Άρθρο των αδερφών Σπηλιωτόπουλων (Λουκά και Άρη), δύο νέων Ελλήνων επιχειρηματιών

Σε σχετική συζήτηση που είχαμε με τον πρόεδρο του ΣΕΒ, κ. Σπύρο Θεοδωρόπουλο, είχαμε την ευκαιρία να αναδείξουμε το επίμαχο ζήτημα της προκαταβολής φόρου 80% (επί του φόρου εισοδήματος 22%) που βαραίνει όλες τις επιχειρήσεις, πόσω μάλλον τις αναπτυσσόμενες επιχειρήσεις, που προσπαθούν να αυξήσουν την κερδοφορία τους ή απλώς να ορθοποδήσουν.

  • Στην Ελλάδα, πέρα από τον φόρο εισοδήματος 22% που αναλογεί στα φετινά κέρδη, μια επιχείρηση οφείλει να καταβάλλει σήμερα και το 80% αυτού του φόρου έναντι μελλοντικών θεωρητικών κερδών.

Η προκαταβολή φόρου επιβλήθηκε διαχρονικά από ένα κράτος που δεν μπορούσε να πατάξει τη φοροδιαφυγή και με κάποιο είδος ελληνικής ‘πατέντας’ έπρεπε να καλύψει το δημοσιονομικό κενό.

Τι πιο εύκολο από το να ‘τιμωρεί’ τις υγιείς (και ειλικρινείς) επιχειρήσεις που δηλώνουν κέρδη και δη, αυξανόμενα κέρδη.

Ως οικονομολόγοι και επιχειρηματίες, αναγνωρίζουμε πως αυτός ο αναχρονιστικός παράγοντας στραγγαλισμού της ρευστότητας μειώνει τις μακροπρόθεσμες κεφαλαιουχικές επενδύσεις.

Ουσιαστικά, η προκαταβολή φόρου αποτελεί έναν αναγκαστικό άτοκο δανεισμό του κράτους από όλες τις κερδοφόρες επιχειρήσεις.

Το κράτος στερεί πολύτιμη ρευστότητα, την οποία συμψηφίζει 12 μήνες αργότερα, χωρίς να λαμβάνει υπόψη το κόστος κεφαλαίου, το ταμειακό βάρος που επωμίζεται η επιχείρηση ή την δύσκολη, ή και πολλές  φορές ανύπαρκτη, για τις μικρομεσαίες και νεοφυείς επιχειρήσεις πρόσβαση σε τραπεζικό δανεισμό.

Εδώ ακριβώς βρίσκεται η στρέβλωση:

  • ότι μια υψηλή κερδοφορία στα αποτελέσματα χρήσης μιας επιχείρησης δεν μεταφράζεται αυτομάτως σε υψηλή ρευστότητα, ειδικά λόγω της παγιοποίησης δαπανών σε εξοπλισμό και εγκαταστάσεις.

Δηλαδή, τα χρήματα φεύγουν από το ταμείο εφάπαξ, ενώ φορολογικά αναγνωρίζονται σταδιακά, μέσω αποσβέσεων, σε βάθος δεκαετιών.

Ένα απλό παράδειγμα

Σε πρόσφατη συζήτησή μας με τον αντιπρόεδρο της κυβέρνησης, κ. Χατζηδάκη, δώσαμε ένα απλό παράδειγμα με μια αναπτυσσόμενη επιχείρηση που εμφανίζει για πρώτη φορά κέρδη προ φόρων €1.000.000 και προχωράει σε επένδυση €600.000 για αγορά ακινήτου και €400.000 για ανακαίνιση και μηχανολογικό εξοπλισμό.

Η συνολική επένδυση του €1.000.000 παγιοποιείται, δηλαδή αποσβένεται σε βάθος χρόνου. Oι κτιριακές εγκαταστάσεις, η αγορά του νέου μηχανολογικού εξοπλισμού, τα έξοδα ανακαίνισης (εργασίες υδραυλικές /ηλεκτρολογικές/ κατασκευαστικές/ διαμόρφωσης χώρων κλπ.) παγιοποιούνται και έχουν χρονικό ορίζοντα απόσβεσης τα 25 έτη, δηλαδή ετήσια απόσβεση 4%.

Έτσι, από την εφάπαξ ταμειακή εκροή €1.000.000 το κράτος θα αναγνωρίσει ως ετήσια εκπιπτόμενη δαπάνη τις €40.000 και θα φορολογήσει την επιχείρηση επί της διαφοράς, δηλαδή επί των €960.000.

