Ο στόχος είναι απλός: Μέσα στην επόμενη διετία να έχει δημιουργηθεί ένα χαρτοφυλάκιο αξίας 1,2 δισ. ευρώ σε ακίνητα γραφείων και logistics. Το πρώτο βήμα ξεκινά στις 11 Μαϊου με την αύξηση μετοχικού κεφαλαίου για την  άντληση ακαθάριστων κεφαλαίων έως 150 εκατ. ευρώ.

Η Trastor AEEAΠ έχει σήμερα ένα ισχυρό επενδυτικό χαρτοφυλάκιο με αξία 822 εκατ. ευρώ, εκ των οποίων το 54% είναι στα γραφεία και το 28% της logistics.

Ο Δνων Σύμβουλος Τάσος Καζίνος εξήγησε ότι

  • «Αυτή την στιγμή είμαστε η δεύτερη ΑΕΕΑΠ από πλευράς αξίας ακινήτων, σίγουρα η μεγαλύτερη στο κομμάτι των logistics και ίσως από τις πιο αναπτυσσόμενες της ελληνικής αγοράς. Επιδιώκουμε να αντλήσουμε κεφάλαια 150 εκατ. ευρώ, τα οποία θα επενδυθούν σε διάστημα 12- 18 μηνών.
  • Συνολικά, συμπεριλαμβανομένων και δανειακών κεφαλαίων στοχεύουμε σε επενδύσεις τουλάχιστον 300 εκατ. ευρώ σε 2 με 2 ½ χρόνια αυξάνοντας και το χαρτοφυλάκιο της εταιρείας στο 1,2 δισ. ευρώ.
  • Αυτό είναι το επενδυτικό μας πλάνο και σκοπός είναι να γίνονται τοποθετήσεις σε ακίνητα που θα παράγουν εισόδημα άμεσα, άρα όχι τόσο πολύ σε νέες αναπτύξεις».

Μια μέρα πριν την γενική συνέλευση μετόχων της ΔΕΗ ξεκινά η αμκ της Trastor. Αυτό που απασχολεί σήμερα τα στελέχη της είναι το discount έναντι της εσωτερικής της αξίας, το οποίο είναι μεγαλύτερο του συνήθους. Το χαρτοφυλάκιο της Trastor αποτιμάται σε GAV 822,6 εκατ. ευρώ, ενώ η χρηματιστηριακή της αξία μόλις ξεπερνά τα 302 εκατ.

Η «έκπτωση» (discount) φτάνει στο 63% της πραγματικής αξίας ενεργητικού. Η αύξηση κεφαλαίου θα πραγματοποιηθεί σε τιμή που αντανακλά μία κεφαλαιοποίηση κατά πολύ χαμηλότερη από την εσωτερική αξία NAV, επιβαρύνοντας ακόμα περισσότερο τους υφιστάμενους μετόχους, κατά κύριο λόγο την Piraeus Bank που ελέγχει το 98,6% της Trastor.

Η Piraeus θα καλύψει τουλάχιστον 50 εκατ. ευρώ, δηλαδή το ένα τρίτο της αύξησης, λειτουργώντας ως anchor investor. Στόχος της διαδικασίας είναι η διασπορά μετοχών να φτάσει τουλάχιστον στο 15% από το σημερινό 1,42%. Αυτή είναι μια απαίτηση του κανονισμού του Euronext Athens που η εταιρεία δεν μπορεί πλέον να αναβάλλει.

  • «Εχουμε θέσει ως μίνιμουμ όριο διασποράς στο 15% γι’ αυτό και έχει συμπεριληφθεί στους όρους ότι αν δεν επιτευχθεί το ποσοστό αυτό η αύξηση θα ακυρωθεί».

Με στόχο την προσέλκυση κεφαλαίων και από το εξωτερικό, η εταιρεία έχει ήδη πραγματοποιήσει παρουσιάσεις εντός κι εκτός Ελλάδας (όπως στο Λονδίνο) έχοντας εισπράξει ενδιαφέρον και διαπιστώνοντας ότι η Ελλάδα είναι πίσω στον επενδυτικό χάρτη:

  • «Υπάρχει ενδιαφέρον από θεσμικά κεφάλαια ώστε να μπουν στο ελληνικό real estate, ωστόσο δεν υπάρχει προϊόν ώστε να τοποθετήσουν μεγάλο όγκο επενδυτικών κεφαλαίων.
  • Οι ελληνικές ΑΕΕΑΠ είναι σχετικά μικρού μεγέθους ώστε να μπορέσουν να προσελκύσουν μεγάλα ξένα θεσμικά κεφάλαια και γι’ αυτό θέλουμε να γίνουμε μια πλατφόρμα στην Ελλάδα ώστε να προσελκύσουμε περισσότερους ξένους θεσμικούς επενδυτές και προς αυτή την κατεύθυνση κινούμαστε».

