Εκρηκτικές διαστάσεις λαμβάνει η ακρίβεια στη χώρα μας, με τα στοιχεία της Eurostat για τον Απρίλιο να αποτελούν «ψυχρολουσία» για το οικονομικό επιτελείο, δυσχεραίνοντας περαιτέρω την καθημερινότητα όλο και περισσότερων συμπολιτών μας. 

Το 4,6%, από 3,4% τον Μάρτιο, αποτελεί «άλμα», που εκ των πραγμάτων θέτει σε αμφισβήτηση τον αρχικό σχεδιασμό της κυβέρνησης, όπως είχε αποτυπωθεί στον προϋπολογισμό. 

Να σημειωθεί δε ότι το συγκεκριμένο ποσοστό αφορά στο εναρμονισμένο (στατιστικό) μέγεθος, που, σε αντιστοίχιση με την καθημερινότητα, μπορεί να φτάνει ακόμη και 18% (δηλαδή ακριβότερα) σε βασικά είδη διατροφής (λ.χ. κρέας). Πρόκειται για τον πέμπτο (!) υψηλότερο δείκτη μεταβολής τιμών στην Ευρώπη, με την τιμή του πετρελαίου (brent) στα 120 δολ. και τις προβλέψεις ακόμη πιο δυσοίωνες για τη συνέχεια. 

Συνεπώς, εύλογα τίθεται το ερώτημα πώς θα συγκρατηθεί ο (στατιστικός) πληθωρισμός στο 3,2% για το σύνολο του 2026. Πρακτικά, πριν πατηθεί το “send” στο μήνυμα για το επικαιροποιημένο μεσοπρόθεσμο, η κυβέρνηση έρχεται αντιμέτωπη με τη σκληρή πραγματικότητα των στατιστικών της Eurostat για τον Απρίλιο: η Ελλάδα βρέθηκε πίσω μόνο από τη Βουλγαρία (6,2%), την Κροατία (5,4%), το Λουξεμβούργο (5,2%) και την Λιθουανία (4,9%) και μπροστά από όλο τον ευρωπαϊκό Νότο. Φυσικά, μπροστά από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο (στο 3%) για τις χώρες της ευρωζώνης. Καθώς από τη συνεδρίαση της ΕΚΤ δεν προκύπτει δραστική βελτίωση της κατάστασης στο άμεσο μέλλον, ο εναρμονισμένος δείκτης τιμών τετραμήνου στο 3,5% δύσκολα θα μπορούσε να περιοριστεί στο 3,2% (δείκτης τιμών καταναλωτή). 

Επίσης αρνητικό είναι το γεγονός ότι στα τρόφιμα η Ελλάδα –πάντα με τα στοιχεία της Eurostat– βρίσκεται στην τέταρτη θέση (στην Ευρώπη), πίσω από τη Βουλγαρία (5,7%), την Πορτογαλία (4,5%) και την Κύπρο (4,4%). Επιπροσθέτως, αρνητικό είναι και το ότι, και στην ενέργεια, η Ελλάδα ανέβηκε στη δεύτερη θέση, πίσω μόνο από το Λουξεμβούργο, με τον ρυθμό αύξησης των τιμών να εκτοξεύεται στο 21,9% (από 27,3% του πρώτου, του Λουξεμβούργου). Καλύτερη ήταν η εικόνα στις υπηρεσίες, όπου καταγράφηκε αύξηση 3,9%, ενώ στον δομικό πληθωρισμό υπήρξε αύξηση 2,9%. 

Στο οικονομικό επιτελείο το γνωρίζουν και το συζητούν ήδη: το ενδεχόμενο να χρειαστεί νέα αναθεώρηση των προβλέψεων για φέτος είναι ορθάνοιχτο. Οι επόμενοι δύο μήνες θα το κρίνουν αυτό σε μεγάλο βαθμό.

AΠΟ ΧΡΗΜΑ WEEK