«Το 2025 θα είναι μια κρίσιμη χρονιά για τις ελληνικές εξαγωγές, αλλά, με τη σωστή στρατηγική και στήριξη, οι ελληνικές επιχειρήσεις μπορούν να ξεπεράσουν τις προκλήσεις και να ενισχύσουν την παρουσία τους στις παγκόσμιες αγορές». Τα παραπάνω επισημαίνει, στη συνέντευξη που ακολουθεί, ο πρόεδρος του Πανελλήνιου Συνδέσμου Εξαγωγέων (ΠΣΕ), κ. Αλκιβιάδης Καλαμπόκης, αναφερόμενος επίσης στις αδυναμίες που παρουσιάζει το εθνικό σχέδιο εξωστρέφειας και στους βασικούς πυλώνες στους οποίους πρέπει να στηριχθεί η εξωστρέφεια του ελληνικού επιχειρηματικού μοντέλου.

Ποιες προκλήσεις φέρνει το 2025 για τις εγχώριες εξαγωγικές επιχειρήσεις; Ειδικότερα, ποιες μπορεί να είναι οι επιπτώσεις από τη δασμολογική πολιτική Τραμπ, τα γεωπολιτικά και το ενεργειακό κόστος;

Το 2025 διαγράφεται ως μια χρονιά προκλήσεων, αλλά και ευκαιριών, για τις ελληνικές εξαγωγικές επιχειρήσεις. Η επανεκλογή του Ντόναλντ Τραμπ στην προεδρία των ΗΠΑ έχει ήδη φέρει σημαντικές αλλαγές στη διεθνή εμπορική πολιτική, με την πιθανή επιβολή αυστηρότερων δασμών, που θα πλήξουν τις ελληνικές εξαγωγές, ιδιαίτερα στον αγροδιατροφικό τομέα και τα βιομηχανικά προϊόντα. Για να αντιμετωπίσει αυτήν την πρόκληση η Ελλάδα πρέπει να ενισχύσει τις διμερείς διαπραγματεύσεις, να αναζητήσει εναλλακτικές αγορές και να επενδύσει στη διαφοροποίηση των εξαγωγικών προϊόντων της.
Η Ελλάδα, με τη μακρά παράδοση στην παραγωγή υψηλής ποιότητας τροφίμων, βλέπει στις ΗΠΑ έναν από τους βασικούς εξαγωγικούς προορισμούς της, καταλαμβάνοντας την 5η θέση με 2.411,7 δισ. εξαγωγές στο σύνολο των προϊόντων μας για το 2024, με σημαντική αύξηση 13,9% των εξαγωγών μας σε σχέση με το 2023. Το εμπορικό πλεόνασμα για τη χώρα μας το 2023 ήταν 617,71 εκατ. ευρώ. Η πιθανή επιβολή δασμών μπορεί να μειώσει την ανταγωνιστικότητα των προϊόντων μας, να επηρεάσει αρνητικά τους παραγωγούς και να περιορίσει την ανάπτυξη του αγροτικού τομέα.

Η χώρα μας πρέπει να εργαστεί στενά με την Ευρωπαϊκή Ένωση για να διαπραγματευτεί ευνοϊκότερες εμπορικές συμφωνίες, να προωθήσει την ανάπτυξη στρατηγικών συνεργασιών με τρίτες αγορές και να επενδύσει στην ενίσχυση της εφοδιαστικής αλυσίδας, ώστε να μειώσει το κόστος μεταφοράς και παραγωγής. Παράλληλα, οι ελληνικές επιχειρήσεις θα πρέπει να επενδύσουν στην προστιθέμενη αξία των προϊόντων τους, ώστε να καταστούν πιο ανταγωνιστικές και να διατηρήσουν τις εξαγωγικές τους επιδόσεις.

Επιπλέον, οι γεωπολιτικές εντάσεις, όπως η κατάσταση στη Μέση Ανατολή και ο πόλεμος στην Ουκρανία, δημιουργούν αστάθεια στις αγορές, επηρεάζοντας τη ζήτηση και τις εφοδιαστικές αλυσίδες. Το ενεργειακό κόστος παραμένει κρίσιμος παράγοντας, καθώς η μεταβλητότητα στις τιμές της ενέργειας επηρεάζει άμεσα την παραγωγική διαδικασία και, κατά συνέπεια, την τιμολόγηση των εξαγόμενων προϊόντων. Η στροφή σε ανανεώσιμες πηγές ενέργειας και η βελτίωση της ενεργειακής αποδοτικότητας των επιχειρήσεων θα πρέπει να αποτελέσουν προτεραιότητα.

Εκτιμάτε ότι το εθνικό σχέδιο εξωστρέφειας είναι επαρκές; Εάν όχι, ποιες είναι οι αλλαγές που προτείνετε;

Το εθνικό σχέδιο εξωστρέφειας αποτελεί ένα σημαντικό «εργαλείο», αλλά δεν είναι επαρκές για να ανταποκριθεί στις σημερινές προκλήσεις. Χρειάζεται μεγαλύτερη προσαρμοστικότητα στις διεθνείς εξελίξεις και ένα πιο δυναμικό πλαίσιο στήριξης των ελληνικών επιχειρήσεων. Θα πρέπει να αποτελεί πραγματικά έναν γνήσιο στρατηγικό σχεδιασμό και όχι απλά μια καταγραφή δράσεων. Οι γεωπολιτικές συνθήκες αλλάζουν συνεχώς, το παγκόσμιο εμπόριο μεταβάλλεται και οι δράσεις του εθνικού σχεδίου εξωστρέφειας θα πρέπει να έχουν σαν άξονα τις νέες αυτές συνθήκες. Η ανάγκη της διεύρυνσης των εξαγωγών μας σε νέες αγορές και η αύξηση των εξαγωγών μας στις τρίτες χώρες θα πρέπει να είναι η οραματική του πυξίδα και όχι οι αναγκαίες λύσεις. Εμείς, σαν χώρα, πρέπει να χαράξουμε το μέλλον των ελληνικών εξαγωγών στρατηγικά και όχι απλά να ακολουθούμε, και με καθυστέρηση μάλιστα, τις τάσεις και τις αλλαγές που συμβαίνουν στις διεθνείς αγορές.

