Άρθρο του Μιχάλη Μάρκου, MBA*
Διευθυντικό Στέλεχος-Σύμβουλος Επιχειρήσεων
& Καθηγητής Διοίκησης Επιχειρήσεων/Marketing
Με αφορμή τις συζητήσεις που αναδείχθηκαν στο πρόσφατο Οικονομικό Φόρουμ των Δελφών, επανέρχεται στο προσκήνιο ένα διαχρονικό και βαθιά δομικό ζήτημα της ελληνικής οικονομίας που είναι η αναντιστοιχία ανάμεσα στην τριτοβάθμια εκπαίδευση και την αγορά εργασίας. Το φαινόμενο αυτό, αποκαλύπτει ένα ευρύτερο κοινωνικό και παραγωγικό μοντέλο που δυσκολεύεται να προσαρμοστεί στις σύγχρονες ανάγκες της σημερινής αγοράς εργασίας. Πρόκειται για μια βαθιά δομική ανισορροπία που επηρεάζει τόσο τις προοπτικές των νέων όσο και τη συνολική δυναμική της οικονομίας. Παρά την υψηλή εκπαιδευτική επίδοση της χώρας σε επίπεδο συμμετοχής στην ανώτατη εκπαίδευση, τα δεδομένα δείχνουν ότι η μετάβαση από τις σπουδές στην απασχόληση παραμένει προβληματική και συχνά αδιέξοδη.
Στην Ελλάδα, η είσοδος στο πανεπιστήμιο έχει εξελιχθεί σε βασικό στόχο για τους περισσότερους μαθητές της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης και βάσει στατιστικών, οι περισσότεροι τελικά τα καταφέρνουν. Τα ποσοστά αυτά είναι από τα υψηλότερα στην Ευρώπη και δείχνουν πόσο ισχυρή είναι η αντίληψη ότι το πανεπιστημιακό πτυχίο αποτελεί βασικό μέσο για επαγγελματική επιτυχία και κοινωνική ανέλιξη. Ωστόσο, η πραγματικότητα της αγοράς εργασίας δεν επιβεβαιώνει πάντα αυτή την προσδοκία.
Σήμερα, 1 στους 4 πτυχιούχους παραμένει άνεργος, ενώ σημαντικό ποσοστό όσων εργάζονται απασχολείται σε θέσεις που δεν αντιστοιχούν στο επίπεδο ή το αντικείμενο των σπουδών τους. Συγκεκριμένα, περίπου το 30% των πτυχιούχων καταλήγει σε θέσεις για τις οποίες θεωρείται over qualified (υπερεξειδικευμένος), γεγονός που υποδηλώνει όχι μόνο ατομική απογοήτευση αλλά και αναποτελεσματική αξιοποίηση του ανθρώπινου δυναμικού. Παράλληλα, περισσότεροι από 2 στους 10 πτυχιούχους (24%), παραμένουν εκτός αγοράς εργασίας, ενισχύοντας την εικόνα μιας δομικής δυσλειτουργίας.
Το πρόβλημα, όπως επισημαίνουν σχετικές μελέτες και αναλύσεις ανώτατων στελεχών της αγοράς, δεν έγκειται αποκλειστικά στον αριθμό των πτυχιούχων, αλλά κυρίως τι δεξιότητες έχουν και προς ποια κατεύθυνση. Η ελληνική οικονομία φαίνεται να παράγει περισσότερους πτυχιούχους σε τομείς που παρουσιάζουν ήδη κορεσμό, ενώ ταυτόχρονα καταγράφεται σημαντική έλλειψη σε τεχνικές και εφαρμοσμένες ειδικότητες. Εκατοντάδες επιχειρήσεις δηλώνουν ότι δυσκολεύονται να καλύψουν θέσεις σε επαγγέλματα όπως ηλεκτρολόγοι, τεχνικοί μηχανικοί, κτλ,, παρά το γεγονός ότι πρόκειται για ειδικότητες με υψηλή ζήτηση και συχνά ιδιαίτερα ανταγωνιστικές αποδοχές. Ενδεικτικό της στρέβλωσης αυτής είναι το γεγονός ότι ένας έμπειρος τεχνικός, με περίπου 10 χρόνια προϋπηρεσίας, μπορεί να λαμβάνει αποδοχές που κυμαίνονται μεταξύ 2.500 και 2.800 ευρώ, την ίδια στιγμή που ένα σημαντικό ποσοστό πτυχιούχων αδυνατεί να βρει εργασία ή απασχολείται σε χαμηλότερα αμειβόμενες θέσεις. Η αντίφαση αυτή αποτυπώνει με σαφήνεια το χάσμα ανάμεσα στις επιλογές σπουδών και στις πραγματικές ανάγκες της αγοράς.
