Αλκιβιάδης Καλαμπόκης, Πρόεδρος του Πανελληνίου Συνδέσμου Εξαγωγέων
Το 2026 διαμορφώνεται ως μια χρονιά υψηλών απαιτήσεων αλλά και στρατηγικών ευκαιριών για τις ελληνικές εξαγωγές. Το διεθνές περιβάλλον παραμένει σύνθετο: επιβράδυνση στην Ευρώπη, γεωπολιτικές εντάσεις, αναδιάταξη εφοδιαστικών αλυσίδων, ενεργειακή αβεβαιότητα και ενίσχυση προστατευτικών πολιτικών. Παράλληλα, όμως, η αναζήτηση αξιόπιστων προμηθευτών, η στροφή σε ποιοτικά και βιώσιμα προϊόντα και η ανάγκη διαφοροποίησης αγορών δημιουργούν πραγματικά περιθώρια ανάπτυξης για τη χώρα μας.
Οι προοπτικές για το 2026 εξαρτώνται από τρεις κρίσιμους άξονες. Πρώτον, από τη δυναμική της ευρωπαϊκής ζήτησης, καθώς η ΕΕ παραμένει ο βασικός μας εταίρος. Δεύτερον, από τη διεύρυνση της παρουσίας σε τρίτες αγορές –ΗΠΑ, Μέση Ανατολή, Ασία, Λατινική Αμερική–, όπου υπάρχουν σημαντικά περιθώρια ανάπτυξης. Τρίτον, από την ουσιαστική αναβάθμιση της παραγωγικής βάσης με περισσότερη μεταποίηση, καινοτομία και ισχυρό branding.
Οι προκλήσεις είναι επίσης σαφείς: αυξημένο ενεργειακό κόστος, ασταθές μεταφορικό περιβάλλον, νέες κανονιστικές απαιτήσεις βιωσιμότητας (CBAM, ESG), αλλά και περιορισμένη χρηματοδοτική ευχέρεια για τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις, που αποτελούν τη ραχοκοκαλιά της εξωστρέφειας.
Δασμοί
Ιδιαίτερη βαρύτητα έχουν οι εξελίξεις στις ΗΠΑ. Ήδη στα ελληνικά προϊόντα ισχύει δασμός 15%, βάσει προηγούμενης απόφασης της διοίκησης Τραμπ και στο πλαίσιο της συμφωνίας ΕΕ-ΗΠΑ. Οι επιχειρήσεις έχουν προσαρμόσει τιμές και συμβόλαια σε αυτό το καθεστώς. Η πρόσφατη απόφαση του Ανώτατου Δικαστηρίου των ΗΠΑ, που ακύρωσε τη νομική βάση συγκεκριμένων δασμών που είχαν επιβληθεί με επίκληση του IEEPA, μεταβάλλει το τοπίο. Το Δικαστήριο δεν τοποθετήθηκε για τον μηχανισμό επιστροφών, γεγονός που μεταφέρει την αρμοδιότητα στο Court of International Trade.
Αυτό δημιουργεί ενδεχόμενο δικαστικών διεκδικήσεων από εισαγωγείς για επιστροφές δασμών με τόκο. Ήδη, νομικά γραφεία συστήνουν κατάθεση διαμαρτυριών ή αγωγών για διασφάλιση δικαιωμάτων, ενώ η αμερικανική τελωνειακή αρχή δεν έχει εκδώσει πλήρεις οδηγίες. Για τις ελληνικές επιχειρήσεις αυτό σημαίνει πιθανές αναδρομικές αναπροσαρμογές συμβολαίων και συνέχιση της αβεβαιότητας.
Ταυτόχρονα, η ανακοίνωση του προέδρου Τραμπ για αύξηση του οριζόντιου παγκόσμιου δασμού από 10% σε 15%, χωρίς σαφή ακόμη θεσμική εξειδίκευση, ενισχύει την αίσθηση αστάθειας. Η προηγούμενη πράξη προέβλεπε προσωρινό δασμό 10% για 150 ημέρες, με ενδεχόμενη παράταση κατόπιν έγκρισης του Κογκρέσου. Η μετάβαση στο 15% εδραιώνει ένα περιβάλλον γενικευμένης επιβάρυνσης των εισαγωγών. Σε κλάδους όπως η αγροδιατροφή, το αλουμίνιο, τα δομικά υλικά και η μεταποίηση, η απορρόφηση τέτοιων επιβαρύνσεων είναι δύσκολη.
Ωστόσο, εφόσον οι δασμοί επιβάλλονται οριζόντια, ο ανταγωνισμός μετατοπίζεται από την τιμή στην ποιότητα, στη διαφοροποίηση και στη συνέπεια παραδόσεων. Εκεί μπορούμε να σταθούμε εάν επενδύσουμε συστηματικά.
Παράλληλα, τα γεωπολιτικά δεδομένα –Ουκρανία, Μέση Ανατολή, εντάσεις στην Ασία– επηρεάζουν κόστος μεταφορών και ασφάλισης. Η Ελλάδα, λόγω γεωστρατηγικής θέσης, μπορεί να εξελιχθεί σε κόμβο logistics και ενέργειας, υπό την προϋπόθεση επιτάχυνσης επενδύσεων σε λιμάνια και διασυνδέσεις.
