Στην πιο πρόσφατη έρευνά της σχετικά με τις οικονομικές επιπτώσεις των φυσικών κινδύνων, η Allianz Research εξηγεί πώς ένα πλημμυρικό φαινόμενο μπορεί να επιφέρει κόστος δισεκατομμυρίων για τις κυβερνήσεις, με επιπτώσεις που εκτείνονται πολύ πέρα από τις άμεσα πληγείσες περιοχές, ενώ αναδεικνύει την οικονομική αξία της προσαρμογής.
Οι πλημμύρες αποτελούν τον πιο συχνό και πιο δαπανηρό φυσικό κίνδυνο στην Ευρώπη, και το κόστος τους συνεχίζει να αυξάνεται
Οι ζημίες από τις πλημμύρες διευρύνονται, καθώς όλο και περισσότεροι άνθρωποι και περιουσιακά στοιχεία βρίσκονται σε ευάλωτες περιοχές. Ο αριθμός των πλημμυρικών φαινομένων παρέμεινε σταθερός σε γενικές γραμμές, με περίπου 46 περιστατικά ετησίως κατά τη διάρκεια του 21ου αιώνα, ωστόσο το κόστος κάθε περιστατικού έχει αυξηθεί σημαντικά. Οι απώλειες αυξήθηκαν κατά 17,8%, από 63,1 δισ. ευρώ την περίοδο 2000-2009 σε 74,3 δισ. ευρώ την περίοδο 2010-2019. Οι πλημμύρες της Ευρώπης τον Ιούλιο του 2021 παραμένουν το πιο δαπανηρό μεμονωμένο συμβάν που έχει καταγραφεί, με κόστος περίπου 38 δισ. ευρώ, ωθώντας τις συνολικές απώλειες από πλημμύρες στα 88,6 δισ. ευρώ μεταξύ 2020 και 2025, δηλαδή 40% υψηλότερα από την πρώτη δεκαετία του αιώνα. Οι πλημμύρες ευθύνονται ήδη για περίπου το 55% του συνόλου των ζημιών από φυσικές καταστροφές στην Ευρώπη, το 80% των ζημιών δεν καλύπτεται από ασφάλιση, με αποτέλεσμα να επωμίζονται το κόστος τα νοικοκυριά, οι επιχειρήσεις και οι κυβερνήσεις. Με βάση τις τρέχουσες τάσεις, οι μέσες ετήσιες ζημίες από πλημμύρες ποταμών σε ολόκληρη την ΕΕ και το Ηνωμένο Βασίλειο θα μπορούσαν να εξαπλασιαστούν σχεδόν έως το 2100, από περίπου 7,8 δισ. ευρώ σήμερα σε σχεδόν 50 δισ. ευρώ, υπό ένα σενάριο αύξησης της θερμοκρασίας κατά 3°C.
«Οι πλημμύρες αποτελούν ήδη την πιο δαπανηρή φυσική καταστροφή στην Ευρώπη, και η ανάλυσή μας δείχνει ότι το κόστος εκτείνεται πολύ πέρα από τις άμεσα πληγείσες περιοχές, επηρεάζοντας τις επενδύσεις, τα εισοδήματα των νοικοκυριών και τους δημόσιους προϋπολογισμούς για χρόνια μετά. Η πρόληψη αποδίδει, καθώς τα οφέλη της υπερβαίνουν κατά πολύ το αρχικό κόστος. Οι επενδύσεις σε έργα αντιπλημμυρικής προστασίας και ανθεκτικής δόμησης συμβάλλουν στη διατήρηση οικονομικά προσιτών ασφαλίστρων και τη σταθερότητα των δημόσιων οικονομικών. Η πρόκληση πλέον είναι να εφαρμοστούν αποδεδειγμένα μέτρα με την ταχύτητα και την κλίμακα που απαιτεί ο κίνδυνος», δηλώνει ο Hazem Krichene, Senior Climate Economist στην Allianz Research.