Η αναντιστοιχία αυτή δεν είναι τυχαία, αλλά συνδέεται με βαθύτερες κοινωνικές και πολιτισμικές αντιλήψεις. Στην ελληνική κοινωνία, η επιτυχία εξακολουθεί σε μεγάλο βαθμό να ταυτίζεται με τα επαγγέλματα «γραφείου», όπως η νομική, τα οικονομικά/τραπεζικά, η εκπαίδευση, το δημόσιο, κτλ. Αντίθετα, τα τεχνικά επαγγέλματα συχνά υποτιμώνται, παρά το γεγονός ότι προσφέρουν σαφώς μεγαλύτερες προοπτικές απασχόλησης σε αρκετές περιπτώσεις. Οι οικογένειες εξακολουθούν να κατευθύνουν τα παιδιά τους προς παραδοσιακές ακαδημαϊκές σπουδές, ακόμη και όταν οι προοπτικές σε αυτούς τους τομείς είναι περιορισμένες.
Παράλληλα, το εκπαιδευτικό σύστημα φαίνεται να αδυνατεί να προσαρμοστεί με την απαιτούμενη ταχύτητα στις μεταβαλλόμενες ανάγκες της πραγματικής οικονομίας. Τα προγράμματα σπουδών συχνά χαρακτηρίζονται από θεωρητικό προσανατολισμό και περιορισμένη διασύνδεση με την πραγματική αγορά εργασίας. Η πρακτική άσκηση, που θα μπορούσε να βοηθήσει σημαντικά, εφαρμόζεται οργανωμένα σε λίγα μόνο τμήματα. Ωστόσο, όπου εφαρμόζεται σωστά, τα αποτελέσματα είναι ενθαρρυντικά, αφού ένα μεγάλο ποσοστό των συμμετεχόντων (πάνω από 70%) βρίσκει εργασία στον ίδιο χώρο.
Η εικόνα αυτή δεν περιορίζεται μόνο στην Ελλάδα, αλλά εμφανίζεται σε διαφορετικές μορφές και σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες. Ωστόσο, σε πολλές περιπτώσεις, οι οικονομίες αυτές έχουν ήδη προχωρήσει σε ουσιαστικές προσαρμογές. Σε χώρες της Κεντρικής Ευρώπης, για παράδειγμα, η επαγγελματική εκπαίδευση και κατάρτιση αποτελεί ισότιμη επιλογή με την πανεπιστημιακή εκπαίδευση, ενσωματωμένη σε ένα σύστημα που συνδέεται άμεσα με τις ανάγκες της παραγωγής. Παρά ταύτα, ακόμη και εκεί παρατηρούνται σημαντικές ελλείψεις σε τεχνικά επαγγέλματα, με ορισμένες αγορές να καταγράφουν δεκάδες ή και εκατοντάδες χιλιάδες κενές θέσεις.
Στην Ελλάδα, η προσαρμογή αυτή φαίνεται να εξελίσσεται με πιο αργούς ρυθμούς. Η οικονομία εξακολουθεί να χαρακτηρίζεται από περιορισμένη βιομηχανική βάση και χαμηλή απορρόφηση τεχνικών ειδικοτήτων σε οργανωμένα πλαίσια παραγωγής. Αυτό δημιουργεί έναν φαύλο κύκλο, όπου η έλλειψη ζήτησης σε συγκεκριμένους τομείς αποθαρρύνει την προσφορά δεξιοτήτων, και αντίστροφα. Μάλιστα, το πρόβλημα εντείνεται ακόμη περισσότερο μετά την ουσιαστική κατάργηση του τεχνολογικού τομέα της ανώτατης εκπαίδευσης, η οποία ολοκληρώθηκε το 2019 με την ενσωμάτωση των ΤΕΙ στα πανεπιστήμια. Τα Τεχνολογικά Εκπαιδευτικά Ιδρύματα λειτουργούσαν ως ένας ενδιάμεσος κρίκος μεταξύ θεωρητικής πανεπιστημιακής γνώσης και εφαρμοσμένης τεχνικής κατάρτισης, προσφέροντας σπουδές με πιο πρακτικό και επαγγελματικό προσανατολισμό. Η απορρόφησή τους από τα πανεπιστήμια, αν και στόχευε στην ακαδημαϊκή αναβάθμιση, δημιούργησε ένα εμφανές κενό στο επίπεδο της οργανωμένης, εφαρμοσμένης τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, αφήνοντας λιγότερες δομημένες επιλογές για όσους επιδιώκουν άμεση σύνδεση με την αγορά εργασίας και τεχνικά επαγγέλματα.
