Σε μια συγκυρία όπου το ελληνικό τραπεζικό σύστημα έχει επιστρέψει δυναμικά στον πυρήνα του ρόλου του -τη χρηματοδότηση της πραγματικής οικονομίας- η συζήτηση για την αναβαλλόμενη φορολογία (DTC) επανέρχεται, για λόγους πολιτικού εντυπωσιασμού, συχνά με όρους που αδικούν την ουσία.

Πίσω από τον χαρακτηρισμό «αόρατο χρέος» κρύβεται στην πραγματικότητα μια ρύθμιση που προστάτευσε τον φορολογούμενο, διατήρησε τις τράπεζες σε ελληνικά χέρια και έθεσε τις βάσεις για τη σημερινή τους επιστροφή στην κανονικότητα.

Τράπεζες και πραγματική οικονομία: τα νούμερα.

Η συμβολή του κλάδου στην ανάπτυξη δεν είναι ρητορικό σχήμα. Οι συστημικές τράπεζες εκτιμάται ότι θα ξεπεράσουν συνολικά τα 12 δισ. ευρώ σε καθαρή αύξηση χορηγήσεων μέσα στο 2026, ενώ όλο το τραπεζικό σύστημα εκτιμάται πως θα ξεπεράσει τα 14 δισ. ευρώ.

Ο ετήσιος ρυθμός πιστωτικής επέκτασης διαμορφώθηκε στο 9,5% τον Απρίλιο του 2026, με τη χρηματοδότηση των επιχειρήσεων να παραμένει ισχυρή.

Καθοριστικό ρόλο παίζει το Ταμείο Ανάκαμψης:

  • το 80% των δανείων του ΤΑΑ για επενδύσεις ύψους 19,5 δισ. ευρώ έχει κατευθυνθεί σε παραγωγικούς κλάδους, ενώ οι εκταμιεύσεις των δανείων του Ταμείου Ανάκαμψης αναμένεται να συνεχιστούν μέχρι το 2029.
  • Στη στεγαστική πίστη, το πρόγραμμα «Σπίτι μου ΙΙ» -που βασίζεται στη συγχρηματοδότηση τραπεζών και Δημοσίου μέσω πόρων του Ταμείου Ανάκαμψης- επιτρέπει σε χιλιάδες δικαιούχους να αποκτήσουν κατοικία με ευνοϊκότερους όρους.

Κρίσιμο είναι ότι η χρηματοδότηση αυτή στηρίζεται σε στέρεα θεμέλια.

Ο λόγος δανείων προς καταθέσεις διαμορφώθηκε στο 72,5%, έναντι περίπου 100% στις τράπεζες της Ευρωζώνης, γεγονός που αποτυπώνει τη μεγάλη καταθετική βάση και τη δυνατότητα περαιτέρω χρηματοδότησης της οικονομίας, ενώ ο δείκτης κάλυψης ρευστότητας (LCR) παρέμεινε στο ιδιαίτερα υψηλό επίπεδο του 187,7%, σημαντικά πάνω από τον μέσο όρο της Ευρωζώνης.

Τι είναι, στ’ αλήθεια, ο αναβαλλόμενος φόρος.

Πρόκειται για λογιστικό χειρισμό που προβλέπεται από τα Διεθνή Λογιστικά Πρότυπα και προκύπτει από τις διαφορές μεταξύ λογιστικής και φορολογικής αντιμετώπισης ορισμένων γεγονότων.

Δεν συνδέεται με το αν μια επιχείρηση καταβάλλει ή όχι φόρο εισοδήματος:

  • η φορολογική επιβάρυνση καθορίζεται από την ύπαρξη φορολογητέων (όχι λογιστικών) κερδών.

Στην περίπτωση των τραπεζών, σημαντικό μέρος των κερδών συμψηφίζεται με τις μεταφερόμενες ζημίες της κρίσης, με βάση τη γενικά ισχύουσα φορολογική νομοθεσία που επιτρέπει την έκπτωσή τους σε βάθος χρόνου.

Η ρύθμιση ωφέλησε πρωτίστως το Δημόσιο.

