Σε σχεδόν παράλληλους χρόνους έγιναν οι δηλώσεις του Λαρς Κλίνγκμπαϊλ για μια Ευρώπη δύο ταχυτήτων και η ανακοίνωση του Ντόναλντ Τραμπ ότι προορίζει τον Κέβιν Γουόρς για την προεδρία της Fed. Με την πρώτη ματιά, πρόκειται για εξελίξεις που δεν σχετίζονται μεταξύ τους, είναι όμως έτσι; Ή, μήπως, ο Γερμανός υπουργός Οικονομικών ενεργεί προληπτικά, ενόψει ενδεχόμενων αναταράξεων που θα παρασύρουν σε ακόμη χειρότερη θέση την ευρωζώνη;
Στη συνάντηση με τους ομολόγους του (Γαλλίας, Ιταλίας, Ισπανίας, Ολλανδίας, Πολωνίας), ο προερχόμενος από το SPD και αντικαγκελάριος της κυβέρνησης Μερτς (CDU) είπε, δίχως περιστροφές, ότι είναι ζωτικής σημασίας η Γερμανία μαζί με τη Γαλλία και άλλους εταίρους να προχωρήσουν μπροστά προκειμένου να καταστήσουν την Ευρώπη ισχυρότερη και πιο αυτόνομη. Προειδοποίησε δε ότι δεν έχει ζήσει διεθνή κατάσταση πιο δραματική από τη σημερινή (σ.σ. γεννημένος στις 23/2/1978), με ό,τι μπορεί να σημαίνει αυτό για τη συνέχεια, και καταρχάς για το 2026.
Έχοντας μπροστά τις ενδιάμεσες εκλογές του Νοεμβρίου (3/11), είναι προφανές ότι ο Τραμπ και το σύστημα της Ουάσιγκτον «θα παίξουν τα ρέστα τους» για να κρατήσουν την κυριαρχία στη Βουλή των Αντιπροσώπων και τη Γερουσία. Ήδη δρομολογούνται καίριες συστημικές παρεμβάσεις, με τον ορισμό Γουόρς μία από αυτές. Γνωστός υπέρμαχος της πολιτικής για ζητήματα πληθωρισμού και λιγότερο ένθερμος για γενναίες μειώσεις στα επιτόκια, ο 55ετής οικονομολόγος ευθυγραμμίστηκε με τον Ντόναλντ Τραμπ το 2025, πηγαίνοντας κόντρα στη φήμη που τον χαρακτήριζε «γεράκι του πληθωρισμού», υποστηρίζοντας δημόσια (CNBC) την ανάγκη για χαμηλότερα επιτόκια.
Εύλογα τίθενται τα εξής ερωτήματα: γιατί ο πρόεδρος των ΗΠΑ επιλέγει έναν μάλλον μετριοπαθή όσον αφορά την επιθετική επιτοκιακή τακτική, θέμα για το οποίο περνά «γενεές δεκατέσσερις» τον νυν επικεφαλής της Fed, και για ποιον λόγο έσπευσε την Παρασκευή να διευκρινίσει (απευθυνόμενος σε δημοσιογράφους) ότι δεν ζήτησε από τον Κέβιν να δεσμευθεί για μειώσεις; Τότε γιατί επιλέγεται ο Γουόρς, του οποίου, σημειωτέον, το όνομα «έπαιζε» δυνατά από την ορκωμοσία Τραμπ και μετά;
Θα χρειαστεί να ανατρέξουμε σχεδόν έναν χρόνο πριν, όταν ο για δεύτερη φορά πρόεδρος των ΗΠΑ φαινόταν έτοιμος και καλά προετοιμασμένος για την οικονομική πολιτική που θα ακολουθούσε.
Συμφωνεί/διαφωνεί κάποιος με τον Τραμπ –αυτό είναι ένα άλλο θέμα. Πλην, όμως, ο τελευταίος κατέστησε εξαρχής σαφείς τις προθέσεις του, όπως και τους τακτικισμούς που θα εφάρμοζε. Από την αρχή είχε γίνει ξεκάθαρο ότι η επιβολή δασμών θα λειτουργούσε περισσότερο ως «εργαλείο» άσκησης πίεσης (σε συμμάχους και εχθρούς) παρά ως μέσο για την ενίσχυση των εσόδων.
Εν τέλει, η Ευρώπη και πολλοί ακόμη διαπίστωσαν ότι οι δασμοί ήταν μέσο εκφοβισμού και εξαναγκασμού αποδοχής τετελεσμένων (λ.χ. συμφωνία της ΕΕ για αγορές αμερικανικού LNG, αύξηση αμυντικών δαπανών με αγορές οπλικών συστημάτων κ.λπ. “made in US”). Από την πρώτη ομιλία του, ο Τραμπ έδειξε ότι θα εργαλειοποιούσε το δολάριο (ως μοναδικό αποθεματικό νόμισμα διεθνώς) και θα «πείραζε» επιτόκια/πληθωρισμό, με συνέπεια την ενδεικτική άνοδο του ευρώ στο 1,20 έναντι του δολαρίου. Ποιος ωφελείται από το φθηνότερο δολάριο/ακριβότερο ευρώ; Αυτό είναι κάτι που δεν χρειάζεται ιδιαίτερη ανάλυση.
AΠΟ ΧΡΗΜΑ WEEK