Σε μια προσπάθεια κάλυψης αυτού του κενού, η ελληνική πολιτεία έχει στραφεί στην ενίσχυση της μετα-δευτεροβάθμιας επαγγελματικής κατάρτισης (ιδιωτικά & δημόσια), κυρίως μέσω των Σχολών Ανώτερης Επαγγελματικής Κατάρτισης (ΣΑΕΚ), δηλαδή των πρώην ΙΕΚ. Οι δομές αυτές επιχειρούν να προσφέρουν πιο ευέλικτα και πρακτικά προγράμματα σπουδών, προσαρμοσμένα στις ανάγκες της αγοράς, με έμφαση στις τεχνικές δεξιότητες και την ταχύτερη επαγγελματική ένταξη. Ωστόσο, παρά τη θεσμική τους αναβάθμιση, εξακολουθούν να αντιμετωπίζουν προκλήσεις ως προς το κύρος, τη διασύνδεση με τις επιχειρήσεις και την ευρεία κοινωνική αποδοχή τους ως ισότιμης εναλλακτικής εκπαιδευτικής διαδρομής. Έτσι, το κενό που άφησε η κατάργηση των ΤΕΙ δεν έχει ακόμη καλυφθεί πλήρως, διατηρώντας τις ανισορροπίες μεταξύ εκπαίδευσης και αγοράς εργασίας.
Επιπροσθέτως, οι εξελίξεις στον τομέα της τεχνολογίας και ιδιαίτερα η ταχεία διάδοση της τεχνητής νοημοσύνης εντείνουν περαιτέρω την ανάγκη για αναπροσαρμογή. Πολλά από τα επαγγέλματα που μέχρι πρότινος θεωρούνταν ασφαλή και σταθερά υφίστανται ήδη σημαντικές πιέσεις, είτε λόγω αυτοματοποίησης είτε λόγω κορεσμού. Σε αυτό το νέο περιβάλλον, η αξία δεν αποδίδεται πλέον αποκλειστικά στον τίτλο σπουδών, αλλά στη δυνατότητα προσαρμογής, στην απόκτηση πρακτικών δεξιοτήτων και στη συνεχή επαγγελματική εξέλιξη.
Η μετάβαση προς ένα μοντέλο που δίνει έμφαση στις δεξιότητες και όχι μόνο στους τίτλους φαίνεται αναπόφευκτη. Αυτό προϋποθέτει όχι μόνο μεταρρυθμίσεις στο εκπαιδευτικό σύστημα, αλλά και αλλαγή νοοτροπίας σε κοινωνικό επίπεδο. Η αναγνώριση της αξίας των τεχνικών επαγγελμάτων, η ενίσχυση της επαγγελματικής εκπαίδευσης και η συστηματική σύνδεση των σπουδών με την παραγωγή αποτελούν κρίσιμους παράγοντες για την αντιμετώπιση του προβλήματος. Ταυτόχρονα, απαιτείται μια πιο ενεργή συμμετοχή των επιχειρήσεων στη διαμόρφωση των εκπαιδευτικών προγραμμάτων, ώστε να διασφαλίζεται ότι οι δεξιότητες που αποκτώνται ανταποκρίνονται στις πραγματικές ανάγκες της αγοράς. Η ενίσχυση των συνεργασιών μεταξύ πανεπιστημίων και επιχειρήσεων, η ανάπτυξη προγραμμάτων μαθητείας και η ενσωμάτωση πρακτικών εμπειριών στη μαθησιακή διαδικασία μπορούν να συμβάλουν ουσιαστικά στη γεφύρωση του χάσματος.
Συνολικά, η ελληνική πραγματικότητα αναδεικνύει μια έντονη αντίφαση όπου η χώρα ενώ διαθέτει ένα από τα υψηλότερα ποσοστά συμμετοχής στην ανώτατη εκπαίδευση, ταυτόχρονα αντιμετωπίζει σημαντικές δυσκολίες στην απορρόφηση των πτυχιούχων και στην κάλυψη βασικών αναγκών της αγοράς εργασίας. Η συνεχής ροή πτυχιούχων στην αγορά εργασίας, σε συνδυασμό με την έλλειψη τεχνικών δεξιοτήτων δημιουργεί ανισορροπίες που επηρεάζουν την ανταγωνιστικότητα της οικονομίας και περιορίζουν τις αναπτυξιακές της προοπτικές. Η αντιμετώπιση αυτού του ζητήματος απαιτεί συνολική προσέγγιση. Δεν αρκούν μεμονωμένες παρεμβάσεις. Χρειάζεται ένας νέος τρόπος σκέψης που θα φέρει πιο κοντά την εκπαίδευση και την εργασία. Μόνο έτσι θα μπορέσει να αξιοποιηθεί καλύτερα το ανθρώπινο δυναμικό της χώρας και να ενισχυθεί η ανάπτυξη και η ευημερία.










