του Dr.-Ing Αλέξανδρου Υφαντή, Προέδρου & Διευθύνοντος Συμβούλου της SYCHEM
Το νερό δεν είναι πια ένα ζήτημα που αφορά μόνο τη διαχείριση μιας τοπικής υπηρεσίας ή μια τεχνική δυσκολία που εμφανίζεται κάθε καλοκαίρι. Έχει περάσει πλέον στον πυρήνα των μεγάλων υποδομών και συνδέεται άμεσα με την ανάπτυξη, την ποιότητα ζωής, την περιφερειακή συνοχή και τη δυνατότητα της χώρας να σχεδιάζει με μεγαλύτερη ασφάλεια το μέλλον της.
Για χρόνια στην Ελλάδα, η συζήτηση άνοιγε μόνο όταν η πίεση γινόταν έντονη. Τους θερινούς μήνες, όταν η ζήτηση ανέβαινε και τα περιθώρια στένευαν, το πρόβλημα ερχόταν στην επιφάνεια. Όταν οι συνθήκες βελτιώνονταν, το θέμα υποχωρούσε ξανά. Αυτή η λογική, όμως, άφησε πίσω της ένα σύστημα που συχνά λειτουργούσε εκ των υστέρων, με καθυστερήσεις, αποσπασματικές κινήσεις και περιορισμένη δυνατότητα πρόβλεψης.
Σήμερα, τα δεδομένα είναι διαφορετικά. Η αυξημένη τουριστική κίνηση, η πίεση στους υδροφορείς, η κλιματική μεταβλητότητα και το κόστος της αδράνειας δείχνουν ότι η χώρα χρειάζεται μια πιο σταθερή και μακρόπνοη πολιτική για το νερό. Σε αυτό το νέο περιβάλλον, η αφαλάτωση αποκτά πιο ουσιαστικό ρόλο. Έχει πάψει να αντιμετωπίζεται ως μια λύση έκτακτης ανάγκης και περνά σταδιακά στον πυρήνα του σχεδιασμού.
Και αυτό δεν συμβαίνει τυχαία. Η αφαλάτωση προσφέρει κάτι πολύτιμο: μεγαλύτερη σταθερότητα και καλύτερο έλεγχο. Σε περιοχές όπου η ζήτηση αλλάζει έντονα μέσα στη χρονιά ή όπου οι διαθέσιμοι φυσικοί πόροι είναι περιορισμένοι, η δυνατότητα παραγωγής νερού με σταθερό και ελεγχόμενο τρόπο δημιουργεί μια πιο ασφαλή βάση. Για τα νησιά, ειδικά, αποτελεί συχνά τη μόνη ώριμη λύση που μπορεί να εξασφαλίσει επάρκεια σε μόνιμη βάση. Το ίδιο ισχύει και για αρκετές παράκτιες ή επιβαρυμένες περιοχές, όπου η οικονομική δραστηριότητα εξαρτάται όλο και περισσότερο από αξιόπιστες υποδομές νερού.
Η αφαλάτωση αποκτά τη μεγαλύτερη αξία της όταν αντιμετωπίζεται ως βασικό στοιχείο ενός σύγχρονου και αξιόπιστου συστήματος διαχείρισης νερού. Η αποτελεσματική υδατική πολιτική περιλαμβάνει παράλληλα έργα αποθήκευσης, περιορισμό των απωλειών στα δίκτυα, επαναχρησιμοποίηση επεξεργασμένων υδάτων και καλύτερη παρακολούθηση των υποδομών. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η αφαλάτωση λειτουργεί ως σταθερός και στρατηγικός πυλώνας, ενισχύοντας την επάρκεια, την ασφάλεια και τη συνολική αξιοπιστία του συστήματος.
Η εμπειρία της Κύπρου είναι ιδιαίτερα ενδεικτική. Η ανάγκη για πιο σταθερές και ελεγχόμενες πηγές νερού έχει οδηγήσει εκεί σε πιο συστηματική στροφή προς την αφαλάτωση. Και αυτό δείχνει κάτι ευρύτερο για την Ανατολική Μεσόγειο: ο έγκαιρος σχεδιασμός μειώνει τους κινδύνους και ενισχύει τη σταθερότητα, ενώ η καθυστέρηση των αποφάσεων αυξάνει το κόστος σε πολλά επίπεδα.