Η συμφωνία Mercosur
Η συμφωνία Mercosur δεν είναι μονοδιάστατη. Από τη μία πλευρά, ενισχύει την πρόσβαση ευρωπαϊκών προϊόντων σε μια αγορά άνω των 260 εκατομμυρίων καταναλωτών, με σταδιακή μείωση δασμών σε βιομηχανικά προϊόντα, τρόφιμα, φαρμακευτικά και υπηρεσίες.
Για τις ελληνικές εξαγωγές αυτό μεταφράζεται σε ευκαιρίες για επώνυμα αγροδιατροφικά προϊόντα, ποιοτικά τυποποιημένα τρόφιμα, δομικά υλικά και τεχνογνωσία. Παράλληλα, η αναγνώριση γεωγραφικών ενδείξεων μπορεί να θωρακίσει εμβληματικά ελληνικά προϊόντα.
Από την άλλη πλευρά, η αυξημένη πρόσβαση προϊόντων της Λατινικής Αμερικής στην ευρωπαϊκή αγορά εντείνει τον ανταγωνισμό, ιδιαίτερα στον πρωτογενή τομέα. Εδώ απαιτείται στρατηγική προσαρμογή: διαφοροποίηση, πιστοποίηση, υψηλή ποιότητα και στόχευση σε premium κατηγορίες. Εάν κινηθούμε σωστά, η συμφωνία μπορεί να λειτουργήσει ως μοχλός εξωστρέφειας και όχι ως απειλή.
Ιδιαίτερης σημασίας είναι και η προωθούμενη συμφωνία ΕΕ-Ινδίας. Η Ινδία αποτελεί μία από τις ταχύτερα αναπτυσσόμενες μεγάλες οικονομίες παγκοσμίως, με αυξανόμενη μεσαία τάξη και έντονη ζήτηση για ποιοτικά εισαγόμενα προϊόντα. Μια ουσιαστική συμφωνία, που θα μειώνει δασμούς και τεχνικά εμπόδια, θα μπορούσε να ανοίξει σημαντικές προοπτικές για τα ελληνικά τρόφιμα, τα φαρμακευτικά, τα καλλυντικά, τα δομικά υλικά και τις υπηρεσίες.
Επιπλέον, η Ινδία αποτελεί στρατηγικό κόμβο για ευρύτερη διείσδυση στην Ασία.
Για την Ελλάδα η αξιοποίηση μιας τέτοιας συμφωνίας θα σημαίνει μείωση εξάρτησης από παραδοσιακές αγορές και ενίσχυση της γεωοικονομικής της θέσης.
Tο εθνικό σχέδιο εξωστρέφειας
Σε αυτό το σύνθετο πλαίσιο, το εθνικό σχέδιο εξωστρέφειας έχει σημειώσει πρόοδο, αλλά δεν είναι ακόμη επαρκές. Ο ρόλος του Enterprise Greece στην προβολή και στη δικτύωση είναι καθοριστικός. Παράλληλα, το Export Credit Greece αποτελεί βασικό πυλώνα διαχείρισης κινδύνου και χρηματοδοτικής υποστήριξης. Απαιτείται όμως περαιτέρω ενίσχυση και ουσιαστική διασπορά των δράσεών του στη μικρομεσαία επιχειρηματικότητα, με ταχύτερες διαδικασίες, ευέλικτα εργαλεία ασφάλισης πιστώσεων και μεγαλύτερη περιφερειακή παρουσία.
Καθοριστικής σημασίας είναι και η αναβάθμιση της οικονομικής διπλωματίας. Τα γραφεία ΟΕΥ και οι εμπορικοί ακόλουθοι πρέπει να στελεχωθούν επαρκώς, να λειτουργούν με μετρήσιμους στόχους και να παρέχουν έγκαιρη πληροφόρηση για ρυθμιστικές και νομικές εξελίξεις. Σε ένα περιβάλλον αυξημένου προστατευτισμού, η ενεργή κρατική παρουσία αποτελεί κρίσιμο εργαλείο στήριξης των επιχειρήσεων.
Οι πυλώνες της ελληνικής εξωστρέφειας οφείλουν να είναι:
- Προστιθέμενη αξία και τεχνολογική αναβάθμιση
- Ποιότητα, πιστοποίηση και βιωσιμότητα
- Διαφοροποίηση αγορών
- Ισχυρή χρηματοδοτική στήριξη μέσω Export Credit Greece
- Αναβαθμισμένη οικονομική διπλωματία
- Επένδυση στο ανθρώπινο κεφάλαιο
Το 2026 δεν θα είναι εύκολη χρονιά. Θα είναι όμως καθοριστική. Αν κινηθούμε με συντονισμό, στρατηγική συνέπεια και ταχύτητα, οι ελληνικές εξαγωγές μπορούν να αποτελέσουν τον βασικό μοχλό βιώσιμης ανάπτυξης και διεθνούς αναβάθμισης της χώρας.
Από το περιοδικό ΧΡΗΜΑ










