείες, όταν μεγαλώνουν, αυξάνουν και την αξία των μετοχών τους. Όπως υπάρχουν ακίνητα που αποκτούν αξία με τον χρόνο, υπάρχουν, ταυτόχρονα, ακίνητα που μαραζώνουν και χάνουν αξία. Το ίδιο ισχύει και για τις εταιρείες και συνεπώς και για τις μετοχές τους.
Κανείς δεν τους είπε ότι οι επενδύσεις χρειάζονται χρόνο για να αποδώσουν –όπως και τα ακίνητα. Δεν αγοράζει κανείς σπίτι για λίγους μήνες∙ γιατί, λοιπόν, να το κάνει με οποιαδήποτε άλλη επένδυση;
Κανείς δεν τους προειδοποίησε ότι τα χρήματά τους είναι πολύ σοβαρή υπόθεση για να τα εμπιστευθούν στον κάθε ελκυστικό συνομιλητή. Και, κυρίως, κανείς δεν τους δίδαξε τα βασικά περί χρημάτων και επενδύσεων, αφού ποτέ η ελληνική Πολιτεία δεν θεώρησε σημαντικό να εντάξει τέτοιες γνώσεις στο εκπαιδευτικό πρόγραμμα.
Έτσι, οι Έλληνες –όσον αφορά τις επενδύσεις– έμοιασαν, και εξακολουθούν σε μεγάλο βαθμό να μοιάζουν, με έναν έφηβο: εύπιστο στο παραμύθι και καχύποπτο στην αλήθεια.
Αν όμως κάποιος δεν θέλει να μείνει «έφηβος» για πάντα, πρέπει να μάθει από τα λάθη του και να ακούσει ανθρώπους πιο έμπειρους, με αποδεδειγμένη γνώση και αξιοπιστία.
Μικρά βήματα, αλλά ακόμη υπάρχει δρόμος μπροστά
Τα τελευταία χρόνια, έχει γίνει κάποια πρόοδος. Η αλήθεια είναι ότι συναντάμε ολοένα και περισσότερους ανθρώπους με γνώσεις και ρεαλιστική προσέγγιση. Όμως παραμένουν μειοψηφία. Για να επωφεληθεί η κοινωνία, στο σύνολό της, πρέπει ένα κρίσιμο ποσοστό πολιτών να απολαύσει τους καρπούς των μακροπρόθεσμων επενδύσεων.
Και αυτό δεν γίνεται ούτε γρήγορα ούτε μαγικά. Θέλει χτίσιμο γνώσης και εμπιστοσύνης.
Το μεγαλύτερο βάρος πέφτει στους παράγοντες της αγοράς: εταιρείες διαχείρισης, χρηματιστηριακές, τράπεζες, ΜΜΕ, επιχειρηματίες. Αλλά και η Πολιτεία οφείλει να εξασφαλίσει σταθερότητα και να δώσει πραγματικά κίνητρα στους πολίτες για να επενδύσουν.
Είναι κρίμα να μην επωφελείται το μεγαλύτερο μέρος της κοινωνίας από τις αποδόσεις των επενδύσεων.
Το παράδειγμα του ελληνικού χρηματιστηρίου
Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση του Χρηματιστηρίου Αθηνών. Τα τελευταία 40 χρόνια, υπήρξαν μόλις τέσσερα έτη (1998, 1999, 2007, 2008) στα οποία, αν κάποιος είχε επενδύσει, σήμερα θα είχε ζημία. Κοινό χαρακτηριστικό; Ήταν χρονιές υπερβολικής ευφορίας και αισιοδοξίας.
Σε όλες τις υπόλοιπες 36, ένας επενδυτής θα ήταν σήμερα πολύ έως πάρα πολύ κερδισμένος.
Όποιος αγόρασε μετοχές το 1985, με τον Γενικό Δείκτη στις 80 μονάδες, σήμερα –μαζί με τα μερίσματα–, θα είχε περίπου 51 φορές τα χρήματά του.
Όποιος αγόρασε το 2016, με τον Γενικό Δείκτη στις 470 μονάδες, θα είχε περίπου 6 φορές τα χρήματά του μαζί με τα μερίσματα.
Σε περιόδους υψηλότερης αβεβαιότητας, οι αποδόσεις μπορεί να είναι μικρότερες, αλλά εξακολουθούν συνήθως να ξεπερνούν σε κέρδος τις τοποθετήσεις στις καταθέσεις.
Δεν τα αναφέρω αυτά για να πείσω κάποιον να βάλει όλα τα χρήματά του σε μετοχές. Τα αναφέρω γιατί υπάρχει μια μεγάλη παρεξήγηση γύρω από τις επενδύσεις: οι περισσότεροι πιστεύουν ότι οι μετοχές έχουν μεγάλο ρίσκο απώλειας.
Βραχυπρόθεσμα, προφανώς, αυτό ισχύει. Μακροπρόθεσμα, όμως, ισχύει το αντίθετο: είναι σπάνιο να μην αποδώσουν καλά κέρδη.
Η ευκαιρία που δεν πρέπει να χαθεί
Κατά τη γνώμη μου, οποιοσδήποτε έχει κάποια περιουσία –όχι μόνο οι πολύ εύποροι– ωφελείται μακροπρόθεσμα αν τοποθετήσει μέρος αυτής σε μετοχές και ομόλογα, πέρα από ακίνητα και καταθέσεις. Ακόμη και στην ταραχώδη Ελλάδα των τελευταίων δεκαετιών, οι μετοχές απέδωσαν καλύτερα από τα ακίνητα (μετά φόρων και εξόδων) και τα ομόλογα καλύτερα από τις καταθέσεις.
Εφόσον κάποιος μπορεί να δει τις επενδύσεις με ορίζοντα τουλάχιστον τριών ετών, θεωρώ βέβαιο ότι τον συμφέρει να δημιουργήσει ένα ποικίλο χαρτοφυλάκιο: ακίνητα, μετοχές, ομόλογα, καταθέσεις και κάποια εμπορεύματα (όπως χρυσό ή ασήμι), ανάλογα με τις ανάγκες του. Και να αποφύγει τις συχνές αλλαγές –γιατί τότε η επένδυση μοιάζει περισσότερο με τζόγο.
Με αυτήν την προσέγγιση, οι πιθανότητες μακροπρόθεσμης επιτυχίας γίνονται συντριπτικά καλύτερες υπέρ του επενδυτή.
Από το περιοδικό ΧΡΗΜΑ