Οι βασικές αδυναμίες του σχεδίου περιλαμβάνουν:

Την έλλειψη στοχευμένων κινήτρων για τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις, οι οποίες αποτελούν τη ραχοκοκκαλιά της ελληνικής οικονομίας.

Την περιορισμένη χρηματοδότηση και τα γραφειοκρατικά εμπόδια, που δυσχεραίνουν την επέκταση των επιχειρήσεων στο εξωτερικό.

Την ανεπαρκή στήριξη για τη διεθνοποίηση των ελληνικών προϊόντων μέσω branding και στρατηγικής προώθησης.

Τη μη στόχευση σε νέες αγορές.

Προτείνουμε:

Ενίσχυση των διμερών εμπορικών συμφωνιών με αγορές εκτός ΕΕ, ώστε να αμβλυνθούν οι επιπτώσεις των δασμών.

Δημιουργία ειδικών οικονομικών ζωνών με φορολογικά κίνητρα για εξαγωγικές επιχειρήσεις.
Ένα ευέλικτο σύστημα επιδοτήσεων και χρηματοδοτικών εργαλείων, που θα στηρίζει τις εξαγωγικές προσπάθειες των ελληνικών εταιρειών.

Δράσεις για την αναβάθμιση της εξαγωγικής εκπαίδευσης και κατάρτισης, προκειμένου οι επιχειρήσεις να είναι πιο εξοπλισμένες για τη διεθνή αγορά.

Διευκόλυνση της πρόσβασης των επιχειρήσεων σε νέες αγορές μέσω κρατικής διπλωματίας και εμπορικών αποστολών.

Ειδικότερα, ποιοι είναι οι πυλώνες πάνω στους οποίους εκτιμάτε ότι πρέπει να στηριχθεί η εξωστρέφεια του ελληνικού μοντέλου;

Υπάρχουν τέσσερις βασικοί πυλώνες στους οποίους πρέπει να στηριχθεί η εξωστρέφεια του ελληνικού επιχειρηματικού μοντέλου:

Τεχνολογική καινοτομία: Η ενσωμάτωση της τεχνολογίας και του ψηφιακού μετασχηματισμού στις ελληνικές επιχειρήσεις είναι ζωτικής σημασίας για τη βελτίωση της παραγωγικότητας και της ανταγωνιστικότητας.

Βελτίωση της διεθνούς παρουσίας: Η συμμετοχή σε διεθνείς εκθέσεις, η σύναψη στρατηγικών συνεργασιών και η αξιοποίηση των εμπορικών αντιπροσωπειών μπορούν να ενισχύσουν τη θέση των ελληνικών προϊόντων στις διεθνείς αγορές.

Προώθηση της ποιότητας και της διαφοροποίησης: Τα ελληνικά προϊόντα έχουν ισχυρή ταυτότητα και η ενίσχυση της πιστοποίησης και της προβολής τους μπορεί να προσδώσει προστιθέμενη αξία.

Ενίσχυση της βιωσιμότητας και της πράσινης ανάπτυξης: Η βιώσιμη παραγωγή και η υιοθέτηση περιβαλλοντικά φιλικών πρακτικών μπορούν να καταστήσουν τις ελληνικές επιχειρήσεις πιο ανταγωνιστικές στις απαιτητικές αγορές του εξωτερικού.

Για ποιους επιχειρηματικούς κλάδους εκτιμάτε ότι υπάρχουν περισσότερες ευκαιρίες εξαγωγικής επέκτασης;

Οι μεγαλύτερες ευκαιρίες εντοπίζονται σε κλάδους που αξιοποιούν τα ανταγωνιστικά πλεονεκτήματα της χώρας. Ο αγροδιατροφικός τομέας, με προϊόντα όπως το ελαιόλαδο, το κρασί, τα γαλακτοκομικά και τα βιολογικά τρόφιμα, έχει τεράστιες προοπτικές ανάπτυξης. Επίσης, ο φαρμακευτικός κλάδος και τα προϊόντα υψηλής τεχνολογίας δείχνουν δυναμική πορεία.

Ο τουριστικός τομέας μπορεί να υποστηρίξει και συναφή προϊόντα, όπως η ελληνική γαστρονομία και τα premium καταναλωτικά προϊόντα. Τέλος, οι ανανεώσιμες πηγές ενέργειας και η κυκλική οικονομία αποτελούν ανερχόμενους κλάδους με σημαντικές εξαγωγικές δυνατότητες.

Το 2025 θα είναι μια κρίσιμη χρονιά για τις ελληνικές εξαγωγές, αλλά, με τη σωστή στρατηγική και στήριξη, οι ελληνικές επιχειρήσεις μπορούν να ξεπεράσουν τις προκλήσεις και να ενισχύσουν την παρουσία τους στις παγκόσμιες αγορές.