Το ποσό που αναγνωρίζεται εποπτικά γεννήθηκε από τις τεράστιες ζημίες της κρίσης — κυρίως από το «κούρεμα» των ελληνικών ομολόγων (PSI) και τις μεγάλες διαγραφές κόκκινων δανείων.

Η ρύθμιση θεσπίστηκε το 2014 (κυβέρνηση Σαμαρά–Βενιζέλου) και επικαιροποιήθηκε στη συνέχεια, σε μια εποχή που οι τράπεζες ανήκαν σε σημαντικό βαθμό στο Δημόσιο μέσω του ΤΧΣ.

Σκοπός δεν ήταν η προστασία των τραπεζών, αλλά η αποφυγή νέας επιβάρυνσης του φορολογούμενου.

Χωρίς τον μηχανισμό, οι κεφαλαιακές ανάγκες και άρα τα ποσά ανακεφαλαιοποίησης που θα κατέβαλλε εκ νέου το Δημόσιο, θα ήταν σημαντικά υψηλότερα.

Με απλά λόγια, αντί να βάλει ξανά μετρητά, το κράτος αναγνώρισε τον αναβαλλόμενο φόρο ως κεφάλαιο, διατηρώντας παράλληλα διαθέσιμους δημόσιους πόρους για άλλες ανάγκες.

Ένα «αγκάθι» που συρρικνώνεται

Η εικόνα σήμερα είναι ποιοτικά διαφορετική. Ο αναβαλλόμενος φόρος κορυφώθηκε το 2021 και έκτοτε αποκλιμακώνεται σταθερά προς τα 12 δισ. ευρώ, καθώς αποσβένεται σύμφωνα με τις προβλέψεις της νομοθεσίας.

Επιπλέον, με την επαναφορά των μερισμάτων, από το 2024 θεσπίστηκε μηχανισμός επιτάχυνσης.Κάθε χρόνο διαγράφεται επιπλέον ποσό DTC ίσο με το 29% των μερισμάτων που διανέμονται. Πρακτικά, οι τράπεζες αντικαθιστούν με οργανικά, υψηλής ποιότητας κεφάλαια τον αναβαλλόμενο φόρο ταχύτερα από ό,τι απαιτεί ο νόμος, βελτιώνοντας μόνες τους την ποιότητα της κεφαλαιακής βάσης.

Τι φόρους πληρώνουν οι τράπεζες.

Σε αντίθεση με τις λοιπές επιχειρήσεις, φορολογούνται με συντελεστή 29% (έναντι 22%).

Παράλληλα, καθώς οι βασικές τραπεζικές υπηρεσίες απαλλάσσονται από ΦΠΑ, δεν μετακυλίουν τον ΦΠΑ που καταβάλλουν στους προμηθευτές τους· έτσι ο φόρος αυτός λειτουργεί γι’ αυτές ως πραγματικό κόστος και όχι ως ουδέτερο μέγεθος, επιβαρύνοντας άμεσα τα λειτουργικά τους έξοδα κατά εκτιμώμενα 350–400 εκατ. ευρώ ετησίως που αποδίδονται στον κρατικό προϋπολογισμό.

Η επιστροφή στην κανονικότητα.

Η εξυγίανση αποτυπώνεται και στις αγορές. Οι τέσσερις συστημικές τράπεζες διαθέτουν πλέον αξιολογήσεις στην κατηγορία BBB+, μόλις μία βαθμίδα χαμηλότερα από την κατηγορία Α, εξέλιξη που μειώνει το κόστος χρηματοδότησης και διευρύνει τη βάση των διεθνών επενδυτών.

Παράλληλα, ενισχύεται ο ρόλος τους στην πράσινη μετάβαση:

  • η έκδοση πράσινων ομολόγων επιταχύνεται, με άντληση κεφαλαίων ύψους 1,2 δισ. ευρώ από τις αρχές του έτους.

Από κρατικοποιημένος κλάδος σε καθεστώς διάσωσης, οι ελληνικές τράπεζες επέστρεψαν σε πλήρως ιδιωτικό, κερδοφόρο και εξωστρεφές προφίλ, με τον αναβαλλόμενο φόρο να αποτελεί πλέον ένα διαχειρίσιμο, φθίνον υπόλειμμα μιας εποχής που έχει οριστικά.