Οι άμεσες ζημίες από τις πλημμύρες αποτελούν μόνο την κορυφή του παγόβουνου όσον αφορά το οικονομικό κόστος
Το συνολικό οικονομικό κόστος μιας μεμονωμένης πλημμύρας υπερβαίνει κατά πολύ τις άμεσες απώλειες από την καταστροφή κτιρίων και υποδομών. Με τη χρήση προσομοίωσης που βασίζεται σε εξατομικευμένα δεδομένα για την περίοδο 2014-2024, η Allianz Research δημιούργησε μια δοκιμή αντοχής για να εκτιμήσει τις πιθανές οικονομικές ζημίες που θα μπορούσε να προκαλέσει στην ελληνική οικονομία ένα μεγάλο πλημμυρικό φαινόμενο στην Ευρώπη το 2027, με επιπτώσεις που θα διαρκούσαν έως το 2030. Οι πλημμύρες επηρεάζουν την οικονομία κυρίως μέσω δύο διαύλων: της μείωσης των επενδύσεων και της μείωσης των εισοδημάτων των νοικοκυριών. Σύμφωνα με το μοντέλο, μεταξύ του 2027 και του 2030, οι σωρευτικές επενδύσεις μειώνονται κατά 10,5% στη Νορβηγία έως 14,6% στις Κάτω Χώρες, ενώ η Ελλάδα καταγράφει μείωση κατά 13,9% (περίπου 4,7 δισ. ευρώ). Ταυτόχρονα, το πραγματικό διαθέσιμο εισόδημα των νοικοκυριών μειώνεται κατά 3,9% έως 5,4% σε όλες τις χώρες που αναλύθηκαν, καθώς το κόστος αποκατάστασης, η προσωρινή εκτόπιση, ο χαμένος χρόνος εργασίας και οι υψηλότερες τιμές επιβαρύνουν τα νοικοκυριά. Στην Ελλάδα, το εισόδημα των νοικοκυριών θα μειωνόταν κατά 5%.
Στη συνέχεια, η ευρύτερη οικονομία επηρεάζεται, καθώς η πλημμύρα ωθεί τις τιμές προς τα πάνω λόγω των ζημιών στις υποδομές και των διαταραχών στην εφοδιαστική αλυσίδα, δημιουργώντας εμπόδια στην προσφορά και επιβραδύνοντας την ανάπτυξη. Ενώ ο πληθωρισμός αυξάνεται κατά 0,2% στο Ηνωμένο Βασίλειο και φτάνει το 1,0% στην Ελλάδα, οι απώλειες στο ΑΕΠ κυμαίνονται από περίπου 0,4% στη Νορβηγία έως 1,0% στην Ισπανία· η Ελλάδα καταγράφει απώλειες ύψους 6,9 δισ. ευρώ (0,8% του ΑΕΠ). Τα δημόσια οικονομικά επιδεινώνονται επίσης: η μελέτη δείχνει ότι τα δημοσιονομικά ελλείμματα στις χώρες που εξετάστηκαν διευρύνονται κατά 1,3 ποσοστιαίες μονάδες του ΑΕΠ κατά μέσο όρο κατά την περίοδο 2027-2030, φθάνοντας τις 1,7 μονάδες στην Ελλάδα.
«Οι ζημιές από τις πλημμύρες είναι ιδιαίτερα εμφανείς και περιορισμένες γεωγραφικά. Ωστόσο, οι ευρύτερες οικονομικές ζημιές είναι πολύ μεγαλύτερες από ό,τι φαίνεται με την πρώτη ματιά», σχολιάζει ο Hazem Krichene. «Ας εξετάσουμε την περίπτωση της Ελλάδας. Το προσομοιωμένο πλημμυρικό φαινόμενο του 2027 θα προκαλούσε άμεσες ζημιές ύψους περίπου 1,2 δισ. ευρώ. Ωστόσο, το συνολικό κόστος σε όρους απώλειας ΑΕΠ θα ανερχόταν σε 6,9 δισ. ευρώ, δηλαδή θα ήταν έξι φορές υψηλότερο».
Η επένδυση στην πρόληψη αποδίδει
Οι στοχευμένες επενδύσεις στη φυσική συγκράτηση των υδάτων, στις ανθεκτικές υποδομές και στον προσεκτικό σχεδιασμό των περιοχών όπου επιτρέπεται η δόμηση μπορούν να αντισταθμίσουν μεγάλο μέρος των μελλοντικών απωλειών. Οι επενδύσεις στην ανθεκτικότητα έναντι των πλημμυρών αποφέρουν οφέλη περίπου τετραπλάσια του κόστους τους, καθώς συμβάλλουν στην αποφυγή ζημιών. Από ανάλυση του Κοινού Κέντρου Ερευνών της Ευρωπαϊκής Επιτροπής προκύπτει ότι τα μέτρα αυτά μπορούν να μειώσουν τις προβλεπόμενες ετήσιες απώλειες από πλημμύρες ποταμών από περίπου 50 δισ. ευρώ σε 8 δισ. ευρώ έως το 2100. Συνεπώς, οι επενδύσεις σε ανθεκτικές υποδομές, σε έργα ανάσχεσης πλημμυρών και στον πιο έξυπνο σχεδιασμό των χρήσεων γης ενισχύουν την οικονομική ανάπτυξη, τα δημόσια οικονομικά και την οικονομική προσιτότητα των ασφαλίστρων. Η προσαρμογή πρέπει να θεωρείται προληπτική δημοσιονομική πολιτική και όχι απλώς πολιτική για το κλίμα.
Μπορείτε να βρείτε τη μελέτη εδώ: Economic Research | Allianz