Απαριθμώντας τα δεδομένα ευρύτερα για την αγορά αλλά και για την εταιρεία εν όψει της αύξησης αυτή την στιγμή (σ.σ. οι επιμέρους όροι αναμένεται να ανακοινωθούν έως την Παρασκευή) η διοίκηση στάθηκε, μεταξύ άλλων, στα ισχυρά θεμελιώδη της αγοράς ακινήτων αυτή την στιγμή όπου καταγράφεται σημαντική ζήτηση ιδιαίτερα για γραφεία υψηλών προδιαγραφών όπως αντίστοιχα και logistics- τους δύο κλάδους όπου εστιάζει η εταιρεία-, το ισχυρό επενδυτικό χαρτοφυλάκιο με το 47% μάλιστα επί του συνόλου των «πράσινων» logistics ανά την Ελλάδα αυτή την στιγμή να ανήκει στην ΑΕΕΑΠ.

Επιπλέον, η εταιρεία έχει υλοποιήσει πολλές συμφωνίες τα τελευταία χρόνια έχοντας πραγματοποιήσει ως ομάδα 74 εξαγορές

  • «και έχουμε μεγαλώσει την αξία των ακινήτων σχεδόν 14 φορές από το 2017. Ένα ακόμη στοιχείο είναι οι αποδόσεις που έχουν εξασφαλιστεί τα τελευταία χρόνια με υπεραξίες στην τελευταία πενταετία και 12% απόδοση στους υφιστάμενους μετόχους μέσω και της μερισματικής πολιτικής».


Η εταιρεία με βάση και τα μισθώματα που έχει λαμβάνειν από τα νέα ακίνητα που έχουν προστεθεί στο χαρτοφυλάκιό της πιο πρόσφατα, όπως π.χ. το νέο κέντρο logistics στον Ασπρόπυργο που είναι μισθωμένο στον όμιλο Σκλαβενίτη, αναμένει έσοδα φέτος τουλάχιστον 53,6 εκατ. ευρώ από 40,6 εκατ. ευρώ, χωρίς να πραγματοποιήσει καμία νέα πώληση ακινήτου.

Ο κ. Καζίνος ανέφερε ότι αυτή την στιγμή υπάρχει μία δεξαμενή ακινήτων αξίας κοντά στα 570 εκατ. ευρώ που εξετάζεται για μελλοντικές επενδύσεις από την εταιρεία, από τα οποία μπορεί να γίνει μία επιλογή για νέες εξαγορές, συμπεριλαμβανομένων και μεγάλης αξίας ακινήτων, ακόμη και πάνω από 50 εκατ. ευρώ.

  • «Για τα 2/3 των νέων επενδύσεων θα εστιάσουμε σε υφιστάμενα ακίνητα που παράγουν εισόδημα και το υπόλοιπο σε νέες αναπτύξεις», 

Στα ακίνητα αυτά περιλαμβάνονται τρία κτίρια αξίας 55 εκατ. ευρώ στο κέντρο της Αθήνας για το οποία έχουν υπογραφεί προσύμφωνα με την Εθνική Ασφαλιστική:

  • «Αρα το 1/3 των κεφαλαίων θα κατευθυνθεί σε αυτά τα τρία ακίνητα και υπολογίζουμε να ολοκληρώσουμε τις εξαγορές μέσα στον Ιούνιο. Το πρώτο, στην οδό Αθηνάς είναι μισθωμένο στην ΕΥΔΑΠ, ενώ τα άλλα δύο, στην πλατεία Κοτζιά και την οδό Καραγιώργη Σερβίας, θα αναβαθμιστούν για να είναι έτοιμα και να μισθωθούν σε νέους μισθωτές, επιτυγχάνοντας αποδόσεις από 7,5%- 8%».


Η διοίκηση αναφέρθηκε ειδικά στο ενδιαφέρον που υπάρχει αυτή τη στιγμή στο κέντρο της Αθήνας από υποψήφιους μισθωτές και γι’ αυτό το λόγο η ΑΕΕΑΠ έχει στρέψει και εκεί το ενδιαφέρον της, πέραν του Αμαρουσίου όπου ήδη η εταιρεία έχει ισχυρή παρουσία.

  • «Στόχος για το κέντρο της Αθήνας είναι να βρούμε αυτοτελή ακίνητα και να προχωρήσουμε σε ανακαινίσεις προσφέροντας νέο προϊόν στην αγορά. Για το κέντρο υπάρχει μεγαλύτερο ενδιαφέρον από εταιρείες ωστόσο είναι πολύ μικρή η προσφορά σε νέα, ανανεωμένα κτίρια».

Στις 31 Δεκεμβρίου 2025 το χαρτοφυλάκιο της Trastor περιλάμβανε 65 ακίνητα συνολικής επιφάνειας 492 χιλ. τ.μ., με συνολική ακαθάριστη αξία χαρτοφυλακίου GAV (Gross Asset Value –) 822,6 εκατ. ευρώ.

Η πληρότητα των ακινήτων διαμορφωνόταν στο 98%, ενώ η σταθμισμένη μέση υπολειπόμενη διάρκεια μισθώσεων) έφθανε τα 6,1 έτη.

Η μικτή απόδοση του χαρτοφυλακίου ανερχόταν σε 6,4%, ενώ η απόδοση επί του συνολικού κόστους επένδυσης) διαμορφωνόταν σε 7,4%