  • Φόρος χρήσης: €211.200 (22% των €960.000) + προκαταβολή €168.960 (80% των €211.200) = €380.160

Άρα η επιχείρηση θα έχει συνολικές ταμειακές εκροές €1.380.160.

Και το κερασάκι;

  • Αν η επένδυση πραγματοποιηθεί τον Δεκέμβριο τότε υπολογίζεται αναλογικά (pro rata) το 1/12 της ετήσιας απόσβεσης της επενδυτικής δαπάνης, ήτοι €3.333 (αντί για €40.000).

Οπότε με μακροχρόνια επένδυση €1.000.000 το κράτος αναγνωρίζει €3.333 ως εκπιπτόμενη δαπάνη που οδηγεί σε λογιστικά κέρδη προ φόρων €996.666 επί των οποίων θα υπολογιστεί φορολογία 22% (€219.266) συν προκαταβολή φόρου 80% (€175.413), σύνολο φόρου €394.679, που ισοδυναμεί με ταμειακή επιβάρυνση 39,5% επί των κερδών χρήσης.

Νέες δυνατότητες

Κατανοούμε ότι ιστορικά η καθυστέρηση στην υποβολή των φορολογικών δηλώσεων (Ιούνιος-Ιούλιος επόμενου έτους) ανάγκαζε το κράτος να αναζητά αντισταθμιστικά μέτρα, όπως η προκαταβολή φόρου.

Όμως, σήμερα, με την ψηφιοποίηση της ΑΑΔΕ (myData, live διασύνδεση εσόδων-εξόδων, αυτόματες μηνιαίες δηλώσεις ΦΠΑ), μειώθηκε ραγδαία (και συνεχίζει να μειώνεται) η φοροδιαφυγή οπότε δεν υφίσταται λόγος ύπαρξης ενός πρώην αναγκαίου αλλά άδικου μέτρου.

Πλέον η ΑΑΔΕ έχει τη δυνατότητα να ‘βλέπει’ σε πραγματικό χρόνο τα έσοδα και τα έξοδα κάθε επιχείρησης και δεν χρειάζεται να κρατά ενέχυρο τη ρευστότητα των επιχειρήσεων για να εξασφαλίζει τα έσοδά της.
Επιπλέον, διαχρονικά, η αδυναμία πάταξης της φοροδιαφυγής λειτουργούσε ως άλλοθι για να τιμωρούνται οι τυπικές επιχειρήσεις που δηλώνουν τα πραγματικά τους κέρδη, έναντι όσων κρύβουν εισοδήματα και αποφεύγουν αυτόν τον παραλογισμό.

Αν θέλουμε οι ελληνικές επιχειρήσεις να αναπτυχθούν στο εξωτερικό, πρέπει να δημιουργήσουμε ίσους όρους ανταγωνισμού (level-playing field).
Πολλώ δε μάλλον όταν οι ανταγωνιστές μας βρίσκονται στο εξωτερικό και δεν επιβαρύνονται ταμειακά από καμία προκαταβολή φόρου.

  • Υπάρχει άραγε προοπτική να καταργηθεί αυτός ο άτοκος δανεισμός ή, έστω κατ’ ελάχιστον, να ελαφρυνθεί το βάρος μέσω του τοκισμού της προκαταβολής φόρου υπέρ της επιχείρησης;

Καθότι καταλαβαίνουμε πως η άμεση κατάργηση θα επηρέαζε τα ταμειακά διαθέσιμα του κράτους, προτείνουμε τη σταδιακή μείωση ανά έτος σε 60% / 40% / 20% και τελικώς την κατάργηση της προκαταβολής τον 4ο χρόνο.

Διότι οι επιχειρήσεις επιβαρύνονται με κόστος κεφαλαίου ενώ το κράτος εισπράττει άτοκη προκαταβολή για το επόμενο έτος άρα έχει μηδενικό κόστος και αντικίνητρο να την επιστρέψει ή να τη συμψηφίσει.

Με την προκαταβολή φόρου, το κράτος μειώνει τη ρευστότητα της επιχείρησης και επί της ουσίας την «τιμωρεί» επειδή τόλμησε να επενδύσει σε κεφαλαιουχικές δαπάνες μακροχρόνιας ανάπτυξης υψηλού πολλαπλασιαστή.

Πολλές ελληνικές επιχειρήσεις έχουν τη δυνατότητα να αναπτυχθούν ταχύτερα αλλά δεν μπορούν εξαιτίας του ταμειακού στραγγαλισμού που επιφέρει η σημερινή προκαταβολή φόρου.