Το ίδιο συμπέρασμα προκύπτει και από τη διεθνή εμπειρία μεγαλύτερης κλίμακας. Χώρες που βρέθηκαν αντιμέτωπες με έντονη πίεση, όπως το Μαρόκο, κινήθηκαν με ταχύτητα, έδωσαν προτεραιότητα στις υποδομές νερού και αντιμετώπισαν την αφαλάτωση ως ζήτημα εθνικής προτεραιότητας. Αυτή η αποφασιστικότητα προσφέρει ένα κρίσιμο μάθημα και για την Ελλάδα: όταν το νερό εντάσσεται στον κεντρικό σχεδιασμό, οι λύσεις ωριμάζουν πιο γρήγορα και τα έργα αποκτούν συνέχεια.
Ιδιαίτερη σημασία έχει και η αξιοποίηση των υφάλμυρων νερών, που στη χώρα μας παραμένουν σε μεγάλο βαθμό αναξιοποίητα. Σε αρκετές περιπτώσεις, μπορούν να δώσουν χρήσιμες ποσότητες νερού με χαμηλότερο ενεργειακό και οικονομικό κόστος από ό,τι το θαλασσινό νερό. Γι’ αυτό και η καταγραφή και η τεχνολογική αξιοποίησή τους πρέπει να ενταχθούν στον εθνικό σχεδιασμό.
Σε αυτήν τη μετάβαση, η ελληνική τεχνογνωσία μπορεί να έχει ουσιαστικό ρόλο. Η χώρα διαθέτει μηχανικούς, εξειδικευμένο προσωπικό και επιχειρήσεις με εμπειρία σε σύνθετα έργα διαχείρισης και επεξεργασίας νερού. Εταιρείες όπως η SYCHEM δείχνουν στην πράξη ότι η Ελλάδα δεν διαθέτει μόνο ανάγκες, αλλά και γνώση, τεχνική επάρκεια και δυνατότητα υλοποίησης έργων με απαιτήσεις, τόσο εντός όσο και εκτός συνόρων. Το ζητούμενο είναι αυτή η εμπειρία να αξιοποιηθεί πιο συστηματικά και να συνδεθεί με μια πιο συνεκτική εθνική στρατηγική.
Η συγκυρία, άλλωστε, δημιουργεί μια πραγματική ευκαιρία. Η μεγαλύτερη επίγνωση των προκλήσεων, η πρόσβαση σε χρηματοδοτικά εργαλεία και η ύπαρξη εγχώριας τεχνογνωσίας επιτρέπουν μια πιο ουσιαστική αλλαγή πορείας. Το νερό χρειάζεται πλέον να αντιμετωπιστεί ως πεδίο σοβαρής και διαρκούς δημόσιας πολιτικής, με επενδύσεις που θα έχουν ορίζοντα και σαφή στόχο.
Αυτό σημαίνει περισσότερη στήριξη της περιφέρειας και των νησιών με αξιόπιστες λύσεις, καλύτερο συντονισμό των υποδομών και στενότερη σύνδεση της υδατικής πολιτικής με τη συνολική αναπτυξιακή στρατηγική της χώρας. Η αφαλάτωση, μαζί με τις υπόλοιπες αναγκαίες παρεμβάσεις, μπορεί να συμβάλει καθοριστικά στη διαμόρφωση ενός πιο σταθερού και ανθεκτικού μοντέλου για τα επόμενα χρόνια.
Η συζήτηση, επομένως, δεν αφορά πια το αν η αφαλάτωση έχει θέση στην ελληνική πραγματικότητα. Αφορά τον τρόπο, την έκταση και την ταχύτητα με την οποία θα ενταχθεί στον εθνικό σχεδιασμό. Και από αυτές τις επιλογές θα εξαρτηθεί σε μεγάλο βαθμό η ικανότητα της χώρας να εξασφαλίσει επάρκεια, σταθερότητα και βιώσιμη ανάπτυξη σε ένα περιβάλλον που γίνεται όλο και πιο απαιτητικό.

Πατήστε εδώ και γίνετε συνδρομητής στο περιοδικό
Από το περιοδικό ΧΡΗΜΑ Μαρτίου-Απριλίου 2026, τ.481










