του Γιώργου Λαγαρία, Chief Economist, Director, Forvis Mazars

Η απόφαση του Ανώτατου Δικαστηρίου των ΗΠΑ για κατάργηση των δασμών IEEPA (International Emergency Economic Powers Act) δεν έρχεται σαν κεραυνός εν αιθρία. Η νομική προσέγγιση του Ντόναλντ Τραμπ ήταν αρκετά αίολη. Ούτε πρέπει να έρχεται σαν έκπληξη η επίκληση του νόμου 122 του 1974 που επιτρέπει στον Πρόεδρο να επιβάλλει δασμούς 15% για διάστημα 150 ημερών. 

Πού βρισκόμαστε από εδώ και πέρα; Οι μέσοι δασμοί για τον Αμερικανό καταναλωτή πέφτουν από το 16% στο 13,7% (12,2%, αφού τα εισαγόμενα προϊόντα αντικατασταθούν με τοπικά), για τις επόμενες 150 μέρες, και από εκεί στο 9,1% εφόσον οι δασμοί λήξουν. Για να μπορέσουν οι δασμοί να επεκταθούν πέραν των 150 ημερών (περίπου 22 Ιουλίου) πρέπει να τους επεκτείνει το Κογκρέσο. Το μέτρο όμως θα αντιμετωπίσει αρκετά εμπόδια. 

Το “Filibuster” στη Γερουσία, το όριο δηλαδή των 60 Γερουσιαστών (οι Ρεπουμπλικάνοι έχουν 53) μπορεί να ξεπεραστεί εφόσον η Γερουσία επικαλεστεί τη διαδικασία Reconciliation, που αφορά κυρίως δημοσιονομικά έσοδα, και το όριο να μειωθεί στους 50 (συν ένα η ψήφος του Αντιπροέδρου σε περίπτωση ισοψηφίας). Τους ίδιους τους Ρεπουμπλικάνους βουλευτές. Το Ρεπουμπλικανικό κόμμα είναι παραδοσιακά υπέρ του ελεύθερου εμπορίου. Μερικοί Ρεπουμπλικάνοι ήδη έχουν ψηφίσει ενάντια στον Ντόναλντ Τραμπ στο θέμα των δασμών στον Καναδά. 

Ποια είναι τα καλά νέα;

Σε περίπτωση επιστροφής των δασμών στις επιχειρήσεις και τους καταναλωτές, η οικονομική δραστηριότητα ίσως επιταχυνθεί σημαντικά, έστω και βραχυπρόθεσμα. 

Επιβεβαιώνεται η ισχύς του νόμου για τη μεγαλύτερη οικονομία του κόσμου. Τόσο το Κογκρέσο όσο και το Ανώτατο Δικαστήριο, αλλά ακόμη και οι συμμαχικές χώρες (βλ. υπόθεση Γροιλανδίας), πλέον αντιδρούν όλο και περισσότερο στις αποφάσεις του Λευκού Οίκου. Αυτό είναι ίσως το σημαντικότερο που πρέπει κανείς να θυμάται. Παρά την ελαφρά αρνητική αντίδραση του δολαρίου, οι επενδυτές πρέπει να δουν την απόφαση ως κάτι που τελικά μειώνει τα risk premiums (τι απαιτεί ο επενδυτής για το ρίσκο που παίρνει) για επένδυση στις ΗΠΑ. Ανοίγει ο δρόμος για μία ακόμη θετική απόφαση για τη Λίζα Κουκ, την κυβερνήτρια της Fed. Το 15% είναι «ταβάνι» και μάλιστα προσωρινό. Χάνεται η δύναμη του Προέδρου να «απειλεί» με υπέρογκους δασμούς κάθε φορά που θέλει να διαπραγματευτεί. Δίνει διαπραγματευτική δύναμη πίσω στο Κογκρέσο και τους συμμάχους.

Ποια είναι τα κακά νέα

H αβεβαιότητα για τις αγορές και τις επιχειρήσεις θα ενταθεί. Δεν γνωρίζει κανείς το δημοσιονομικό κενό που μπορεί να δημιουργηθεί σε περίπτωση επιστροφής φόρων, ούτε ποιος θα είναι ο μηχανισμός για αυτήν. Επίσης, ανοίγουν αρκετά καινούργια νομικά μέτωπα στην (σχεδόν σίγουρη) περίπτωση που ο Πρόεδρος αποφασίσει να επιβάλει φρέσκους δασμούς. Ο τελευταίος έχει αρκετά ακόμη «εργαλεία» επιβολής δασμών. Οι νέοι δασμοί αφορούν χώρες με τις οποίες δεν υπάρχει εμπορική συμφωνία. Η ΕΕ και η Ιαπωνία και αρκετές ασιατικές έχουν συνάψει συμφωνίες οι οποίες, ακόμη κι αν δεν έχουν υπογραφεί, οι ΗΠΑ «περιμένουν να τιμήσουν». Σε αντίθετη περίπτωση, οι συνέπειες μπορεί να είναι πολιτικές ή στρατιωτικές. Ο Λευκός Οίκος, υποθέτοντας πιθανόν ότι το Ανώτατο Δικαστήριο δεν θα τον στηρίξει, έσπευσε να υπογράψει συμφωνίες προκειμένου να δεσμεύσει εμπορικούς εταίρους με το προηγούμενο καθεστώς.