  • Η πλήρης κατάργηση της προκαταβολής φόρου δεν είναι ένα αίτημα συντεχνιακό αλλά βαθιά αναπτυξιακό ειδικά στον τομέα της βιομηχανίας και της μεταποίησης όπου οι δαπάνες σε εξοπλισμό και πάγια είναι απαραίτητες.

Παραγωγικότητα

Το πολλαπλασιαστικό όφελος για την οικονομία οδηγεί άμεσα στην αύξηση της παραγωγικότητας και τη δημιουργία περισσότερων καλύτερα αμειβόμενων θέσεων εργασίας.

Αξίζει να αναφέρουμε πως στην Ελλάδα η αύξηση της παραγωγικότητας είναι λανθασμένα συνυφασμένη με την εντατικοποίηση της εργασίας ενώ στην πραγματικότητα αφορά την ποιότητα της εργασίας.
Βελτιώνοντας την ποιότητα της εργασίας με επενδύσεις σε υποδομές, σε νέες τεχνολογίες, με καλύτερα εργαλεία και εκπαίδευση επιτυγχάνεται η παραγωγή μεγαλύτερης αξίας με τους ίδιους πόρους.

Ένα πολύ απλό παράδειγμα αύξησης παραγωγικότητας είναι η εγκατάσταση αναβατορίου που επιτρέπει τη μηχανική μεταφορά μεγαλύτερου όγκου εμπορευμάτων με ασφάλεια εντός των εγκαταστάσεων χωρίς σωματική καταπόνιση των εργαζομένων.

Μια προσωπική σκοπιά

Εμείς ως επιχειρηματίες θέλουμε και μπορούμε να αναπτύξουμε την επιχείρηση μας ταχύτερα αλλά ζήσαμε τη στρέβλωση την πρώτη χρονιά που πετύχαμε κέρδη και αποφασίσαμε να επανεπενδύσουμε όλη μας την κερδοφορία σε μακροχρόνιες κεφαλαιουχικές δαπάνες προς βελτίωση της παραγωγικότητας στο σύνολο. Ολοκληρώνοντας την επένδυσή μας καταλήξαμε να εκταμιεύσουμε έντοκο δάνειο από την τράπεζα με μοναδικό σκοπό να χρηματοδοτήσουμε την προκαταβολή φόρου της επόμενης χρονιάς για ανύπαρκτα κέρδη.

Ενδεικτικά στη Ρουμανία, κάθε εταιρεία υποβάλλει ισολογισμό κάθε τρίμηνο και καταβάλλει τον φόρο εντός 25 ημερών. Με το κλείσιμο του έτους, και εφόσον οι φόροι έχουν πληρωθεί εγκαίρως στα προηγούμενα τρίμηνα, δεν υφίσταται καμία προκαταβολή φόρου. Όλα αυτά σε ένα καθεστώς με ειδική, χαμηλή φορολογία για τους μικρομεσαίους, που δίνει κίνητρα για την αποτύπωση των πραγματικών εσόδων και κερδών.

Παραδείγματα πετυχημένων μοντέλων υπάρχουν πολλά.

Αντικειμενικά, το ελληνικό κράτος βελτιώνεται διαρκώς μέσω της ψηφιοποίησης με άμεσο θετικό αντίκτυπο στα οικονομικά ενός κράτους που προ μερικών ετών βρέθηκε στο χείλος της χρεοκοπίας.

Η Ελλάδα σταδιακά εξελίσσεται σε σοβαρό ευρωπαϊκό κράτος πετυχαίνοντας δημοσιονομικούς στόχους νωρίτερα από τα χρονοδιαγράμματα.

  • Παράλληλα, η δαιμονοποίηση της επιχειρηματικότητας, που υπήρχε για δεκαετίες στην Ελλάδα, φαίνεται να αλλάζει με όλο και περισσότερες νεοφυείς επιχειρήσεις να ιδρύονται από νέους ανθρώπους.

Ύστατο αγκάθι, όμως, παραμένει η δαιδαλώδης νομοθεσία που επηρεάζει το περιβάλλον που δρουν οι επιχειρήσεις. Παρόλα αυτά, είμαστε αισιόδοξοι πως μπορεί να αναπτυχθεί ένα υγιές επιχειρηματικό οικοσύστημα που θα ισχυροποιήσει τις ελληνικές επιχειρήσεις έναντι των διεθνών ανταγωνιστών.

Μόνο έτσι θα εξασφαλίσουμε ίσους όρους (level playing field) για τις ελληνικές επιχειρήσεις δημιουργώντας ένα αμοιβαία επωφελές αποτέλεσμα (win-win) για όλους: τις επιχειρήσεις, τους εργαζόμενους και, φυσικά, το κράτος.